Ευθύνες στην Δώρα επέρριψε ο δολοφόνος της
Ο 58χρονος Εμμανουήλ Εσσαντζανιάν-Σοροπίδης, ο οποίος κατηγορείται ότι σκότωσε με 14 μαχαιριές τη Δώρα Ζέμπερη για να της αποσπάσει τη τσάντα της, η οποία περιείχε μόλις 5 ευρώ και είχε προανακριτικά ομολογήσει την δολοφονία της, χθες Παρασκευή 10 Νοεμβρίου, κατά την απολογία του στον ανακριτή, παρουσίασε άλλη εικόνα.
Ο 58χρονος ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται πως συνέβη και ότι πιθανόν η γυναίκα κατά τη διάρκεια της πάλης να... έπεσε πάνω στο μαχαίρι του.
«Έχασα την ισορροπία μου και ενδεχομένως τη χτύπησα στο στήθος με το μαχαίρι πέφτοντας πάνω της. Υπάρχει και το ενδεχόμενο να έπεσε εκείνη πάνω στο μαχαίρι κατά τη διάρκεια της πάλης. Εκτιμώ ότι η πάλη με την παθούσα κράτησε 5-6 λεπτά»
Η απολογία του κατηγορουμένου έγινε σε κλίμα οργή, καθώς συγγενείς και αποί πολίτες που είχαν συγκεντρωθεί για να συμπαρασταθούν στους οικείους της «λιντσάρισαν» το δράστη.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο Σοροπίδης έμεινε πολλή ώρα μετά το τέλος της απολογίας του στο γραφείο του ανακριτή για να αποφύγει το οργισμένο πλήθος.
Το απόγευμα της Παρασκευής κυριολεκτικά «φυγαδεύτηκε από τους αστυνομικούς, ενώ οι συγκεντρωμένοι του επιτέθηκαν και πάλι.
Τι υποστήριξε στην κατάθεση
«Αρνούμαι τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα. Αποδέχομαι τις κατηγορίες της οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας. Στις 18/10/2017 είχα πάει στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών με το σκοπό να αφαιρέσω μπρούτζινες καντήλες, τις οποίες στη συνέχεια θα πουλούσα για να εξασφαλίσω τη δόση μου, δεδομένου ότι είμαι 20 χρόνια τοξικομανής. Ήμουν σε κακή κατάσταση γιατί είχα δύο μέρες να πάρω τη δόση μου. Κάποια στιγμή είδα πάνω σ ένα πεζούλι μια τσάντα και πήγα να την κλέψω, καθώς θεώρησα ότι είχε χρήματα μέσα. Πήρα την τσάντα στα χέρια μου και κινήθηκα προς τα δεξιά για να φύγω. Τότε η παθούσα με έπιασε από πίσω από τα μαλλιά και μου είπε “αλήτη την τσάντα μου” και προσπάθησε να πάρει την τσάντα της πίσω. Την κοπέλα δεν την είχα δει καθώς πρέπει να ήταν σ' ένα παρεκκλήσι. Ακολούθησε πάλη με την κοπέλα κατά τη διάρκεια της οποίας πέσαμε στο έδαφος και οι δύο».
