bwin
 
 
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Πώς κρίνεις τη δουλειά του Μαρτίνς στον Ολυμπιακό

Πώς κρίνεις τη δουλειά του Μαρτίνς στον Ολυμπιακό

Πώς κρίνεις τη δουλειά του Μαρτίνς στον Ολυμπιακό

Ο Βασίλης Σαμπράκος επιχειρεί μια δεύτερη ανάγνωση στην αγωνιστική συμπεριφορά του Ολυμπιακού στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, η οποία δείχνει την αποτελεσματικότητα της μεθόδου του Πορτογάλου στην εκπαίδευση των ποδοσφαιριστών για την εφαρμογή των τακτικών του.

Τρεις μήνες από την ημερομηνία του πρώτου επίσημου αγώνα του στον πάγκο, ο Πέδρο Μαρτίνς είδε, την περασμένη Κυριακή, τον Ολυμπιακό που επιχειρεί να μοντάρει από το τέλος του καλοκαιριού, όταν πλέον είχαν ενσωματωθεί όλοι οι ποδοσφαιριστές, σε ένα ντέρμπι του οποίου η λήξη βρήκε το πέταλο των φανατικών φίλων του να “διώχνει” με τη συμπεριφορά του τους παίκτες που βρέθηκαν εκεί για να χειροκροτήσουν τους θεατές. Το ίδιο κοινό που αποτέλεσε μέχρι εδώ την κινητήριο δύναμη της ομάδας που φτιάχνει ο Μαρτίνς με τη συμπεριφορά του, με το ζεστό χειροκρότημα και τα συνθήματα παρότρυνσης και ενθάρρυνσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά από τη λήξη των αγώνων, εκδήλωσε το βράδυ της Κυριακής τη δυσφορία του. Δυσφορία που μπορεί να εξηγείται από την απογοήτευση που του προκάλεσε η απώλεια της νίκης επί του Παναθηναϊκού και η αύξηση της διαφοράς από τον πρωτοπόρο ΠΑΟΚ. Δυσφορία που κανείς την αντιλαμβάνεται ως φυσιολογική και την δικαιολογεί αν την αποδώσει στους παραπάνω δύο λόγους. Δυσφορία αδικαιολόγητη αν προκλήθηκε από την προσπάθεια των ποδοσφαιριστών και την δουλειά του προπονητή, διότι σε αυτούς τους δύο τομείς ο Ολυμπιακός έδωσε ένα σαφές και κατανοητό σημάδι καλής αγωνιστικής νοοτροπίας και καλής δουλειάς του προπονητή.

Τα προσπάθησε όλα απέναντι στον Παναθηναϊκό ο Ολυμπιακός. Και η προσπάθειά του, δηλαδή η αγωνιστική εικόνα του είχε καθαρά δείγματα αποτελεσματικής δουλειάς από τον προπονητή τόσο σε ζητήματα τακτικής όσο και στην διαχείριση των αγωνιστικών καταστάσεων από τους ποδοσφαιριστές. Απέναντι σε έναν αντίπαλο που έπαιξε με 3-4-3, ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς έβγαλε στο τερέν όλο το ρεπερτόριο των τακτικών επιλογών που προτείνει το εγχειρίδιο της προπονητικής σε μια ομάδα που παίζει με 4-2-3-1. Εψαξε να δώσει πλάτος στις επιθέσεις του, έβαλε ποικιλία με κάθετη ανάπτυξη και πλαγιοκοπήσεις ώστε να μη γίνει προβλέψιμος, έψαξε με μακρινές μεταβιβάσεις στο βάθος να εκμεταλλευτεί τις διαγώνιες κινήσεις των μεσοεπιθετικών του κάθε φορά που το ύψος της αμυντικής γραμμής του Παναθηναϊκού άφηνε χώρο για τέτοια επιλογή, ανέπτυξε γρήγορα επιθέσεις με “σπασίματα” και “κοψίματα” της μπάλας προκειμένου να δημιουργήσει ελεύθερους χώρους ώστε να φτάσει σε τελικές προσπάθειες από προνομιακές θέσεις. Στα μάτια κάποιου που μπορεί να διακρίνει στην αγωνιστική συμπεριφορά μιας ομάδας αν δουλεύει ή όχι αποτελεσματικά ο προπονητής της, ο Ολυμπιακός έβγαλε στο τερέν δουλειά αποτελεσματικού προπονητή. Διότι όλα όσα αναφέρω είναι παραπάνω από εύκολα στη θεωρία, πρόκειται δηλαδή για τις βασικές αρχές – ιδέες παιχνιδιού από τα προπονητικά εγχειρίδια της τακτικής στην επίθεση, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να εκπαιδεύσεις μια ομάδα προκειμένου αυτή να φτάσει στο επίπεδο να αποδίδει στο τερέν την τακτική με κινήσεις που μοιάζουν, σε συγχρονισμό και συντονισμό, αυτοματοποιημένες.

