Όταν χρειάστηκα οδική βοήθεια

Όταν χρειάστηκα οδική βοήθεια
Πέντε δημοσιογράφοι του Gazzetta θυμούνται τις φορές που χρειάστηκαν έναν από μηχανής θεό για να τους βγάλει από την δύσκολη θέση.

Η οδική βοήθεια είναι ό,τι πιο κοντινό στον superman υπάρχει στην καθημερινότητά μας. Εκεί που η ζωή μας κυλά αρμονικά, ενώ οδηγούμε το αυτοκίνητο ή την μοτοσυκλέτα μας, ένας εξωγενής παράγοντας (π.χ. λάστιχο, μηχανή, μπαταρία) αποφασίζει να φέρει τα πάνω κάτω και να μας αφήσει στην μέση του δρόμου.

Η ζημιά είναι συνήθως τόσο ξαφνική και απροειδοποίητη που μας φέρνει στα όρια της νευρικής κρίσης. Ακόμα κι αν έχουμε τις γνώσεις να την διορθώσουμε, εκείνη τη στιγμή δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και χρειαζόμαστε την βοήθεια μιας εξωτερικής δύναμης που θα επιδιορθώσει την βλάβη και θα μας βοηθήσει να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας.

Η οδική βοήθεια κάνει ακριβώς αυτό. Εμφανίζεται όταν όλα πια γύρω έχουν καταρρεύσει και με την τεχνογνωσία της δίνει τη λύση που χρειαζόμαστε ώστε να ηρεμήσουμε και να επιστρέψουμε στην κανονική ζωή. Η μόνη διαφορά της από τον superman είναι ότι δεν έρχεται αν δεν την καλέσεις. Μέχρι να αποκτήσει και αυτή την ικανότητα και ν’ αποτελεί τον απόλυτο υπερήρωα της καθημερινότητάς μας η Hellas Direct έχει δώσει στην Οδική Βοήθειά της μια άλλη σούπερ ικανότητα: αν κλείσεις σήμερα ετήσια ασφάλεια για το αυτοκίνητό σου, κερδίζεις 3 μήνες δώρο Οδική Βοήθεια. Πληρώνεις δηλαδή για τους 9 μήνες Οδικής Βοήθειας ενώ παίρνεις 12.

Αν δεν έχεις πειστεί ακόμα για το πόσο σημαντική είναι η οδική βοήθεια, διάβασε τις παρακάτω πέντε βιωματικές ιστορίες δημοσιογράφων του Gazzetta και θα καταλάβεις γιατί όλοι έχουμε ανάγκη από τον παραπάνω superman στη ζωή μας και γιατί η ασφάλεια αυτοκινήτου από την Hellas Direct θα σε σώσει αυτό το καλοκαίρι!

Με 40 βαθμούς ξεκίνησε για Ελαφόνησο η Κατερίνα

.

«Θα πάμε χωρίς air condition, χάλασε». Τα λόγια της φίλης μου της Ζωής στο τηλέφωνο την ημέρα της έναρξης των διακοπών μας έφτασαν στη δική μου γραμμή σαν είδηση-βόμβα. Ο υδράργυρος άγγιζε τους 40 βαθμούς και λίγο το σούπερ μάρκετ, λίγο η στάση για βενζίνη, λίγο η αργοπορία των μισών από την παρέα, ξεκινήσαμε για Ελαφόνησο από την Αθήνα γύρω στις 14.00 εκείνο το όμορφο – πλην καυτό – αυγουστιάτικο μεσημέρι του 2020. Τίποτα δεν θα μας χαλούσε το κέφι, όμως. Πηγαίναμε διακοπές με όλη την παρέα (σε άλλα αυτοκίνητα οι υπόλοιποι, οι τυχεροί) και ο ήλιος που έκαιγε δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο. Με τους καφέδες μας ανά χείρας, τα παράθυρα ανοιχτά και το ραδιόφωνο στο τέρμα, ήμασταν ήδη έτοιμες για τη βουτιά στην όμορφη παραλία του Σίμου. Αλλά μάλλον υπολογίζαμε χωρίς τον όποιο ξενοδόχο του camping. Το ύφος της οδηγού πάγωσε, η μουσική χαμήλωσε και άρχισε ο περίεργος διάλογος: «Ακούς κάτι;». «Όχι». «Μα αφού το ακούω, δεν το ακούς;». «Όχι, τίποτα», απαντούσα στην προσπάθειά μου να κάνω ότι είναι όλα καλά και να πείσω τον εαυτό μου ότι ένα λάστιχο δεν θα κατάφερνε να με χωρίσει από την όαση που κυνηγούσα.

Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Φλας, αλάρμ και τιμόνι όλο δεξιά λίγο πριν την Εθνική Οδό –ναι, ελάχιστα χιλιόμετρα πριν αφήσω αυτή την πόλη πίσω για να ζήσω τις διακοπές των ονείρων μου. Η εξήγηση ήταν απλή: πρόκα και μάλιστα μεγάλη. Το μακροβούτι έμοιαζε να απομακρύνεται μέχρι που η Οδική Βοήθεια έδωσε τη λύση. Με 35 βαθμούς (45 στο δικό μου μυαλό) και τη γιγάντια πρόκα στη ρόδα, το ότι φτάσαμε στον προορισμό μας την ίδια μέρα και με χαμόγελο, ήταν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εκείνου του καλοκαιριού. Ή μάλλον η μεγαλύτερη.

Ο Γιώργος ακόμα ντρέπεται για την πρώτη φορά που κάλεσε οδική βοήθεια

.

Eίμαι άσχετος από αυτοκίνητα. Πέρα από το να βάζω μπρος την μηχανή, να οδηγώ και να παρκάρω, δεν ξέρω τίποτα άλλο. Και όταν λέω τίποτα, εννοώ τίποτα.

Mε αυτό ως δεδομένο, ας μεταφερθούμε στο 2007. Τον Οκτώβριο, λοιπόν, εκείνης της χρονιάς αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο, ένα Mitsubishi Colt. Τον Δεκέμβριο είχα ήδη κάνει ζημιά (από κακά παρκαρίσματα) σε πόρτες, καθρέφτες και προφυλακτήρες που όπως θα μάθαινα αργότερα ανερχόταν στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 450 ευρώ. Πήγα σε ένα φανοποιείο που μου σύστησε ένα φίλος, άφησα το Colt και περίμενα τρεις μέρες μέχρι να επισκευαστεί.

Την μέρα που θα ήταν έτοιμο το αμάξι, είχε τα γενέθλια του ένας φίλος, ο οποίος αποφάσισε να τα γιορτάσει σε ένα εστιατόριο στην Γλυφάδα. Οπότε, για να μην πηγαινοέρχομαι Αμπελόκηπους (που έμενα τότε) -Άγιο Δημήτριο μόνο για το αμάξι, αποφάσισα να πάω στο φανοποιείο λίγο πριν κλείσει (εκείνη την μέρα για καλή μου τύχη θα έκλεινε στις 9 το βράδυ) και από εκεί να πήγαινα κατευθείαν στα γενέθλια.

Βάζω, που λέτε, τα καλά μου, πάω στον φανοποιό, πληρώνω και παίρνω το αμάξι. Στα 50 μέτρα από το φανοποιείο συνειδητοποιώ πως το παράθυρο του συνοδηγού είναι κατεβασμένο. Πατάω το κουμπί που υπάρχει από την πλευρά του οδηγού προκειμένου να το ανεβάσω, αλλά δεν ανεβαίνει. Το πατάω δεύτερη φορά, το ίδιο. «Τι διάολο! Για να ισιώσει την λαμαρίνα, έπρεπε να χαλάσει το παράθυρο;», σκέφτομαι εκνευρισμένος για τον φανοποιό και συνεχίζω τον δρόμο μου, μιας και η θερμοκρασία είναι αρκετά υψηλή για Δεκέμβριο.

Έλα, όμως, που λίγο αργότερα αρχίζει να ψιχαλίζει. Ανάβω τα αλάρμ και παρκάρω όπως όπως κάπου στην παραλιακή. Πατάω πάλι το κουμπί του παραθύρου από την πλευρά του οδηγού, τίποτα. Πατάω το κουμπί του παραθύρου από την πλευρά του συνοδηγού, τίποτα. Αρχίζω και εκνευρίζομαι και καταριέμαι τον φανοποιό που μου χε χαλάσει το παράθυρο. Τον παίρνω τηλέφωνο. Δεν το σηκώνει. Το ξαναπαίρνω. Το ίδιο. Παράλληλα, οι ψιχάλες έχουν αρχίσει να μετατρέπονται σε βροχή, η οποία έχει αρχίσει να μουσκεύει το αμάξι. Εκτός από το αμάξι μουσκεύει, όμως, κι εμένα αφού μην μπορώντας να βγάλω άκρη με το παράθυρο μέσα από το αμάξι, έχω βγει έξω και δίνω απαλές γροθιές στην πόρτα του συνοδηγού μπας και φτιάξει (!) το χαλασμένο παράθυρο, σαν ψυχίατρος που χτυπάει με το σφυράκι το γόνατο ασθενή του. Όταν τα παπούτσια μου έχουν γίνει πια λούτσα και τα νεύρα μου κρόσσια, μπαίνω ξανά στο αμάξι προκειμένου να σταματήσω να βρέχομαι. Πρέπει, όμως, να βρω έναν τρόπο να σταματήσει να βρέχεται και εκείνο. Στα 200 μέτρα βλέπω πως υπάρχει ένα κλειστό βενζινάδικο. Μπαίνω κάτω από το υπόστεγό του και προσπαθώ να βάλω τη σκέψη μου σε τάξη.