«Δεν θυμάμαι πώς την τραυμάτισα, ίσως έπεσε πάνω στο μαχαίρι μου»
Δεν ήθελε να την σκοτώσει, σύμφωνα με τα όσα δήλωσε στον ανακριτή ο 58χρονος, ήθελε απλά να την τρομάξει για να τον αφήσει να φύγει. «Όταν, όμως, η παθούσα είδε το μαχαίρι θύμωσε περισσότερο και με το ένα χέρι προσπάθησε να με πιάσει από το λαιμό και με το άλλο χέρι προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι με που κρατούσα το μαχαίρι. Ενδεχομένως, όμως, πριν μου πιάσει το χέρι έπιασε τη λεπίδα του μαχαιριού και έτσι δικαιολογούνται οι αμυχές που βρέθηκαν στο χέρι της. Τελικώς μου έπιασε το χέρι κι εγώ στην προσπάθειά μου να την αποφύγω τίναξα το χέρι μου για να αποφύγω το δικό της και πρέπει να τη χτύπησα στο πρόσωπο. Επακολούθησε πάλη μεταξύ μας καθώς προσπαθούσα να ξεφύγω ενώ εκείνη δε με άφηνε. Το πλήγμα στη θωρακική χώρα που φαίνεται σοβαρό δε θυμάμαι πως ακριβώς επήλθε. Το πιθανότερο είναι ότι την χτύπησα εγώ όταν βρισκόμουν επάνω της στην προσπάθειά μου να στηριχτώ γιατί μου κρατούσε τα χέρια. Έχασα την ισορροπία μου και ενδεχομένως τη χτύπησα στο στήθος με το μαχαίρι πέφτοντας πάνω της. Υπάρχει και το ενδεχόμενο να έπεσε εκείνη πάνω στο μαχαίρι κατά τη διάρκεια της πάλης. Εκτιμώ ότι η πάλη με την παθούσα κράτησε 5-6 λεπτά. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε η παθούσα ότι έχει χτυπηθεί και με άφησε. Στηρίχτηκε στο ένα γόνατο για να σηκωθεί και άρχισε να περπατάει κρατώντας την κοιλιά και το αριστερό πλευρό της προς κάποιες γυναίκες από τις οποίες ζήτησε βοήθεια. Κατά τη διάρκεια της πάλης η παθούσα φώναξε δύο φορές “αστυνομία”. Αμέσως αφού απομακρύνθηκε η παθούσα, πήρα την τσάντα και κατευθύνθηκα προς την έξοδο του νεκροταφείου, προς τις γραμμές του ΗΣΑΠ. Καθ’ οδόν διαπίστωσα ότι τα χέρια μου είχαν αίματα και τα σκούπισα με κάτι χαρτοπετσέτες που είχα στην τσέπη μου. Τις χαρτοπετσέτες τις πέταξα στο νεκροταφείο. Βγήκα από το νεκροταφείο και προχώρησα προς το γήπεδο της Ριζούπολης, σε ένα οικόπεδο πιο κάτω από το γήπεδο άδειασα την τσάντα και διαπίστωσα ότι μέσα είχε ένα πορτοφόλι το οποίο περιείχε 5 ευρώ και τραπεζικές κάρτες. Πήρα τα 5 ευρώ και το κινητό, ενώ την τσάντα την άφησα στο οικόπεδο. Ακολούθως κατέβηκα στην Ομόνοια και πήγα σε ένα μαγαζί Πακιστανών στην οδό Σοφοκλέους, όπου πούλησα το κινητό έναντι 20 ευρώ. Με τα χρήματα αυτά και τα 5 ευρώ αγόρασα από την πλατεία Βάθης ναρκωτικά. Μετά από λίγες ημέρες όταν έμαθα το θάνατο της κοπέλας, πήγα στο οικόπεδο που είχα αφήσει την τσάντα, έριξα λίγο πετρέλαιο και την έκαψα».
Οι αστυνομικοί έγραψαν την πρώτη μου κατάθεση
«Ουδέποτε ανέφερα τα παραπάνω κατά την προανακριτική μου κατάθεση. Οι αστυνομικοί μίλησαν μαζί μου ανεπίσημα σε ένα δωμάτιο και στην συνέχεια έγραψαν την κατάθεσή μου την οποία μου διάβασαν εν περιλήψει. Δεν είχα μαζί μου τα γυαλιά μου για να τη διαβάσω κι εγώ. Έτσι, δεν ξέρω τι πραγματικά γράφτηκε. Λυπάμαι πολύ γι' αυτό που έγινε. Επιθυμώ την εξέτασή μου από ψυχίατρο για να διαπιστωθεί η τοξικομανία μου», δήλωσε ο κατηγορούμενος όταν ρωτήθηκε για την κατάθεσή του προανακριτικά και τα όσα ομολόγησε.
