Α.Ε.Κ. σημαίνει για πάντα προσφυγιά, τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά!

Α.Ε.Κ. σημαίνει για πάντα προσφυγιά, τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά!

Γιώργος Τσακίρης Γιώργος Τσακίρης
Α.Ε.Κ. σημαίνει για πάντα προσφυγιά, τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά!

bet365

Συμπληρώθηκαν 100 ολόκληρα χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή και όσοι καταγόμαστε από εκεί, οι γονείς και οι παππούδες μας κοινώς, πάντα νιώθουν τον ίδιο πόνο, την ίδια μόνιμη θλίψη...

Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω... Κάπως έτσι ξεκινάει γενικά η Ιστορία μας που δεν έχει τέλος, μόνο αρχή... Ακριβώς αυτές τις λέξεις θυμάμαι να χρησιμοποιεί η μητέρα μου, αλλά και οι υπόλοιπες κυρίες της οδού Σμύρνης (μιας απόλυτα προσφυγικής γειτονιάς) τους θερινούς μήνες στην υπέροχη Κρήτη και το πανέμορφο και λατρεμένο Ρέθυμνο, όταν επιχειρούσαν να μας μεταφέρουν όσα τους είχαν εξιστορήσει οι γονείς τους και οι μεγαλύτεροι για την υπέροχη Μικρά Ασία... Για τα πανέμορφα μέρη της στα παράλια και φυσικά για όσα από εκεί έφεραν σε τούτο τον τόπο και τον έκαναν πολύ καλύτερο, πιο όμορφο και σίγουρα περισσότερο καθαρό, με την υποχρεωτική άφιξή τους στη «μαμά» πατρίδα!

Η οποία βέβαια δεν αποδείχτηκε τόσο καλή... μητέρα στην υποδοχή των ξενιτεμένων παιδιών της. Αλλά για αυτό έχουν ευθύνη οι άνθρωποι και όχι οι τόποι... Οπότε μην αδικούμε την Ελλάδα και τις πόλεις που κλήθηκαν να υποδεχθούν αδέλφια και τους συμπεριφέρθηκαν σαν εχθρούς. Σε παιδιά της Ελλάδας, επαναλαμβάνω αδέλφια τους που βρίσκονταν αλλού, αλλά υποχρεώθηκαν να βιώσουν τον θάνατο, την απόλυτη απαξίωση, βιασμούς, λεηλασίες και τόσα ακόμη άθλια από τους Τούρκους που δεν μπορείς να αποδώσεις σωστά σε επίπεδο μεγέθους την απόλυτη φρίκη που βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι, τα αδέλφια μας ντε...

Σήμερα συμπληρώνονται 100 χρόνια Μικρασιατικής καταστροφής, του μεγαλύτερου ξεριζωμού Ελλήνων από τον τόπο τους και όσο περνάει ο χρόνος τόσο μεγαλώνει ο πόνος, η θλίψη, ακόμη και για εμάς που ΔΕΝ ζήσαμε εκεί ποτέ, δεν είδαμε καν τους τόπους των προγόνων μας και δεν θα τους γνωρίσουμε όπως ήταν ποτέ. Μέσα σε μία νύχτα άνθρωποι, δικοί μας και δικοί σας, υποχρεώθηκαν να χάσουν ΤΑ ΠΑΝΤΑ για το απόλυτο ΤΙΠΟΤΑ, ή έστω απλά για να ζήσουν. Διότι στο τέλος της ημέρας και της όποιας κουβέντας, η ζωή μετράει και τίποτα άλλο, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή και πάντα θα επιχειρεί ο άνθρωπος να επιβιώνει, έστω και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Όπως τότε, αλλά και τώρα για πολλούς ανθρώπους, που μπορεί να μην είναι Έλληνες, μα είναι αδέλφια μας... Ή τουλάχιστον έτσι θα ήθελα να το αισθανόμαστε όλοι μας αυτό. Για κάθε μετανάστη, πρόσφυγα, για κάθε συνάθρωπό μας που βρίσκεται από τη μία μέρα στην άλλη στο απόλυτο μηδέν έχοντας αποχαιρετίσει αγαπημένα του πρόσωπα, απωλέσει όλο τους το βιος και έχοντας χάσει πατρίδα, σπίτι και δυστυχώς τις περισσότερες φορές (αν όχι όλη) μέλη της οικογενείας τους! Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο σε επίπεδο φρίκης: θάνατοι με αισχρό τρόπο, βιασμοί, κλοπή, ξεριζωμός, προσφυγιά! Ειλικρινά δεν γίνεται να υπάρχει σα σκέψη κάτι χειρότερο αν και ο Χίτλερ και οι υποτακτικοί του ξεπέρασαν κάθε όριο φαντασίας φρίκης στην πορεία!

