Φερνάντο Πεσσόα: «Δεν υπάρχω»!

Φερνάντο Πεσσόα: «Δεν υπάρχω»!
Σαν σήμερα, το 1935, φεύγει από τη ζωή ένας εκ των κορυφαίων ποιητών, ένας δημιουργός που άνθισε μέσα στην… ανυπαρξία!

Εάν υπήρξε ποτέ συγγραφέας που ξεπέρασε το όνομα του, αυτός ήταν ο Φερνάντο Πεσσόα. Η παρατήρηση, αποτίμηση, αφορά τόσο το μεταφορικό όσο και το κυριολεκτικό πεδίο. Αν το σκεφτούμε καλύτερα, το δεύτερο προσπέρασε το πρώτο παρασέρνοντας το. Στα πορτογαλικά το Pessoa σημαίνει «Person», δηλαδή άτομο, πρόσωπο κι αυτό ήταν που ήθελε -και κατάφερε- να είναι. Τόσο στην ποίηση, όσο και την πρόζα, δεν δεχόταν πως υπήρξε ως ξεχωριστό άτομο. Σ’ ένα ποίημα του γράφει: Αρχίζω να γνωρίζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχω και συνεχίζει είμαι το κενό μεταξύ αυτού που θα ήθελα να είμαι και αυτού που οι άλλοι έχουν φτιάξει για μένα… Αυτός είμαι. Οριστικά. Ο Πορτογάλος επέμενε στην… ανυπαρξία του και στο έργο-ζωής «Το βιβλίο της ανησυχίας», σημείωνε: «Μέσα από τις εσκεμμένα ασύνδετες εντυπώσεις είμαι ο αδιάφορος αφηγητής της αυτοβιογραφίας μου χωρίς γεγονότα, της ιστορίας μου χωρίς ζωή. Αυτές είναι οι εξομολογήσεις μου κι αν δεν λέω τίποτα σ’ αυτές είναι επειδή δεν έχω κάτι να πω». Όλο αυτό μοιάζει -και είναι- με απρόβλεπτη βάση για ένα λογοτεχνικό έργο που σήμερα θεωρείται από τα κορυφαία του προηγούμενου αιώνα. Εάν ένας συγγραφέας δεν είναι τίποτα, δεν κάνει τίποτα, δεν έχει τίποτα να πει, τότε για τι μπορεί να γράψει;

Μούσα του η ακυρότητα


Η επεκτατική δύναμη της φαντασίας του Πεσσόα χρειάστηκε ελάχιστο ακατέργαστο υλικό. Ο Πορτογάλος ανήκει σε μια διακεκριμένη ομάδα συγγραφέων -όπως ο Τζιάκομο Λεοπάρντι και ο Σάμιουελ Μπέκετ- για τους οποίους η ακυρότητα ήταν μούσα. Και να, τα αγαπημένα του θέματα την αναδεικνύουν: η ματαιότητα των επιτευγμάτων, η γοητεία της μοναξιάς και ο τρόπος που η θλίψη χρωματίζει την αντίληψη μας για τον κόσμο. Η διορατικότητα πάνω στις θεματικές του δεν έγινε ανώδυνα. Δεν θα το ήθελε κιόλας διαφορετικά. Ο ίδιος έγραφε γι’ αυτό: «Να βρίσκεις την προσωπικότητα σου χάνοντας τη. Η ίδια η πίστη προσυπογράφει αυτή την αίσθηση του πεπρωμένου».
Γεννήθηκε στη Λισσαβόνα το 1888 και μετακόμισε στη Νότια Αφρική -σε ηλικία εφτά ετών- όταν ο πατριός του ορίστηκε πρόξενος της Πορτογαλίας στην πόλη Ντέρμπαν. Αρίστευσε στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα και το 1905 επέστρεψε στην πατρίδα του για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Μετά από δύο χρόνια όμως, λόγω μαθητικών κινητοποιήσεων, η πανεπιστημιούπολη έκλεισε και ο Πεσσόα εγκατέλειψε. Για το υπόλοιπο της ζωής του αφοσιώθηκε στο διάβασμα και στο γράψιμο, ενώ για την επιβίωση του εργάστηκε ως μεταφραστής επαγγελματικής αλληλογραφίας. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και πιθανολογείται ότι πέθανε παρθένος. Συμμετείχε σε διάφορα λογοτεχνικά εγχειρήματα και ένα απ’ αυτά, το περιοδικό «Ορφέας», ήταν το μέσο για να μάθει η Πορτογαλία τι εστί μοντερνισμός. Τον ίδιο, όμως, ελάχιστοι τον έμαθαν ζωντανό. Μάλιστα, όσο ζούσε εξέδωσε μόλις ένα βιβλίο!

Ήταν αναπόφευκτο ανθίσει


Ο Πεσσόα έμελλε να έχει συναρπαστική μετά θάνατον ζωή. Σαν άλλος προφήτης το είχε γράψει στο ποίημα «Εάν πεθάνω νέος»: Οι ρίζες μπορεί να είναι κρυμμένες στο έδαφος/όμως τα λουλούδια ανθίζουν στον ανοιχτό αέρα να τα δουν όλοι/Έτσι πρέπει να ναι. Τίποτα δεν μπορεί να το εμποδίσει. Ήταν, λοιπόν, αναπόφευκτο να ανθίσει. Μετά το θάνατο του ανακαλύφθηκε μπαούλο με 25 χιλιάδες χειρόγραφες σελίδες! Ο Πεσσόα έγραφε παντού και σ’ αυτή τη μαγική κρύπτη βρέθηκαν οι αποδείξεις του μεγαλείου του, τα αριστουργήματα που τον κατέστησαν τον κορυφαίο πορτογάλο λογοτέχνη. Δεν ήταν μόνος όμως και αυτό ενισχύει την πεποίθηση του περί απουσίας του! Το έργο του δεν γράφτηκε από ένα πρόσωπο, αλλά από τα πολλά πρόσωπα που δημιούργησε! Ο ίδιος τα ονόμαζε «ετερώνυμα» και ήταν τα επινοημένα alter ego του. Ακαδημαϊκοί και ερευνητές ανακάλυψαν 72 (!) όμως τρία ήταν που ξεχώρισαν και επηρέασαν τον ίδιο και τη δημιουργία του: Αλμπέρτο Καέιρο, Ρικάρντο Ρέις, και Αλβάρο ντε Κάμπος. Αν και για ορισμένους μελετητές, αναγνώστες, αυτό ήταν αχρείαστο και δύσχρηστο, εντούτοις ένα είναι σίγουρο: τα ετερώνυμα συνέβαλλαν στο να γίνει ένας εκ των κορυφαίων μοντερνιστών. Ο Πεσσόα υπήρξε από τους λίγους που δικαίωσαν τον λόγο του Όσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος υποστήριζε την «αλήθεια των μασκών».

Πηγή
-«Fernando Pessoa’s Disappearing Act» [newyorker]