Το χρονικό της υπόθεσης
Νωρίτερα το πρωί της Παρασκευής πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο έξω από τα δικαστήρια και απειλούσε να λιντσάρει τον 58χρονο, φωνάζοντας έξω από το κτήριο 9 των δικαστηρίων «βγάλτε έξω τον δολοφόνο», «να βγει από το κτήριο», «δεν φεύγουμε», «βγες ρε». Οι διαμαρτυρόμενοι έσπασαν και την πέργκολα έξω από το κτήριο.
Η ανάκριση του 58χρονου ολοκληρώθηκε λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου έγινε γνωστή λίγο πριν τις 6 το απόγευμα.
Ένταση πριν την απολογία
Το πρωί της Παρασκευής 10 Νοεμβρίου συγγενείς και πολίτες προπηλάκισαντον 58χρονο Μανώλη Σοροπίδη.
Συγγενείς της άτυχης εφοριακού και πολίτες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της αδελφής της, Κωνσταντίνας, βρέθηκαν στην Ευελπίδων και προπηλάκισαν τον 58χρονο Μανώλη Σοροπίδη. Η μητέρα της Δώρας μόλις τον αντίκρισε, φώναζε: «θα πεθάνεις φονιά» ενώ πολίτες τον αποκαλούσαν «δολοφόνο», «αλήτη» και του φώναζαν «να πεθάνεις».
Στα δικαστήρια ήταν διμοιρία των ΥΜΕΤ ενώ οι αστυνομικοί μετέφεραν τρέχοντας τον καθ’ ομολογία δολοφόνο στο κτήριο. Στα σκαλιά σκόνταψαν και ο 58χρονος έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να δεχτεί επίθεση και να τον χτυπήσουν. Σύμφωνα με πληροφορίες, η μητέρα της Δώρας επιτέθηκε στον 58χρονο με ένα στυλό την ώρα που έπεσε κάτω φωνάζοντας του «θα σε σκοτώσω».
«Τι καθόσαστε και τον κοιτάτε; Να τον προφυλάξετε από τι; Θάνατος! Όχι 14! 54!», φώναζε η μητέρα της Δώρας Ζέμπερη, όταν ο 58χρονος είχε μπει μέσα στο κτήριο των δικαστηρίων. «Δεν θα τον αφήσω να ζήσει! Θα το πληρώσει! Θα τον κυνηγήσω και στον άλλο κόσμο», φώναζε ο πατέρας της Δώρας Ζέμπερη.
Νωρίτερα, η αδερφή της 32χρονης απηύθυνε κάλεσμα για συμπαράσταση. Η Κωνσταντίνα Ζέμπερη, έγραψε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης: «Αδελφή μου πονεμένη έρχεται η ώρα της δικαίωσης σου αγγελούδι μου σε έσφαξε το κάθαρμα..σε πήρε από εμάς που σ’ αγαπαμε κ εμείς ακόμη σε περιμένουμε. Αυριο στις 10 Ευελπίδων όποιος θέλει να μας στηρίξει».
Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη Τετάρτη, ο δολοφόνος της Δώρας προπηλακίστηκε στα Δικαστήρια από συγγενείς της άτυχης κοπέλας και από πολίτες που είχαν συγκεντρωθεί.
Τι είπε η πρώην σύζυγός του
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Star, η πρώην σύζυγός του κατηγορούμενου, είπε ότι χώρισε γιατί ο πρώην σύζυγός της ήταν βίαιος και έκανε χρήση ναρκωτικών μπροστά στο παιδί. «Είμαι και εγώ μάνα, για αυτά που άκουσα, καταλαβαίνεται τώρα, θέλω να τιμωρηθεί» ανέφερε η πρώην σύζυγος.
Πηγή: reader.gr