Τα δεδομένα εκείνη τη στιγμή έχουν ως εξής:

-Στα γενέθλια πλέον δεν μπορώ να πάω, αφού είμαι μούσκεμα.
-Τον φανοποιό δεν υπάρχει περίπτωση να τον βρω. Ακόμα, όμως, κι αν το βρω σιγά μην μου φτιάξει το παράθυρο στις δέκα το βράδυ.
-Ανεξάρτητα από το αν πάω στα γενέθλια, το παράθυρο πρέπει να φτιαχτεί. Όχι μόνο γιατί το αμάξι θα γίνει μούσκεμα, αλλά και γιατί δεν γίνεται να το αφήσω οπουδήποτε παρκαρισμένο με κατεβασμένο το παράθυρο χωρίς να μου το κλέψουν.

Κρατάω και με τα δύο χέρια το πρόσωπό μου. Είναι μούσκεμα. Δεν ξέρω, όμως, αν είναι μούσκεμα από την βροχή ή από τα δάκρυα, μιας και έχω αρχίσει και κλαίω από τα νεύρα μου. Ενώ προσπαθώ να βρω μια λύση περνάει από μπροστά μου το όχημα μιας οδικής βοήθειας. «Αυτό θα κάνω», σκέφτομαι και τηλεφωνώ στην οδική βοήθειά μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς τους λέω στο τηλέφωνο, πάντως σε μισή ώρα έρχονται με ένα ρυμουλκό.

Τους περιγράφω ξανά πως έχει η κατάσταση και μπαίνω στο αυτοκίνητο με τον ένα από τους δύο ανθρώπους της οδικής βοήθειας για να του δείξω τα κουμπιά που πατάω, αλλά το παράθυρο δεν ανεβαίνει. Παράλληλα βρίζω και τον φανοποιό που μου «χάλασε» το αυτοκίνητο. Ενώ, συνεχίζω να μιλάω, ο άνθρωπος της οδικής δείχνει να μην δίνει πια σημασία στα λεγόμενά μου και αρχίζει να ψαχουλεύει ο ίδιος τα κουμπιά. Ενώ συνεχίζω να λέω τα δικά μου, βλέπω ως δια μαγείας το παράθυρο να ανεβαίνει. Γυρίζω το βλέμμα μου στον άνθρωπο με έκπληξη, χωρίς να λέω τίποτα. Εκείνος, δαγκώνεται και λέει όσο πιο συγκαταβατικά μπορεί: «εεε, είχατε πατημένο το κουμπί για το κλείδωμα του παραθύρου». Συνεχίζω να τον κοιτάω βουβός. «Όσο έχετε πατημένο το συγκεκριμένο κουμπί κανένα παράθυρο του αυτοκινήτου δεν μπορεί να ανέβει ή να κατέβει», συνεχίζει στον ίδιο συγκαταβατικό τόνο που με κάνει να αισθάνομαι ο πιο χαζός άνθρωπος στον κόσμο (μάλλον εκείνη τη στιγμή ήμουν). Κατεβάζω το κεφάλι. Με χτυπάει ακόμα πιο συγκαταβατικά στον ώμο, ανοίγει την πόρτα του Colt και φεύγει.

Μένω άλλη μια ώρα στο βενζινάδικο προσπαθώντας να διώξω από πάνω μου την ντροπή. Δεκατέσσερα χρόνια μετά δεν είμαι σίγουρος ότι το έχω καταφέρει. Τουλάχιστον θα έχω 3 μήνες δώρο οδική βοήθεια από την Hellas Direct από τη στιγμή που θα κάνω ασφάλεια ενός έτους στο αυτοκίνητό μου.

