Ο δικός μας «Street Fighter»!

Βασίλης Σκουντής Βασίλης Σκουντής
Ο δικός μας «Street Fighter»!

bet365

O Νίκος Γκάλης θα στεφανωθεί απόψε δόξα και τιμή στο Naismith Memorial Basketball Hall of Fame και ο Βασίλης Σκουντής ξαναγράφει εν συντομία την ιστορία της ζωής του και συνάμα προσφέρει ένα ωραίο δωράκι!

Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου για να τύχει της ύψιστης τιμής, να απολαύσει τη δόξα της μετά βαΐων και κλάδων εισόδου του στο πάνθεον του μπάσκετ και να ρουφήξει αυτή τη στιγμή μέχρι το μεδούλι!

Για τον Νίκο Γκάλη η αποψινή νύχτα (θα) είναι όντως συγκλονιστική και θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη: στη δική του, αλλά και στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου έθνους, που (λίγες ώρες πριν από τον αγώνα της Εθνικής με τη Λιθουανία και τριάντα χρόνια μετά τον θρίαμβο της «Επίσημης αγαπημένης» στο Ευρωμπάσκετ του 1987) θα τον καμαρώσει να περπατάει πάνω στο κόκκινο χαλί, συνοδευόμενος από τον Μπομπ Μακ Αντου και να στέκεται δίπλα στους μεγαλύτερους θρύλους της «πορτοκαλί θεάς».

Αργά τη νύχτα της Παρασκευής, λοιπόν, ο Νικ θα κοσμήσει την ανεκτίμητη πινακοθήκη του παγκοσμίου μπάσκετ και θα ανήκει και τύποις (διότι κατ’ ουσίαν έχει ήδη καταχωρηθεί) στην αφρόκρεμα του.

Ενάμιση μήνα μετά τα εξηκοστά γενέθλια του ο Γκάλης θα γράψει ιστορία ως ο όγδοος Ευρωπαίος που θα φιγουράρει σε αυτή την περίοπτη λίστα στην κατηγορία των παικτών μετά τον Σεργκέι Μπέλοφ (1992), τον Κρέζιμιρ Τσόσιτς (1996), τον Ντράζεν Πέτροβιτς (2002), τον Ντίνο Μενεγκίν (2003), τον Ντράζεν Νταλιπάγκιτς (2004) και τον Αρβιντας Σαμπόνις (2011).

Βεβαίως ο Γκάλης έχει ήδη ένα Hall of Fame στο παλμαρέ του: αυτό της FIBA στο οποίο εντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 2007, όταν εγκαινιάσθηκε ο θεσμός και άνοιξε η αίθουσα της φήμης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, με την ευκαιρία του Ευρωμπάσκετ που διεξαγόταν τότε στη Μαδρίτη.

Δέκα χρόνια αργότερα από την τελετή στη σκηνή του Ιδρύματος Πέδρο Φεράντιθ στο Αλκομπέντας της ισπανικής πρωτεύουσας, ο Γκάλης θα ξαναφορέσει τα καλά του και θα εκπληρώσει ένα (κατά δική του ομολογία) παιδικό όνειρο του, για την πραγματοποίηση του οποίου συνέβαλε αποφασιστικά ο άλλοτε προπονητής της Τρέισερ Μιλάνο, Νταν Πίτερσον, που το παλεύει εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια!

Εντέλει ο Νικ εδέησε να συμπεριληφθεί για πρώτη φορά στη λίστα των υποψηφίων το 2013, όταν επελέγη (από την κατηγορία των μη Αμερικανών παικτών) ο Βραζιλιάνος Οσκάρ Σμιντ.

Τέσσερα χρόνια αργότερα έλαβε το χρίσμα και η πλάκα είναι ότι η ένταξη του ανακοινώθηκε όχι σε μια τυχαία ημερομηνία, αλλά ένα Σάββατο πριν από πέντε μήνες...

Ένα Σάββατο που το ημερολόγιο έγραφε 1η Απριλίου, αλλά ευτυχώς η είδηση δεν ήταν πρωταπριλιάτικη φάρσα!

Το πρωτόκολλο της ετήσιας τελετής στο Σπρίνγκφιλντ ορίζει ότι κάθε νέος εισαγόμενος στο Hall Of Fame συνοδεύεται από ένα παλαιότερο μέλος και ο Νικ δεν σκέφτηκε πολύ για να επιλέξει τον (εισαχθέντα το 2000) Μπομπ Μακ Aντου, ώστε να αναβιώσουν κιόλας οι επικές μάχες τους στους αγώνες Αρης-Τρέισερ Μιλάνο στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας των 80s.