aek

Ανάθεμά σε προσφυγιά, ανάθεμά σε...

Κάθε τέτοια εποχή ανοίγω και προλαβαίνω να διαβάσω ξανά την αγαπημένη μου Διδώ Σωτηρίου και το αριστούργημά της, τα «Ματωμένα Χώματα», ένα βιβλίο έπος πραγματικά και όχι ένα άρρωστο εθνικιστικό μανιφέστο, διότι και τέτοια υπήρξαν και μάλιστα πολλά. Αναφέρει πολλά από πριν έως το τέλος... Όμως έχει σημασία ουσιαστική το κομμάτι που κλείδωσε η προσφυγιά και άρχισαν οι αφίξεις στην «μαμά» πατρίδα όπου τα εδώ παιδιά της υποδέχτηκαν τα αδέλφια τους σαν Τούρκους! «Στην Τουρκία μας αντιμετώπισαν και μας πολέμησαν γιατί ήμασταν Έλληνας και στην Ελλάδα μας υποδέχτηκαν σαν Τούρκους»!

Αυτή είναι η φάρα μας διαχρονικά, από πάντα, μη το ξεχνάμε... Αναφέρει σε απόσπασμα του παραπάνω βιβλίου η Διδώ Σωτηρίου (τόσο περιγραφικά που σε βάζει να το ζήσεις διαβάζοντάς το και μόνο): «Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ’ το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να ’μαστε τυφλοί και δεν ξέραμε πού θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν’ ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση: ''Απ' τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες'', ''μα, θα σας πληρώσουμε καλά, ανθρώποι του Θεού'', έλεγε η θεία Ερμιόνη. Μα εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους. ''Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να ’ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο'', έλεγε η κυρία Ελβίρα. ''Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άντρες μας''!».

Και συνεχίζει στο βιβλίο: «Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος* ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο, με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε. Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ’ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένο, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, τα λιμάνια, οι εκκλησίες, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι».

Έχει φυσικά και συνέχεια, καλύτερη: «Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού*, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου Και λογίζοντας τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους, με μια στάλα σιγουρία... Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σε ένα ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό.

Κοιμήθηκαν αποβδραδίς νοικοκυραίοι στον τόπος τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας. Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας*, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: ''Πρόσφυγες!''. Πού ν' ακουμπήσουν οι πρόσφυγες, Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;»!

Σας φέρνουν στο νου κάτι πολύ πρόσφατο αυτά; Σε τούτο το τόπο και πάλι με άλλους στη θέση των αδελφών μας που τότε τους συμπεριφέρθηκε η Ελλάδα σαν εχθρούς; Όπως πολλοί κάνουν το ίδιο τούτες τις μέρες; Βαφτίζουν τον πρόσφυγα σκοπίμως λαθρομετανάστη, μα πώς μπορούμε να βάζουμε ταμπέλα σε άνθρωπο δίπλα τη λέξη «λάθρο»! Υπάρχουν πολλοί, φασίστες και ζουν (από πάντα) ανάμεσά μας.

Μη τους αφήνετε να μας... λερώνουν: ΑΕΚ σημαίνει για πάντα προσφυγιά, τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά...!!!

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Γιώργος Τσακίρης
Γιώργος Τσακίρης