Ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της χώρας μας, του κόσμου... Στην αυγή του 20ου αιώνα βλέπει το φως της ζωής και μέχρι σήμερα αυτό υπερασπίζεται μέσα από το έργο του. Φόρος τιμής το μικρό αφιέρωμα, το οποίο δεν θα γινόταν χωρίς τη βοήθεια του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης. Ευχαριστούμε πολύ.

Ο Σεφέρης στην αυγή του 20ου αιώνα, ο Σεφέρης στους αιώνες. Ο Σεφέρης να προσπαθεί μέχρι τέλους να μην αδικήσει, να τιμήσει και να σώσει ό,τι μπορούσε από την παράδοση μας. Αν ο Σεφέρης δεν έχει χαθεί στους αιώνες είναι γιατί υπήρξε δίκαιος ή τουλάχιστον προσπάθησε να είναι. Η έννοια του δικαίου όμως στην περίπτωση του δεν έχει να κάνει με την ψυχρή, δίχως συναίσθημα κρίση. Η δικαιοσύνη του Σεφέρη συμφωνεί με τη συνέπεια του, την αδιάκοπη παρέμβαση και την προσπάθεια να υπερβεί εαυτόν και συνθήκες. Το πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα με μια βίαιη, δύσκολη γέννα μπορεί να παρομοιαστεί. Και ανάμεσα στα τέρατα και τον ζόφο, ο Σεφέρης να μη χάνει το νήμα που ενώνει τον ελληνισμό, να στέκεται αγέρωχος εν μέσω Διχασμού και να τονώνει τη γλώσσα την ελληνική, να στήνει γέφυρες με μεγάλα έργα ξένων λογοτεχνών και να μη μένει αμέτοχος στα πολιτικά/κοινωνικά. Ο Σεφέρης σε δύσκολα, ταραγμένα χρόνια διατήρησε ακέραιη τη στάση του και ό,τι έγραψε, υπέγραψε, κατέθεσε, δεν υπαγορεύθηκε από κανέναν. Αυτονόητο αλλά απαραίτητο. Σίγουρα έντιμο και ξεχωριστό. Το ζήτημα εν μέσω οξυμένων παθών, κοσμογονικών αλλαγών δεν ήταν να πάρεις θέση, αλλά να φτιάξεις τη δική σου αλλαγή μέσα στο τοπίο που αναδιαμορφωνόταν. Ο Σεφέρης το πέτυχε και ό,τι κόμισε στην τέχνη και την πολιτική σφραγίστηκε με την ποιητική του ανάσα. Ο Σεφέρης λοιπόν, σαν άλλος ήλιος της δικαιοσύνης. [Οι φωτογραφίες (λεπτομέρειες) παραχωρήθηκαν από το Φωτογραφικό Αρχείο Γιώργου Σεφέρη / Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης]

Σύμφωνα με τον γράφοντα, η πορεία του Σεφέρη, καλλιτεχνικά και πολιτικά, διαμορφώθηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Πέρασε δια πυρός και σιδήρου για να βρει και να κερδίσει τη θέση του. Η εικόνα που έχουμε γι' αυτόν είναι του σίγουρου, αποφασισμένου ανθρώπου που ενεργεί γεμάτος φιλοδοξία, σύνεση και ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν γύρω του, πολιτισμικά-πολιτικά. Αυτός όμως είναι ο φλοιός που τον περιβάλλει, γιατί ο Σεφέρης πάσχισε να αποδείξει ποιος είναι, όπως πάσχισε -με τον τρόπο του- και να το κρύψει. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έδειχνε συναισθηματική αδυναμία, ούτε θα έδινε αφορμές για επιθέσεις από συναδέλφους στον επαγγελματικό και λογοτεχνικό τομέα. Η αγωνία της δημιουργίας, της προώθησης και ανταπόκρισης αυτής υπήρξε αμείωτη. Περισσότερο στο ξεκίνημα, όμως και στο τέλος δεν ήταν αφημένος στις δάφνες του. Ανήκει στην περίφημη γενιά του '30 η οποία όσο κι αν της αναγνωρίστηκε η συμβολή στα γράμματα, δεν σταμάτησε να έχεις και επικριτές.