Παρεμπιπτόντως η είσοδος του Γκάλη στο Hall of Fame θα αποβεί ιστορική και συνάμα συγκινητική και για έναν δεύτερο λόγο : ο Γκάλης έχει να επισκεφθεί τη γενέτειρα του εδώ και είκοσι πέντε χρόνια!

Ο ίδιος μου είπε πριν από λίγο καιρό ότι είχε ταξιδέψει για τελευταία φορά το 1993, όταν πέθανε η μητέρα του, η Στέλλα, και επιστρέφει τώρα μαζί με τη σύζυγό του και φυσικά με την κόρη του, που έχει το ίδιο όνομα...

Παρεμπιπτόντως η μεγαλύτερη αδερφή του Γκάλη ζει μόνιμα στις ΗΠΑ και είναι το μόνο μέλος της οικογένειας την οποία δημιούργησαν ο Γιώργος και η Στέλλας Γεωργαλή που έχει ταξιδέψει στην Ελλάδα μετά το 1979, για να συναντήσει τον αδελφό της.

Απόψε ο Γκάλης θα νιώσει την τιμή, την υπερηφάνεια, τη συγκίνηση και την ανατριχίλα αυτής της ξεχωριστής στιγμής. Και όλα αυτά τα δυνατά συναισθήματα θα τα μοιραστούμε κι εμείς μαζί του, υποκλινόμενοι στο ταλέντο και στο μεγαλείο του, τα οποίο οι Αμερικανοί ανακάλυψαν και συνειδητοποίησαν πριν από σαράντα χρόνια, αλλά εμείς τα γευθήκαμε και τα καρπωθήκαμε πολύ περισσότερο.

Ο Γκάλης στο Hall of Fame λοιπόν...

Ένα άστρο λάμπει μέσα στη φωτολουσία της κοιτίδας του μπάσκετ, εκεί όπου στις 21 Δεκεμβρίου του 1891 ο Τζέημς Νέισμιθ επινόησε το μπάσκετ..

Ένας «Θεός» συγκατοικεί με τους ομόλογους του: ο «13ο Θεός του Ολύμπου» όπως αποκαλούνταν στον κολοφώνα της ακμής και της δόξας του και τούτο δεν ήταν το μόνο παρατσούκλι του...

Κουβάλαγε και άλλα όπως το «Gangster», το «Nick the Greek» το «Γκαλιέγκο» και ιδού σε παγκόσμια πρώτη, που λένε, το πρώτο του: «Ο μαχητής των δρόμων»!

Το «Street Fighter» του το κόλλησε ο προπονητής του στο Seton Hall, ο Μπιλ Ράφτερι θέλοντας με αυτό να αποδώσει τον δυνατό χαρακτήρα, τη θεληματικότητα και το πάθος που τον διέκριναν στα κολεγιακά χρόνια του.

Δεν ξέρω πώς προέκυψε αυτό το παρατσούκλι, αλλά την απάντηση μπορεί να τη δώσει ο ίδιος ο «νονός» του, ο οποίός θα είναι παρών στην τελετή. Πάντως ο Γκάλης ως «Street fighter» προηγήθηκε τόσο των ηρώων του ομώνυμου γιαπωνέζικου video game (1987), όσο και του Ζαν-Κλοντ Βαν Νταμ ο οποίος πρωταγωνιστούσε στην ομότιτλη ταινία που γυρίστηκε το 1994.

Ενόψει της αποψινής τελετής στο Σπρίνγκφιλντ, οι Αμερικανοί ζήτησαν τον περασμένο Ιούνιο από τον Γκάλη την «ιστορία της ζωής του» που θα εστιαζόταν περισσότερο στην κολεγιακή καριέρα του, αλλά παράλληλα θα αναφερόταν στην έλευση του στην Ελλάδα και στους μεγάλους σταθμούς της επαγγελματικής καριέρας του και επίσης θα περιελάμβανε κάποιες ξεχωριστές ατάκες παικτών και προπονητών.

Είχα το προνόμιο και την τιμή να μου ζητήσει ο Γκάλης να γράψω αυτό το κείμενο, με την πολύτιμη συνδρομή του συναδέλφου μου και πιστού φίλου του Νικ, Χρήστου Σαμαρά. Το άρθρο μεταφράσθηκε στα αγγλικά από τον Βασίλη Πουλάκο, ο οποίος κατά σύμπτωση σπούδασε και αυτός (κάμποσα χρόνια αργότερα) στο Seton Hall και όταν επέστρεψε στην Αθήνα ασχολήθηκε με το ρεπορτάζ μπάσκετ, το οποίο παράτησε εδώ και χρόνια για να αφοσιωθεί στην ηθοποιία.

