+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 32 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 32 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 32 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...            

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Η καταξίωση του Κακογιάννη, το μυθικό δίδυμο Λαμπέτη-Παππά και το ντεμπούτο του Βασιλάκη Καϊλα

Το 1954, με την κινηματογραφική ταινία «Κυριακάτικο ξύπνημα», ο Μιχάλης Κακογιάννης έκανε την αρχή της διεθνούς σκηνοθετικής του καριέρας. Η «Στέλλα», το «Κορίτσι με τα μαύρα», το «Τελευταίο ψέμα» η τριλογία του «Ηλέκτρα», «Τρωάδες» και «Ιφιγένεια», καθώς και ο «Αλέξης Ζορμπάς» είναι μερικές μόνο από τις ταινίες του που διαγωνίστηκαν και προβλήθηκαν στα εγκυρότερα φεστιβάλ παγκοσμίως και απέσπασαν πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Αυτό ωστόσο που είναι λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι η διεθνής καταξίωση του Κακογιάννη ήρθε όχι με τη «Στέλλα» ή το «Κορίτσι με τα μαύρα», αλλά με το «Τελευταίο ψέμα», ταινία που γυρίστηκε το 1957 σε συμπαραγωγή της Finos Film και της Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης. Αυτό συνέβη διότι η ταινία αυτή ήταν η τρίτη χρονικά μετά τις δύο προαναφερθείσες που κινήθηκε σε εξαιρετικά ποιοτικά standards, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι οι δύο προηγούμενες επιτυχίες του Κακογιάννη δεν ήταν τυχαίες. Υπερβολικό; Μπορεί. Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου εύκολο για έναν σκηνοθέτη να ξεχωρίσει, αφού ο παγκόσμιος κινηματογράφος είχε να επιδείξει εκατοντάδες ποιοτικές ταινίες, από εκατοντάδες σπουδαίους σκηνοθέτες. Η ταινία «Το τελευταίο ψέμα» έλαβε μέρος σε πολλά φεστιβάλ κινηματογράφου (Κάννες 1958, Μελβούρνη 1959, Σαν Φρανσίσκο 1959), χαρακτηρίστηκε από πολλούς Ευρωπαίους κριτικούς σαν αριστούργημα και καθιέρωσε διεθνώς τον Κακογιάννη, ο οποίος κατάφερε να πάει για τέταρτη φορά στο Φεστιβάλ των Καννών. Πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν η μοναδική Έλλη Λαμπέτη, η οποία όπως ενημερώνει η Finos Films, «έκανε τους κριτικούς των Καννών να μνημονεύουν το όνομά της δίπλα σε αυτό της Γκρέτα Γκάρμπο, ενώ ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερης ξένης ηθοποιού στα βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας». Μια άλλη ενδιαφέρουσα πληροφορία για την ταινία ήταν ότι αποτέλεσε την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για το παιδί-θαύμα της εποχής εκείνης, Βασιλάκη Καϊλα. Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή της Χλόης, της όμορφης κόρης μιας κατεστραμμένης οικονομικά αθηναϊκής οικογένειας, η οποία πιέζεται από τη μητέρα της να κάνει έναν πλούσιο γάμο, καταπνίγοντας τα πραγματικά της αισθήματα. Ο πατέρας της Χλόης βρίσκεται ένα βήμα πριν την χρεοκοπία, αλλά η μητέρα της πιστεύει πως πρέπει να συνεχίσουν να έχουν επαφή με τους ευκατάστατους φίλους τους με τη βοήθεια δανεικών χρημάτων. Η σχέση, όμως, της Χλόης με την υπηρέτρια του σπιτιού, την φέρνει κοντά στους απλούς ανθρώπους του λαού και την κάνει να δει τη ζωή με άλλα μάτια. Δίπλα στην Λαμπέτη δεσπόζει μια άλλη μυθική φιγούρα του ελληνικού θεάτρου, ο Γιώργος Παππάς, ο οποίος με την αρχοντική του ερμηνεία στέκεται επάξια δίπλα στην σπουδαία αυτή ελληνίδα ηθοποιό. Μαζί τους μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών, απογειώνουν το σενάριο του Μιχάλη Κακογιάννη: Μιχάλης Νικολινάκος, Ελένη Ζαφειρίου, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μηνάς Χρηστίδης, Ζώρζ Σαρρή, Δέσπω Διαμαντίδου, Μαίρη Χρονοπούλου, Αθηνά Μιχαηλίδου, Νίκος Φέρμας, Νίκος Κούρκουλος. Παρά τους διεθνείς διθυράμβους ωστόσο, η ταινία δεν πήγε καλά στο εσωτερικό της χώρας, αφού στην πρώτη της προβολή, τον Φεβρουάριο του 1958, μόλις που ξεπέρασε τα 50.000 εισιτήρια, σε μια πολύ δύσκολη βέβαια εποχή για τους Έλληνες. Η εξαιρετική μουσική της ταινίας «Το τελευταίο ψέμα» ήταν του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η σκηνογραφία του Γιάννη Τσαρούχη. 