Όταν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει για την Κάτια

......

Τι μπορεί να πάει στραβά, μετά από μια καλή βραδιά; Μα, φυσικά, να χαλάσει το αυτοκίνητό σου! Ήταν αρκετές οι φορές θυμάμαι που γυρνούσαμε με τον Γιώργο Κούβαρη από την δουλειά και έλεγε πάντα για το αυτοκίνητό του «να εύχεσαι να μην μας αφήσει, να εύχεσαι να μην μας αφήσει». Δεν είχα καταλάβει καλά τι πρόβλημα είχε, αλλά είχε. Και φυσικά θα «μέναμε», όταν θα το χρειαζόμασταν περισσότερο. Ήταν 16 Αυγούστου 2019, ένα ωραίο καλοκαιρινό βράδυ και καλύπταμε το τουρνουά «Ακρόπολις». Είχαμε απολαύσει δύο ωραίες ματσάρες (Σερβία-Τουρκία 87-72 και Ελλάδα-Ιταλία 83-63), είχαμε δει και τον Γιάνναρο και «χορτασμένοι» πια, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Ή και όχι... Πηγαίνοντας στο πάρκινγκ του ΟΑΚΑ και σχολιάζοντας όσα ωραία είχαμε δει, τον άκουσα να λέει πάλι με ανησυχία «να εύχεσαι να πάρει μπρος!».

Και φυσικά δεν πήρε ποτέ (και κάπου εκεί εγώ σκεφτόμουν τον νόμο του Μέρφυ κι έκανα insta story για να δείξω το... δράμα που περνούσαμε). Η ώρα περίπου δώδεκα παρά, εγώ ονειρευόμουν πως και πως το καλό μου κρεβατάκι, αλλά το αυτοκίνητό είχε αποφασίσει ότι δεν ήθελε να πάρει μπροστά με τίποτα. Τηλέφωνα στο τηλέφωνα, ήρθε η Οδική Βοήθεια τελικά να δώσει τη λύση κι εγώ, έστω και λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκα σπιτάκι μου.

Έπαιξε τα λάστιχο μαύρο-κόκκινο ο Βασίλης

.

Στα είκοσι νιώθεις αθάνατος. Κάνεις bunjee jumping, πίνεις μερικά ποτήρια αλκοόλ παραπάνω, τρως φαγητό που έχει ξεμείνει δέκα μέρες το ψυγείο και μέσα σου έχεις την πεποίθηση πως τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά. Στα είκοσί μου ένιωθα ακριβώς έτσι. Όμως η αθανασία μου, δεν περιοριζόταν μόνο σε μένα, αλλά μεταβιβαζόταν και στα προσωπικά μου αντικείμενα, όπως το αυτοκίνητο μου.

Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι τα λάστιχα ενός αυτοκινήτου σκάνε. Έτσι από όταν οι γονείς μου μου πήραν ένα καινούργιο Corsa, εγώ περνούσα πάνω από τα χειρότερα σημεία που μπορεί να συναντήσει κάποιος στους αθηναϊκούς δρόμους. Όταν οι άλλοι οδηγοί έκαναν στο πλάι για να αποφύγουν μια λακκούβα, εγώ έπεφτα επίτηδες μέσα. Όταν οι άλλοι οδηγοί έκοβαν ταχύτητα πριν από σαμαράκι, εγώ γκάζωνα. Όταν οι άλλοι οδηγοί απεύφευγαν κάτι στο δρόμο που μπορούσε να τους κάνει κακό στα λάστιχα, εγώ περνούσα από πάνω του.

Εν τω μεταξύ, αφού έκανα όλα τα παραπάνω και τα λάστιχα μου δεν πάθαιναν τίποτα (προφανώς από τύχη και επειδή ήταν καινούργιο το αμάξι), θέριευε μέσα μου η πεποίθηση της αθανασίας τους.