Ο Σεφέρης με το “καλημέρα” έδειξε τις προθέσεις του: να δώσει κάτι πραγματικά νέο στη νεοελληνική λογοτεχνία χωρίς να αποκοπεί από την παράδοση. Δύσκολο και προκλητικό για ορισμένους. Όσον αφορά την πολιτική-κοινωνική του θέση επίσης επιχείρησε κάτι δύσκολο: να πάρει θέση χωρίς όμως να ταράξει ισορροπίες και να βρεθεί άθελα του υπόλογος. Θεωρώ ότι τα κατάφερε και στους δύο τομείς, χωρίς όμως να αποφύγει τη φθορά. Από τη μία η σύγχυση σχετικά με την αντιμετώπιση του έργου του και του τρόπου προβολής του. Από την άλλη η τοποθέτηση και υπηρεσία του σε δύσκολες διπλωματικές-δημόσιες θέσεις σε οριακές στιγμές της χώρας και της Ευρώπης. Εν μέσω Διχασμού, Μεταξά, Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Μετεμφυλιακού Κράτους, Χούντας, διατήρησε την πολιτική του ταυτότητα, ενώ με τον τρόπο του απέκρουσε τα κριτικά βέλη και τις πιέσεις στο λογοτεχνικό πεδίο. Μπορεί η στάση του να μην γίνεται αποδεκτή καθολικά, όμως το μέγεθος “Γιώργος Σεφέρης” κανείς δεν μπόρεσε να αγνοήσει, αρνηθεί, υποτιμήσει.

Το Νόμπελ “έδεσε” επικοινωνιακά το ποιητικό-πεζογραφικό του έργο.

Εν αρχή ην… το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γιατί; Διότι είναι ο προβολέας που είχε και έχει ακόμη ανάγκη το έργο του Γ.Σ. Η ύψιστη τιμή έκανε όλους να καταλάβουν την αξία του σεφερικού λόγου, να αναγνωρίσουν την ομορφιά και τη δύναμη του, να μη χαθεί η σύνδεση με την ελληνική παράδοση. Η φήμη και το κύρος του βραβείου πρόσφεραν καταφύγιο σε όσα είχε κάνει μέχρι τότε ο Σεφέρης. Εξασφάλισαν τη διάδοση τους και εξάλειψαν κάθε πιθανότητα εξαφάνισης. Το Νόμπελ “έδεσε” επικοινωνιακά το ποιητικό-πεζογραφικό του έργο. Έγινε το καλύτερο μέσο διαφήμισης και ισχυροποίησης της με κόπο φτιαγμένης πορείας του Σεφέρη. Δεν νομίζουμε ότι τον επηρέασε δημιουργικά, αλλά τον επιβεβαίωσε σε παγκόσμιο επίπεδο και αυτό είναι προίκα και βοήθεια ανεκτίμητη για οποιονδήποτε λογοτέχνη.

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, απόγευμα, ο μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας ενημερώνει με τηλεγράφημα τον Σεφέρη ότι του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ. Ο ποιητής θα δηλώσει: “Διαλέγοντας έναν Έλληνα ποιητή για το βραβείο Νόμπελ, νομίζω πως η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να εκδηλώσει την αλληλεγγύη της με τη ζωντανή πνευματική Ελλάδα. Εννοώ αυτή την Ελλάδα για την οποία τόσες γενιές αγωνίστηκαν προσπαθώντας να κρατήσουν ό,τι ζωντανό από τη μακριά παράδοση της. Νομίζω ακόμη ότι η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να δείξει πως η σημερινή ανθρωπότητα χρειάζεται και την ποίηση –κάθε λαού- και το ελληνικό πνεύμα”. Στον λόγο που εκφώνησε μετά την τελετή απονομής, στις 10 Δεκεμβρίου 1963, θα τονίσει μεταξύ άλλων το εξής:

Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Οι “σεφερικές” μεταφράσεις, είναι “σεφερικά” έργα

Ο Σεφέρης μεταφραστής, ο Σεφέρης με τα λόγια των άλλων, ο Σεφέρης στα λόγια των άλλων, ο Σεφέρης απέναντι στα ιερά και τα όσια, τα μεγάλα και παγκόσμια. Ο μεταφραστής Σεφέρης διαθέτει το ίδιο εκτόπισμα με τον ποιητή, πεζογράφο, δοκιμιογράφο Σεφέρη. Το γιατί ήταν καλός μεταφραστής ο Σεφέρης το απαντούν έργα του. “Έρημη Χώρα” και “Φονικό στην Εκκλησία” του Τ.Σ. Έλιοτ, “Άσμα Ασμάτων”, “Αποκάλυψη” του Ιωάννη. Για τον Σεφέρη η μετάφραση ήταν αδιάκοπη “δοκιμή” και προσπαθούσε πάντα να ισορροπήσει ανάμεσα στη δύναμη και την επιβολής της ξένης γλώσσας και στη λαχτάρα της μητρικής για ανανέωση, για ενδυνάμωση. Γι’ αυτό και ξόδεψε χρόνο, μόχθο, φαντασία και επινοητικότητα. Συχνά έφτανε σε αποτελέσματα που ίσως να ξεπερνάν τις προσδοκίες του και τις δικές μας. Ο Σεφέρης απέδειξε με τις μεταφράσεις του ότι η γλώσσα μας έχει μεταφραστικές δυνατότητες περισσότερες και πιο δραστικές απ’ όσο νομίζουμε.