Η λογοκρισία, η παρέμβαση της Ελένης Βλάχου στον Κ. Καραμανλή και η «Συνοικία το όνειρο» που «σημάδεψε» τον Αλεξανδράκη

Η αριστουργηματική από κάθε άποψη ταινία «Συνοικία το όνειρο», που γυρίστηκε το 1961, αποτελεί ίσως την πλέον «πολύπαθη» ταινία, μια ταινία που κρύβει μέσα της απίστευτο παρασκήνιο, το οποίο ξεφεύγει από τα όρια της Τέχνης και αγγίζει τις παρυφές της πολιτικής. Κι αυτό διότι η δημιουργία της αποκάλυψε το δημοκρατικό έλλειμμα της πολιτικής ηγεσίας εκείνης της εποχής, με την σκληροπυρηνική δεξιά να κυβερνά και να λογοκρίνει ότι θεωρούσε ότι δεν άρμοζε στην διεθνή εικόνα της χώρας, έστω κι αν αυτό αποτύπωνε αλήθειες και μόνο. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η ταινία κατάφερε να παιχτεί τελικά στους κινηματογράφους μετά από προσωπική παρέμβαση της Ελένης Βλάχου, Εκδότριας της Καθημερινής, στον τότε Πρωθυπουργό, Κωσταντίνο Καραμανλή! Και πάλι όμως η ταινία παίχτηκε «πετσοκομμένη» από τη λογοκρισία, ενώ οι σκηνές που «κόπηκαν» καταστράφηκαν ολοκληρωτικά! Είναι αυτό ακριβώς το γεγονός που ανάγκασε τον Αλέκο Αλεξανδράκη, πρωταγωνιστή αλλά και σκηνοθέτη της ταινίας, να αποκαλύψει πολλά χρόνια αργότερα ότι η ταινία που τελικά προβλήθηκε δεν είχε σχέση με αυτή που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση δεν ήθελε πλέον να έχει μαζί της! Ακόμα όμως και με την άδεια του Πρωθυπουργού, η πρώτη προβολή της ταινίας «Συνοικία το Ονειρο» έγινε μέσα σε επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης! Σε συνέντευξή του στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Αλεξανδράκης είχε πει: «Δεν είχαμε προβλήματα με την αστυνομία, αλλά με τους τραμπούκους. Σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται γνωστό ότι γυρίζαμε την ταινία εκεί και η τότε βαμμένη δεξιά έστελνε τους τραμπούκους[...] τα αρνητικά (ενν. της ταινίας) τα είχε εξαφανίσει η λογοκρισία.[...] Όταν άρχισε να παίζεται, από πολλά μέρη της επαρχίας την έστελναν πίσω, είτε γιατί ο χωροφύλακας ήταν έξω από την αίθουσα και κατέγραφε ποιοι έμπαιναν, είτε γιατί οι αντιφρονούντες πετροβολούσαν τον κινηματογράφο». Γιατί όμως η ταινία αυτή προκάλεσε τόση ένταση; Διότι πολύ απλά, θεωρήθηκε ότι «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας», αφού παρουσίαζε τη σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων μιας φτωχογειτονιάς της Αθήνας, και δη του