«Οι ορφανοί»: Πρώτα «μίλησαν» τα πιστόλια

«Οι ορφανοί»: Πρώτα «μίλησαν» τα πιστόλια
Το Gazzetta διάβασε το βιβλίο «Οι ορφανοί. Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ» (Εκδόσεις Πόλις).

Οι νεκροί δεν μιλάνε, μόνο σε μια βάρκα πατάνε, ξαπλώνουνε και πάνε στην άλλη πλευρά. Τη μαύρη, κρυστάλλινη, θάλασσα διασχίζουν και στις ρυτίδες του νερού αφήνουν την ιστορία τους, τη ζωή τους, τη σάρκα τους, το κλάμα, το γέλιο, το θαύμα και το πιστόλι τους. Δεν υπάρχου λόγια, δεν υπάρχουν αδιάψευστοι μάρτυρες και ακλόνητα ντοκουμέντα για το «πώς» και το «γιατί» του εγκόσμιου βίου τους. Ο μύθος υπερισχύει και φτιάχνει τον δικό του χώρο και χρόνο. Όσο πιο ισχυρός όμως, τόσο πιο κοντά στην αλήθεια του προσώπου φτάνει. Κανείς δεν θα πει γι’ αυτό ότι το ήξερε, αλλά και κανείς δεν θα πει ότι δεν είχε ακούσει γι’ αυτό.
Το λογοτεχνικά πορτρέτα ανθρώπων που δεν είδαμε, δεν ζήσαμε και ελάχιστα ακούσαμε γι’ αυτούς, είναι η ελευθερία και η ειλικρίνεια προσωποποιημένη. Βλέπεις και διαβάζεις το ραγισμένο είδωλο και χάνεσαι στη γοητεία του αγνώστου, στον τόπο τον αφιλόξενο μα και κάπως γνώριμο. Και ο συγγραφέας που έχει ταλέντο δεν αποτυπώνει μόνο τα ψήγματα αλήθειας, αλλά εξηγεί και διατηρεί τα ψέματα και τις φήμες που έσωσαν τον βιογραφούμενο από τη λήθη και την απαξίωση. Ο Ερίκ Βυϊγιάρ είδε μια εικόνα και έγραψε για την εποχή, τον κόσμο, τους ανθρώπους της. Έγραψε και μας έδειξε ποιοι είναι «Οι Ορφανοί. Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ» (Εκδόσεις Πόλις).

Τα ελάχιστα μας οδηγούν στα πολλά


Το βιβλίο του γάλλου συγγραφέα αφηγείται τη ζωή του Μπίλι δε Κιντ και των συντρόφων του και διαβάζεται με πάθος και ευχαρίστηση. Ο Βυϊγιάρ είναι τόσο καλός στο να αναδεικνύει εποχές, πρόσωπα και καταστάσεις που ζουν στο ημίφως (εδώ σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι), που σε κάνει συμμέτοχο της τότε κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής ζωής. Η γραφή του εστιάζει στη στάση των σωμάτων και στα τοπία των σκέψεων που δεν ειπώθηκαν αλλά εκπληρώθηκαν. Ο λόγος του είναι αντικειμενικός, ευχάριστος, ειρωνικός, δίκαιος. Ό,τι διαβάζετε είναι αυτό ακριβώς. Αν υπάρχουν κρυφά νοήματα τα έχει βρει, τα έχει καθαρίσει από αχρείαστες πολυπλοκότητες και τα έχει δώσει όπως είναι: αληθινά και στην ακριβή τους διάσταση.
Σε αυτή τη μυθιστορηματικά φτιαγμένη βιογραφία βρίσκουμε τα ελάχιστα που αφορούν τον θρύλο του Μπίλι δε Κιντ και τους συντρόφους τους και βλέπουμε τα πολλά και σημαντικά που αφορούν τις ΗΠΑ από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου. Στην ουσία η ζωή του διάσημου πια ντεσπεράντο είναι ο ξεναγός, ο οδηγός μας σε κάτι μεγαλύτερο που μας αφορά και που τον αφορούσε και τον ίδιο χωρίς να το καταλαβαίνει. Ο Βυϊγιάρ ενώνει τον προσωπικό μύθο με την αλήθεια της ιστορίας, της πολιτικής, της κοινωνίας και εμείς απλά του λέμε «respect».

Ορφανοί εξώφυλλο

«Ο νεκρός» του Τζάρμους


Όσο διαβάζουμε αυτό το βιβλίο, τόσο μας έρχεται ο κόσμος του Τζιμ Τζάρμους και «Ο νεκρός» με τον Τζόνυ Ντεπ. Και εδώ υπάρχει ποίηση και εδώ υπάρχει μουσική και θα μπορούσε να είναι το Νηλ Γιανγκ και εδώ υπάρχει το μυστικιστικό, το απόκοσμο, το ανατρεπτικό, το σαρκαστικό. Ο Βυϊγιάρ κατάλαβε πολύ καλά γιατί ο Μπίλι δε Κιντ πέθανε νέος και φτωχός στα 21 του: είναι η παιδικότητα και η νιότη που σπαταλήθηκαν για ένα ζεστό χάδι, για μια συντροφιά και για μια χούφτα δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπίλι και οι σύντροφοι του, αυτοί που έστησαν συμμορίες, έγιναν στρατός, στα τέλη του 19ου αιώνα, στα χέρια των μεγάλων γαιοκτημόνων. Οι νεαροί του περιθωρίου έγιναν οι μισθοφόροι των «ευυπόληπτων» επιχειρηματιών που ήθελαν γη, χρήματα και τους Ινδιάνους εκτοπισμένους από τα εδάφη τους, εκδιωγμένους, δολοφονημένους. Και όταν η δουλειά έγινε, η «Δημοκρατία» ανέλαβε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον Μπίλι δε Κιντ.
Ο Βυϊγιάρ ξεκινά από μια φωτογραφία και από τον πρώτο φόνο του Μπίλι και με επιμονή και σεβασμό εμφανίζει τη γυμνή, ελάχιστη, αλλά αποτελεσματική, αλήθεια. Η αφήγησή του κινείται με ακρίβεια, τα λόγια του είναι εύγλωττα και η σκιαγράφηση προσώπων, καταστάσεων και μύθων μπολιάζεται με την έρευνα και το σαρκαστικό, οξύ πνεύμα του Γάλλου. Η μετάφραση της Στύλβας Πράσσου ακολουθεί τον μετρημένο και διαρκώς προσαρμοζόμενο στις εξελίξεις λόγο του Βυϊγιάρ.

@Photo credits: eurokinissi