Ο Σεφέρης δεν προσέγγιζε το μεταφραστικό έργο κατά μέτωπο. Τον ενδιέφερε το όλον του εγχειρήματος και της πρόκλησης. Προφανώς και δεν αρκούσε μια πολύ καλή διεκπεραίωση γιατί η μετάφραση είναι μεταγραφή, στα όρια της δημιουργίας, και όχι αναγνώριση. Η δουλειά του μεταφραστή είναι δύσκολη -ίσως δυσκολότερη από του συγγραφέα- γιατί στην ουσία φτιάχνει κάτι που δείχνει νέο αλλά δεν είναι, κάτι που θα δοκιμαστεί στη γλώσσα του και στη γλώσσα του συγγραφέα όμως.

Ο μεταφραστής δεν μιμείται, αλλά βρίσκει την νοητή γραμμή που ενώνει δύο λαούς. Κι αυτή υπάρχει στο νοηματικό, εννοιολογικό πεδίο. Εκεί που μπορεί η μορφή και ο ήχος να διαφέρουν, όμως περιεχόμενο και μελωδία (γλώσσας) συμφωνούν. Ο Σεφέρης ήξερε να εντοπίζει τα κοινά και μεταβατικά σημεία των λέξεων γιατί πολύ απλά γνώριζε βαθιά το αντικείμενο του. Με άλλα λόγια έκανε τη σχεδόν τέλεια αντιγραφή! Δεν δημιουργούμε, αλλά “αντιγράφουμε”, υποστήριζε.

Στην “Έρημη Χώρα” η γνώση πάνω στο “ελιοτικό” σύμπαν είναι εμφανής. Το ίδιο και στα της θρησκευτικής παράδοσης με την “Αποκάλυψη” και το “Άσμα Ασμάτων”. Την ίδια στιγμή που ήξερε ότι κάνει κάτι σημαντικό, γνώριζε τη θέση και το μέγεθος του απέναντι στο δημιουργό-πηγή. Είχε πει: “Η μετάφραση ποιημάτων είναι το είδος της γραφής που δίνει τη μικρότερη ικανοποίηση. Όσο καλά και να δουλέψει κανείς, όσο επιτυχής και αν είναι, θα υπάρχει πάντα ένα αντικείμενο το πρωτότυπο- που μένει εκεί για να μας δείχνει πως βρισκόμαστε πάντα χαμηλότερα από το σωστό, πως ακόμη κι αν πάμε ψηλότερα, πάλι χαμηλότερα θα είμαστε. Αλοίμονο αν προσπαθήσουμε να καλυτερέψουμε το ποίημα που μεταφράζουμε”. Στις μεταφράσεις του ρυθμός και απλότητα δίνουν τον τόνο και τον χαρακτήρα του μεταγραμμένου έργου, ενώ καρδιά του είναι η προσπάθεια συνέχειας της γλώσσας μας. Οι “σεφερικές” μεταφράσεις, είναι “σεφερικά” έργα αρμονικά δεμένα με τα δικά του πρωτότυπα και δεν μπορούμε παρά να το σημειώσουμε και να το θαυμάσουμε.

Η βαθιά σχέση με την Κύπρο

Ο Σεφέρης δέχτηκε από την Κύπρο πλουσιότατα δώρα. Μιλώντας για το “Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…” σημείωνε: “Τα ποιήματα της συλλογής αυτής, εκτός από δύο, μου δόθηκαν το φθινόπωρο του '53 όταν ταξίδεψα πρώτη φορά στην Κύπρο. Είταν η αποκάλυψη ενός κόσμου και είταν ακόμη η εμπειρία ενός ανθρώπινου δράματος, που όποιες και να ναι οι σκοπιμότητες της καθημερινής συναλλαγής, μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας. Ξαναπήγα στο νησί στα ’54. Αλλά και τώρα ακόμη που γράφω τούτο σ’ ένα πολύ παλιό αρχοντικό στα Βαρώσια –ένα σπίτι που πάει να γίνει φυτό- μου φαίνεται πως όλα κρυσταλλώθηκαν γύρω από τις πρώτες, τις νωπές αισθήσεις εκείνου του αργοπορημένου φθινοπώρου. Η μόνη διαφορά είναι που έγινα από τότε περισσότερο οικείος και περισσότερο ιδιωματικός. Και συλλογίζομαι πως αν έτυχε να βρω στην Κύπρο τόση χάρη, ίσως είναι γιατί το νησί αυτό μου έδωσε ό,τι είχε να μου δώσει σ’ ένα πλαίσιο αρκετά περιορισμένο για να μην εξατμίζεται, όπως στις πρωτεύουσες του μεγάλου κόσμου, η κάθε αίσθηση, και αρκετά πλατύ για να χωρέσει το θαύμα”.