Ασύρματου, μιας παραγκούπολης ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Ανω Πετράλωνα. Ενα άλλο ενοχλητικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι η μουσική ήταν του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ τα τραγούδια ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, με κορυφαίο όλων το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, τραγούδι που έγινε ο «ύμνος» του απλού λαού. Να σημειωθεί ότι ο Τάσος Λειβαδίτης είχε γράψει και το σενάριο του έργου. Για τα γυρίσματα της ταινίας, ο Αλεξανδράκης και η τότε σύντροφός του Αλίκη Γεωργούλη, η οποία εκτός από το ότι συμπρωταγωνιστούσε μαζί του στην ταινία, ήταν και η διευθύντρια παραγωγής, αναζητούσαν μια φτωχή περιοχή για τα γυρίσματα της ταινίας τους. Δεν γνώριζαν τον Ασύρματο, μια συνοικία που ονομαζόταν έτσι επειδή εκεί ήταν τοποθετημένος ο ασύρματος των Γερμανών επί Κατοχής. Κάποιος είπε στον Αλεξανδράκη να δει την περιοχή. Το έκανε και είδε στις παράγκες, τις φτιαγμένες από κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, το ιδανικό σκηνικό του. Μάλιστα, οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής, αυτοί που διέμεναν στις παράγκες, έπαιξαν στη «Συνοικία». Όσον αφορά στην υπόθεση της ταινίας, ένας άρτι αποφυλακισμένος νέος, ο Ρίκος (Αλέκος Αλεξανδράκης), προσπαθεί να βγάλει χρήματα, την ίδια στιγμή που η αγαπημένη του (Αλίκη Γεωργούλη) βλέπει άλλους άνδρες και ο αδερφός της (Μάνος Κατράκης) προσπαθεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας. Ο Ρίκος θα σκαρφιστεί μια δουλειά αλλά θα ξοδέψει τα συγκεντρωμένα χρήματα. Ένας από τους «συνεταίρους» του (Αλέκος Πέτσος) θα αυτοκτονήσει. Ο Ρίκος, η αγαπημένη του και ο αδερφός της, ηττημένοι και απογοητευμένοι εξαιτίας των προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν ποτέ, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με την ωμή πραγματικότητα. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Θανάσης Μυλωνάς, Αλέκα Παϊζη, Σαπφώ Νοταρά, Βάσος Ανδρονίδης, Γιάννα Ολυμπίου, Κώστας Μπαλαδήμας, Ηλέκτρα Καλαμίδου κ.α. «Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ΄60» ήταν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σχόλια των κριτικών του έργου. Η εκμετάλλευση της ταινίας αργότερα πέρασε στα χέρια των αδελφών Κουρουνιώτη, στους οποίους ο Αλεξανδράκης πούλησε τα δικαιώματα λόγω χρεών του. 