Όλα αυτά μέχρι την Πρωτοχρονιά του 2009 που αποφάσισα να πάω στο καζίνο Λουτρακίου. Βρέθηκα από νωρίς να ταΐζω με δεκάευρα τη ρουλέτα για μαύρο-κόκκινο και με ψιλά τα «φρουτάκια». Μέσα σε δύο ώρες είχα χαλάσει τα 250 ευρώ που ήταν το χαρτζιλίκι μου για τον υπόλοιπο μήνα (το αίσθημα αθανασίας που λέγαμε). Μην έχοντας, λοιπόν άλλα λεφτά να ξοδέψω και αφού τίμησα δεόντως το μπαρ του καζίνο που εκείνες τις εποχές μπορούσες να πιεις όσο ήθελες εντελώς τσάμπα, πήρα τον δρόμο της επιστροφής (οι δυο φίλοι μου που με είχαν συνοδεύσει έφυγαν με άλλο αυτοκίνητο). Αφού μπήκα σε κάμποσες λακκούβες -έβρεχε εκείνη την Πρωτοχρονιά από το πρωί- και έφτασα τα λάστιχα αρκετές φορές στα όριά τους, αποφάσισα -για να νιώσω πιο αθάνατος- να επιστρέψω στην Αθήνα από την παλιά Εθνική.

Ο δρόμος ήταν κακοφωτισμένος και παρατημένος. Έτσι, δεν χρειάστηκε να κάνω πάνω από είκοσι χιλιόμετρα μέχρι που τα πίσω λάστιχα του Corsa δεν άντεξαν και λύγισαν σχεδόν ταυτόχρονα. Έσυρα όπως όπως το αμάξι μέχρι την ακριανή λωρίδα της Εθνικής κι έβγαλα το κινητό για να πάρω την οδική. Έλα, όμως, που δεν είχα μονάδες. Ίντερνετ στο κινητό εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε, ώστε να ειδοποιούσα με κάποιο άλλο τρόπο, οπότε έμεινα να περιμένω σε έναν θεοσκότεινο δρόμο, από τον οποίο περνούσαν ελάχιστα αμάξια, κάποιον να με βοηθήσει.

Πέρασαν τουλάχιστον τρεις ώρες πριν ένα περιπολικό με πλησιάσει. Οι αστυνομικοί είχαν την ευγένεια να καλέσουν για χάρη μου την οδική βοήθεια, αλλά επί την ευκαιρία αποφάσισαν να μου κάνουν κι ένα αλκοτέστ. Όταν οι άνθρωποι της οδικής άλλαξαν τα λάστιχα, δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να τα βάψω μαύρα. Γιατί μπορείς να είχαν πλέον λάστιχα, ωστόσο στην τσέπη μου είχα και μια κλήση γύρω στα 300 ευρώ.

Με σκασμένο λάστιχο στην Σαμοθράκη η Αιμιλία

.....

Σαμοθράκη, Ιούλιος του 2016. Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν το νησί και φυσικά είχα κάνει τον απαραίτητο προγραμματισμό μήνες πριν ώστε να εκμεταλλευτώ κάθε μέρα στο έπακρο. Πέρα από τις βουτιές στις παραλίες που είχαμε ξεχωρίσει και τις βόλτες στους οικισμούς του νησιού, το highlight των διακοπών μας θα ήταν η πεζοπορία στο όρος Σάος, ένα όνειρο ζωής για 'μένα (η πεζοπορία είναι το χόμπι μου από πολύ μικρή). Όταν έφτασε λοιπόν η μέρα που θα ξεκινούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας για τη συγκεκριμένη περιπέτεια, δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι μας περίμενε άλλη μια, ακόμα μεγαλύτερη. Στα μισά της διαδρομής, σε έναν χωματόδρομο που έπρεπε να διασχίσουμε με το αυτοκίνητο για να φτάσουμε στους πρόποδες του βουνού, πέσαμε σε μια μεγάλη λακκούβα και το ένα από τα λάστιχα έσκασε.

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν ο πανικός που νιώσαμε όλοι, τόσο γιατί κανείς μας δεν ήξερε πώς να το αλλάξει, όσο και γιατί δεν θέλαμε με τίποτα να πάει κάτι στραβά, ειδικά τη συγκεκριμένη μέρα. Κάποια στιγμή η κολλητή μου -που είναι παραδοσιακά η πιο ψύχραιμη της παρέας- είπε: «Καλά, γιατί τρελαίνεστε; Μπορούμε να πάρουμε την οδική βοήθεια». Ήταν όντως τόσο απλό. Μέσα σε λιγότερο από μια ώρα το αυτοκίνητό μας είχε γίνει σαν καινούργιο, εμείς ήμασταν έτοιμοι να συνεχίσουμε και στις αποσκευές μας είχε προστεθεί ακόμα μια εμπειρία που θα τη θυμόμαστε για πάντα.

Ακολουθήστε την σελίδα του InMotion στο Facebook!