Τα “Ποιήματα για την Κύπρο” πρωτοτυπωμένα στο περιοδικό “Κυπριακά Γράμματα” του Νίκου Κρανιδιώτη, τραβήχτηκαν την ίδια χρονιά (1954) και σε ανάτυπο στη Λευκωσία. Ο “Νεόφυτος” τυπώθηκε στην Αθήνα το 1955 και το “Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…” στην Αθήνα την ίδια χρονιά. Ο τίτλος της τελευταίας είναι δανεισμένος από στίχο της ευριπίδειας “Ελένης”. Με αυτή τη συλλογή κορυφώνεται η λυρική αντιπροσφορά του Σεφέρη στην Κύπρο. Όχι μονάχα γιατί είχε εντάξει σ’ αυτήν και τα κυπριακά συνθέματα από τις δύο προηγούμενες συλλογές του, αλλά και γιατί μαζί με τα νέα του “κυπριακά”, τα ποιήματα της συλλογής “Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…” συναπαρτίζουν όλα τους έναν λυρικά βαρυσήμαντο ύμνο για τη μαρτυρική Μεγαλόνησο. Για τη σύνθεση του ύμνου αυτού ήταν ήδη προπαρασκευασμένος και ιστορικά και πνευματικά και ψυχολογικά. Ξεριζωμένος κι εκείνος από τα πάτρια χώματα της Ιωνίας είχε βρει ζωντανεμένο στην Κύπρο το διαιώνιο ελληνικό δράμα: τη θλιβερή μοίρα της –εδαφικής τουλάχιστον- αποκοπής από το ενιαίο Γένος. Στη σεφερική συλλογή του 1955 διαφαίνεται καθαρά και μια ταύτιση του ποιητή με τον Τεύκρο (γιος του βασιλιά Σαλαμίνας Τελαμώνα. Μετά τον Τρωικό Πόλεμο ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε και τον έδιωξε διότι δεν εκδικήθηκε για τον θάνατο του αδελφού του. Εξόριστος πήγε στη Κύπρο). Η μοίρα λοιπόν δεν “εθέσπισε” μόνο τον Τεύκρο στην Κύπρο. Είχε χρησμοδοτήσει και για τον Σεφέρη την ίδια πορεία:

Η μοίρα μου που κυματίζει

Ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα

Και μιαν άλλη Σαλαμίνα

Μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.

Η επιρροή της δημοτικής παράδοσης

Η παραδοχή πρώτα. Η εξομολόγηση. Η έκθεση και η κατανόηση. Ο Σεφέρης δηλώνει: “Τα δημοτικά τραγούδια, ο Ερωτόκριτος καθώς και ο Μακρυγιάννης, μου έμαθαν πάνω στην ελληνική γραφή πολύ περισσότερα από πολλούς θεολόγους της λογοτεχνίας”. Η παράδοση δεν στέκει όρθια χωρίς λόγο, μόνη της. Ο λόγος της είναι εδώ, συνέχει κοινωνίες, πολιτισμούς, χρόνους. Η ελληνική δημοτική ποίηση είναι ό,τι πιο σίγουρο και αξιόπιστο διαθέτουμε για να κρατηθούμε στο πέρασμα των αιώνων. Η μουσική, η διάδοση από στόμα σε στόμα της έδωσε πλαστικότητα και ατσάλωσε την ανθεκτικότητα της. Για τον Σεφέρη υπήρξε πρότυπο, βασική επιρροή στη διαμόρφωση του δικού του λόγου. Η συνάντηση με τη δημοτική ποίηση στην περίπτωση του δεν οφείλεται στο τραγούδι. Όπως γράφει ο Παντελής Μπουκάλας, υπάρχει η αίσθηση ότι προσέγγισε και γνώρισε το δημοτικό τραγούδι όχι δια της ακοής, αλλά διά τη οράσεως. Γνώρισε το δημοτικό τραγούδι πρωτίστως σαν ποίηση, σαν κείμενο, όχι σαν τραγούδι. Διαμεσολαβημένο από τον Παλαμά και τον Σολωμό, αλλά και από τις Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού του Νικολάου Πολίτη.

Ο Σεφέρης μάστορας στον χειρισμό του δεκαπεντασύλλαβου. Στη “Στροφή”, όπως έχει γράψει ο Λίνος Πολίτης “κάνει την αρχοντική του παρουσία στον Ερωτικό Λόγο…”. Στη “Στροφή”, στο 13ο ποίημα, διαβάζουμε “Δημοτικό τραγούδι”, ενώ το 1954 το “Ο γυρισμός του ξενιτεμένου”, ομότιτλο με γνωστό δημοτικό. Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης διερεύνησε τη σχέση του σεφερικού ποιήματος με το δημοτικό όπως και με το πασίγνωστο “Τραγούδι του νεκρού αδερφού”. Ο Σεφέρης ακολουθεί τα βήματα της μαντινάδας στο “Έξι ρίμες για δώδεκα μαχαίρια” και δεν διστάζει να ενθέσει ατόφιους δημοτικούς στίχους στα ποιήματα του.

προχώρησε την ποιητική δημιουργία της χώρας

Το ασφαλέστερο κριτήριο αποτίμησης ενός ποιητή είναι η απάντηση στην ερώτηση: τι μας έδωσε; Το “δίνω” με την έννοια της προσφοράς και η προσφορά με την έννοια της εξέλιξης. Ο Σεφέρης, λοιπόν, προχώρησε την ποιητική δημιουργία της χώρας, άφησε το χέρι των προδρόμων του και πάνω στο μονοπάτι τους έφτιαξε έναν νέο δρόμο. Ο Σεφέρης πολύ απλά δέχτηκε την πρόκληση της γλώσσας. Η τέχνη του γραπτού λόγου είχε εγκλωβιστεί στην υπερβολή, το στιλβωμένο προσωπείο της είχε μεγαλύτερη σημασία από το πρόσωπο της. Ο Σεφέρης αντιδρά και στην ουσία πετά το προσωπείο και μένει στην ακρίβεια του προσώπου. Ένας τρόπος υπήρχε γι’ αυτό: η λιτή χρήση του υλικού του.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πέρα από την πρόθεση και τον σκοπό που διαμόρφωσε το “σεφερικό” σύμπαν. Η ακοή! Στην περίπτωση της σεφερικής ποίησης είναι η συνομιλία με το παρελθόν και σ’ αυτή τη συνομιλία η ακοή προηγείται. Ο Σεφέρης τόνισε αυτό που φαίνεται αυτονόητο, αλλά τελικά δεν είναι: τη σύνδεση της γλώσσας με την πραγματικότητα, την κοινωνία. Υποστήριζε πως “δουλειά του ποιητή είναι να προσπαθήσει να κυριαρχήσει στη γλώσσα που του δίνουμε εμείς και να την κάνει να μιλήσει στην υψηλότερη δυνατή ένταση”. Ο Σεφέρης στάθηκε απέναντι στο λευκό χαρτί ταπεινός και φιλόδοξος, έτοιμος να ακούσει και να ακουστεί. Οι αντηχήσεις του ποιητικού έργου θα μας συνοδεύουν πάντα…

Πληροφορίες για τις φωτογραφίες

Φωτογραφία 1η, βασική: Στο γραφείο του σπιτιού του, Βηρυτός 1955

Φωτογραφία 2η: Με τον Ευάγγελο Λουίζο στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, κοντά στην Κερύνεια. Κύπρος, Νοέμβριος 1953

Φωτογραφία 3η: Η απονομή του βραβείου Νόμπελ, Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

Φωτογραφία 4η: Με τη Μαρώ και τον Γιώργο Κατσίμπαλη, Κως 1955

Φωτογραφία 5η: Ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη στο σαλόνι του σπιτιού τους, στην οδό Άγρας, Νοέμβριος 1963

Φωτογραφία 6η: Στην αυλή του σπιτιού του, 1963

Φωτογραφία 7η: Το ζεύγος Σεφέρη με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και τον Γιώργο Σαββίδη στη Νάουσα, Απρίλιος 1964

Πηγές

-“Έλληνες ποιητές. Γιώργος Σεφέρης. Εργοβιογραφία, ανθολογία, απαγγελία, τόμος Α, Β”,ανθολόγηση, εισαγωγή: Παντελής Μπουκάλας [Εφ. Καθημερινή]

- “Γιώργος Σεφέρης” [Εφ. Το Βήμα. Πιστή φωτογραφική αναπαραγωγή του βιβλίου: “Νέα Εστία. Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη”, Οκτώβριος 1972]