«Κορίτσια στον ήλιο»: Πώς μια «κλισέ» ιστορία αγάπης οδήγησε σε ένα κινηματογραφικό αριστούργημα 

Αναμφισβήτητα αποτελεί την κορυφαία ταινία του Κλέαρχου Κονιτσιώτη, κατά πολλούς το αντίπαλον δέος του Φιλοποίμην Φίνου. Η ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» κατέχει δικαιωματικά μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, όχι τόσο για την εμπορική της πορεία στην Ελλάδα (η οποία δεν ήταν και η καλύτερη, δεδομένου ότι στην πρώτη προβολή της έκοψε 186.109 εισιτήρια και ήρθε 38η ανάμεσα σε 99 ταινίες της σεζόν 1969-1970), όσο για τις σημαντικές διακρίσεις που την ακολούθησαν, τόσο εντός της χώρας, όσο και εκτός συνόρων. Πρώτα από όλα, η ταινία αποτέλεσε την επίσημη ελληνική υποβολή για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1970, ενώ απέσπασε 4 βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1968 (καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας, μουσικής, β' ανδρικού ρόλου και ειδική μνεία β' ανδρικού ρόλου). Η καταπληκτική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου αποτέλεσε το «διαβατήριο» του περάσματος της ταινίας στο πάνθεον των κορυφαίων ελληνικών ταινιών, ωστόσο οι ερμηνείες του Γιάννη Βόλγη – κατά πολλούς ο κορυφαίος ρόλος της καριέρας του – και της Αν Λόμπεργκ, αποδείχθηκαν καθοριστικές. Το «Κορίτσια στον ήλιο» καταπιάνονταν με μια μάλλον «κλισέ» ιστορία αγάπης, αυτή του έλληνα φτωχού αγρότη με μια ξένη τουρίστρια που έρχεται στην Ελλάδα για διακοπές. Παρά το «κλισέ» της υπόθεσης, το αποτέλεσμα είναι αριστουργηματικό, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του «μαέστρου» Βασίλη Γεωργιάδη, σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η υπόθεση ήθελε μια νεαρή αγγλίδα να παρεξηγεί τις προθέσεις ενός βοσκού που προσπαθεί να την πλησιάσει, γεγονός το οποίο γίνεται γνωστό στην κλειστή κοινωνία του χωριού. Ο αθώος βοσκός φυλακίζεται και η νεαρή αγγλίδα όταν αντιλαμβάνεται το γεγονός προσπαθεί να του συμπαρασταθεί, προσφέροντας ό,τι καλύτερο μπορεί από το παράθυρο της φυλακής. Κι όπως ήταν μάλλον φυσικό, οι δύο νέοι, οι τόσο διαφορετικοί, ερωτεύονται, έστω κι αν δεν μπορούν να συννενοηθούν μεταξύ τους, δεδομένου ότι ο ένας δεν γνωρίζει την γλώσσα του άλλου. Όταν ο βοσκός αποφυλακίζεται και αυτή φεύγει για την Αθήνα, αυτός την ακολουθεί και τη βρίσκει στο ξενοδοχείο που μένει. Περνούν μια μαγική βραδιά μαζί, αλλά την άλλη μέρα η κοπέλα φεύγει για την Αγγλία, παρά το γεγονός ότι και η ίδια τον είχε ερωτευτεί. Ίσως γιατί αναγνώρισε ότι ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, που η κοινή τους συμβίωση σε μια κοινωνία θα ήταν πολύ δύσκολη. Ετσι, προτίμησε να κρατήσει τις ευχάριστες αναμνήσεις, από το να προχωρήσει παρακάτω και να οδηγηθούν στις συγκρούσεις. Δύσκολη απόφαση, αλλά γενναία και μάλλον η καλύτερη. Η σκηνή με το αεροπλάνο να απογειώνεται και τον Βόγλη να δακρύζει που την χάνει, σε συνδυασμό με την μουσική του Ξαρχάκου που ακούγεται παράλληλα, αφήνει έναν κόμπο στον λαιμό του θεατή, ίσως γιατί τελικά ανάλογες ιστορίες μπορεί να έχει ο καθένας να διηγηθεί. Μια άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος της ταινίας αφορά στο ότι το μεγαλύτερο μέρος της γυρίστηκε στο Μπατσί της Άνδρου, με υπέροχα ηλιοβασιλέματα, γραφικά σοκάκια, όμορφες παραλίες. Τους στίχους των τραγουδιών του Ξαρχάκου έχει γράψει ο Γιώργος Παπαστεφάνου, ενώ τα τραγούδια ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδου. Μαζί με τους Βόγλη, Λόμπεργκ, στο «Κορίτσια στον ήλιο» πρωταγωνιστούν ακόμα οι Κώστας Μπάκας, Μιράντα Μυράτ, Βαγγέλης Καζάν κ.α. Τη διανομή της ταινίας ανέλαβε η Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία παίχθηκε και στην μακρινή Ιαπωνία, τον Ιανουάριο του 1972. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας