Μακρόνησος: Ο τόπος μαρτυρίου και λοιμοκάθαρσης που κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος
Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου και τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του, το νησί λειτούργησε ως τόπος εξορίας και καταναγκαστικής «αναμόρφωσης» για χιλιάδες στρατιώτες και πολίτες, κυρίως με αριστερές ή κομμουνιστικές πεποιθήσεις. Από τον Απρίλιο του 1947, η Μακρόνησος χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για την απομόνωση πολιτικών κρατουμένων και λιποτακτών, με σκοπό την ιδεολογική τους «επανένταξη».
Τον Οκτώβριο του 1949 συστάθηκε επίσημα ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (ΟΑΜ), ο οποίος παρέμεινε ενεργός έως το 1955. Οι διώξεις και οι εξορίες στο νησί συνεχίστηκαν και κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια, με ευθύνη των κυβερνήσεων της περιόδου.
Το νησί, που υπήρξε σύμβολο διώξεων και βασανισμών, αναγνωρίστηκε το 1989 από την τότε Υπουργό Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, ως ιστορικό μνημείο της περιόδου του Εμφυλίου. Από τότε, οι εγκαταστάσεις και τα κτίρια των στρατοπέδων προστατεύονται θεσμικά από αλλοιώσεις και παρεμβάσεις.
1922-1923: Λοιμοκαθαρτήριο προσφύγων υπό απάνθρωπες συνθήκες
Πριν μετατραπεί σε στρατόπεδο εξορίας, η Μακρόνησος είχε ήδη γνωρίσει ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας της, καθώς από το 1922 έως το 1923 λειτούργησε ως λοιμοκαθαρτήριο για δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Μετά τη μαζική εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, η Μακρόνησος χρησιμοποιήθηκε από το ελληνικό κράτος ως χώρος «υγειονομικής απομόνωσης», όπου οι πρόσφυγες –σε μεγάλο βαθμό Πόντιοι και Μικρασιάτες– κρατούνταν για απολύμανση πριν προωθηθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η παραμονή τους στο νησί, όμως, χαρακτηρίστηκε από ακραία ταλαιπωρία και άθλιες συνθήκες διαβίωσης, που οδήγησαν σε μαζικούς θανάτους.
Ο Τύπος της εποχής κατέγραφε με δηκτικό τρόπο τα γεγονότα, ενώ ακόμα και διεθνή μέσα, όπως το National Geographic, καταγράφουν την τραγική αυτή πτυχή: στο τεύχος του Νοεμβρίου 1925 δημοσιεύεται φωτογραφία με 6.000 πρόσφυγες από την Τραπεζούντα, που μόλις είχαν φτάσει στο νησί.
Η Μακρόνησος υπήρξε, έτσι, ήδη από τη δεκαετία του ’20 ένας τόπος πόνου, σιωπηλής τραγωδίας και εγκατάλειψης για χιλιάδες ξεριζωμένους ανθρώπους.
Η ιστορία από τον Δήμο Κέας
«Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ακολουθεί η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Η Μακρόνησος αποτελεί μία από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του. Το 1947 εξορίζονται εκεί όλοι οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες με «ύποπτα φρονήματα», επανδρώνοντας τα τρία ειδικά τάγματα οπλιτών (Α΄ ΕΤΟ, Β΄ ΕΤΟ, Γ΄ ΕΤΟ). Το 1948 δημιουργείται το 4ο τάγμα στο οποίο μεταφέρονται οι πολιτικοί εξόριστοι. Σαν «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπως ονόμαζαν το Μακρονήσι, ο τρόμος και τα βασανιστήρια ήταν η μέθοδος για ιδεολογική αναβάπτιση η οποία θα δηλωνόταν με τη δήλωση μετάνοιας. Έλληνες βασάνιζαν Έλληνες. «Πατριώτες» βασάνιζαν Πατριώτες. Σε σκηνές ενός ατόμου ζούσαν τρεις. Οι δοκιμασίες πολλές και κυρίως αυτή της δίψας. Όταν δεν μπορούσε να φτάσει το καΐκι που μετέφερε νερό, τους έδιναν αλμυρό μπακαλιάρο... Απειλές, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί, βρίσκονταν στο καθημερινό πρόγραμμα με σκοπό να σκύψουν το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Όσοι δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας μεταφέρονταν στη χαράδρα του Α΄ ΕΤΟ κι από εκεί πέρναγαν στρατοδικείο. Όσοι υπέγραφαν, για να αποδείξουν την ανάνηψή τους, τους έβαζαν πέτρες στα χέρια και τους διέταζαν να λιθοβολήσουν τους αμετανόητους. Αυτούς που λίγο πριν μοιράζονταν τις ίδιες φοβίες».
Σύγχρονες αναφορές και τιμές
Το 2019, η Μακρόνησος κηρύχθηκε επισήμως αρχαιολογικός χώρος από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενισχύοντας τον συμβολισμό της ως τόπο μνήμης. Νωρίτερα, τον Αύγουστο του 2003, ο Μίκης Θεοδωράκης πραγματοποίησε τρεις συναυλίες στο νησί, τιμώντας τους ανθρώπους που εξορίστηκαν εκεί. Το 2020, ανεγέρθηκε μνημείο αποτελούμενο από πέντε χάλκινες φιγούρες, αφιερωμένο σε όσους βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν ή έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα της Μακρονήσου. Το έργο είναι δημιουργία του γλύπτη Μάρκου Γεωργιλάκη.