Γιατί όλα όσα έκανε ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς δεν έφεραν το αποτέλεσμα που θα έδειχνε το έργο του ως απολύτως επιτυχημένο το βράδυ της Κυριακής; Καθένας έχει μια άποψη, αλλά πριν από οτιδήποτε άλλο υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια: στο ποδόσφαιρο ο ορισμός της επίθεσης είναι η δουλειά που κάνει μια ομάδα με στόχο να δώσει στον σέντερ φορ και τους μεσοεπιθετικούς – στο 4-2-3-1, καλές ευκαιρίες για να σκοράρουν. Η βασική επιδίωξη του προπονητή, όπως ορίζεται στην προπονητική, είναι να σχεδιάσει επιθέσεις που είναι προσαρμοσμένες στα χαρακτηριστικά και τα προτερήματα του κεντρικού επιθετικού και των μεσοεπιθετικών. Το όραμα είναι να δημιουργηθούν ευκαιρίες για τον σέντερ φορ και τους μεσοεπιθετικούς. Ο Ολυμπιακός τις έφτιαξε για τον Χασάν, για τον Ποντένσε, για τον Φορτούνη, για τον Νάτχο. Τις έφτιαξε και για τον Χριστοδουλόπουλο, και για τον Σισέ, όταν αυτός έγινε φορ. Κάπου εκεί τελειώνει το κύριο μέρος της αποστολής, και συνεπώς και της ευθύνης του προπονητή κάθε φορά που εκπονεί ένα αγωνιστικό σχέδιο για ένα παιχνίδι. Η ευθύνη της τελικής ενέργειας, της τελικής προσπάθειας είναι του ποδοσφαιριστή, του εκτελεστή. Και, δεδομένου ότι συζητάμε για ποδοσφαιριστές που κάνουν πρωταθλητισμό και αμείβονται για πρωταθλητισμό, η συμπεριφορά τους στα τελειώματα, δηλαδή το επίπεδο της συγκέντρωσης, της ψυχραιμίας και της τεχνικής, της ποιότητας που βγάζουν κατά την εκτέλεση δεν είναι δουλειά του προπονητή. Δεν μπορεί, είναι φύσει αδύνατον να επηρεάσει ένας προπονητής την συμπεριφορά της ομάδας του στο στάδιο της τελικής ενέργειας.

Πόσα από τα παραπάνω αναλογίζεται ένας θεατής του γηπέδου προτού επιλέξει πώς θα σταθεί απέναντι στην ομάδα του μετά τη λήξη ενός αγώνα; Στην Ελλάδα, την χώρα του αποτελέσματος, όχι μόνο ποδοσφαιρικά, όσοι δίνουν σημασία σε όλα αυτά ή/και έχουν την κουλτούρα για να κάνουν βαθύτερες αναγνώσεις στον ποδοσφαιρικό αγώνα που παρακολουθούν αποτελούν την μειοψηφία. Στην μικρή κοινωνία αυτών που αμείβονται για να αναλύουν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και να κρίνουν τη δουλειά των ποδοσφαιριστών και των προπονητών όμως θα έπρεπε να αποτελούν την πλειοψηφία. Και δεν την αποτελούν. Κι αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημερινά προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Δεν έχω ιδέα αν ο Πέδρο Μαρτίνς θα αποδειχθεί αποτελεσματικός προπονητής στον Ολυμπιακό. Αλλωστε οι απαιτήσεις από έναν προπονητή στη σημερινή εποχή του ποδοσφαίρου δεν εξαντλούνται στη δουλειά που κάνει στο τερέν με τους ποδοσφαιριστές για την αποτελεσματική εφαρμογή των τακτικών του. Παίζουν το ίδιο μεγάλο ρόλο, και συνεπώς καθορίζουν την επαγγελματική μοίρα ενός προπονητή η ικανότητά του στην επιλογή ποδοσφαιριστών κατά τον σχηματισμό του ρόστερ, οι επιλογές που κάνει για την ενδεκάδα, η ψυχική και πνευματική προετοιμασία της ομάδας για ένα παιχνίδι, η αγωνιστική νοοτροπία του και το επίπεδο της ικανότητάς του να την εμφυσήσει στους ποδοσφαιριστές, η γενικότερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, η δημόσια στάση του. Γι' αυτό και είναι πολύ σύνθετη η απάντηση στην “θα πετύχει ο Μαρτίνς, έχει νόημα να τον περιμένει ο Ολυμπιακός;” ερώτηση. Και οι δημοσιογράφοι δεν έχουμε όλα τα στοιχεία που απαντούν στην ερώτηση, διότι δεν είμαστε καθημερινοί παρατηρητές της δουλειάς του. Αν όμως το κριτήριο για τη στάση που κρατά κάποιος απέναντι στον Μαρτίνς είναι η ποιότητα της δουλειάς που εμφανίζει στο τερέν, το δείγμα της περασμένης Κυριακής είναι παραπάνω από αρκετό ως ένδειξη που οδηγεί στην εκτίμηση ότι τρεις μήνες μετά το πρώτο του παιχνίδι ο Πορτογάλος έχει δείξει περισσότερα και καλύτερα πράγματα από όσα είχαν δείξει οι – πολλοί – προκάτοχοί του στη διάρκεια της προηγούμενης σεζόν, για να μην πω των τελευταίων 18 μηνών. Κι αν κανείς αναλογιστεί ότι τέτοιο ποδόσφαιρο, κυριαρχικό, ο Μαρτίνς κλήθηκε να το εμφανίσει για πρώτη φορά στην προπονητική ζωή του, δεδομένου ότι δεν είχε προηγούμενη εμπειρία σε μεγάλη ομάδα, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ο Ολυμπιακός είδε καλά τον καιρό που πίστεψε σε όσους του έλεγαν ότι ο 48χρονος Πορτογάλος έχει στοιχεία προπονητή μεγάλης ομάδας. Αν είναι ή όχι αυτές οι διαπιστώσεις αρκετές για να στηρίξει έναν προπονητή μια διοίκηση, θα το απαντήσει ο χρόνος.