Αυτή η συντομογραφημένη ιστορία της ζωής του Νίκου Γκάλη, βασισμένη και στις δικές του διηγήσεις, δημοσιεύεται στο ετήσιο περιοδικό που εκδίδει το Naismith Memorial Basketball Hall of Fame και περιλαμβάνει ανάλογα κείμενα για όλους τους εισαγόμενους.

Την παραθέτω εδώ ως μια ελάχιστη προσφορά στην αποψινή λαμπερή βραδιά του...

Ο μαχητής των δρόμων που έγινε... γκάνγκστερ και τον αποκαλούν Θεό!

Ο προπονητής του στο Seton Hall τον αποκαλούσε «Street Fighter» και μετά από σαράντα χρόνια ο Νίκος Γκάλης μπορεί να καυχιέται ότι επιβεβαίωσε μέχρι κεραίας το παρατσούκλι που του απέδωσε ο Μπιλ Ράφτερι.

Ένας μαχητής των δρόμων, ένας μαχητής των γηπέδων, ένας μαχητής της ζωής που αξιώθηκε να δει το κουβάρι της ζωής του να ξετυλίγεται από την αυλή ενός φτωχικού σπιτιού στο Νιου Τζέρσει, να περνάει από την Ελλάδα και να ξαναγυρίζει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού για να δεθεί στον ιστό των θρύλων του παγκοσμίου μπάσκετ.

Ασφαλώς, δεν είναι και μικρό πράγμα για τον γιο του φτωχού τσαγκάρη από τον Άγιο Ισίδωρο της Ρόδου να βλέπει το όνομα του να φιγουράρει στο Naismith Memorial Βasketball Hall of Fame!

Αυτό το κουβάρι ξετυλίγεται σαν παραμύθι εδώ και εξήντα χρόνια: από τις 23 Ιουλίου του 1957 όταν στο French Hospital του Μανχάταν ο Γιώργος και η γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ξεριζωμένη Στέλλα Γεωργαλή αγκάλιασαν για πρώτη φορά το τέταρτο παιδί τους, χωρίς να υποψιάζονται τι έγραφε το πεπρωμένο του...

Tι έγραφε στ' αλήθεια αυτό το πεπρωμένο; Ότι θα αναγορευόταν βασιλιάς του μπάσκετ και μάλιστα κάποιοι θα τον αποκαλούσαν Θεό!

Ο Νικ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε στο Νιου Τζέρσει, όπου μετακόμισαν οικογενειακώς και μυήθηκε στα σπορ από μικρό παιδί. Στην αρχή ασχολήθηκε με το μποξ, βαδίζοντας στα χνάρια του πατέρα του, αλλά το παράτησε επειδή η μητέρα του του έβαζε τις φωνές κάθε φορά που γύριζε στο σπίτι με αίματα στο πρόσωπο.

Στη συνέχεια πέρασε από το αμερικάνικο ποδόσφαιρο και το μπέιζμπολ, αλλά εντέλει τον μαγνήτισε το μπάσκετ το οποίο τον δελέασε όταν ήταν 12 χρονών και ενώ, όντας επηρεασμένος από την προσσελήνωση του «Απόλλων 11», ονειρευόταν να βαδίσει στα χνάρια του Νιλ Αρμστρονγκ και να γίνει αστροναύτης!

Εκείνη την εποχή ο Γκάλης ήταν ένα παιδί που προσπαθούσε να βρει σε ποιο μονοπάτι θα περπατήσει. Του άρεσε ως ήρωας ο «Superman» και σύντομα συνειδητοποίησε ότι όφειλε να τον υποδύεται στα ανοικτά γήπεδα του Νιου Τζέρσεϊ, όπου εμφανιζόταν απρόσκλητος και έπρεπε να στέκεται ανταγωνιστικά και να επιβιώνει απέναντι σε μεγαλύτερους σε ηλικία από αυτόν.

Τότε ήταν η πρώτη φορά που χωρίς να το υποψιάζεται αποδείκνυε σε πρώιμο στάδιο αυτό το οποίο έμελλε να γίνει αργότερα: ένας αληθινός overachiever!

Με το που έπαιξε για πρώτη φορά μπάσκετ ο «Γκάνγκστερ» δεν ξεκόλλησε από τα play grounds. Ξημεροβραδιαζόταν εκεί και χάρη στη δύναμη, στην ταχύτητα και στο ταλέντο του κατάφερε να σταθεί όρθιος και να επιβληθεί.

Προερχόμενος από μια φτωχική οικογένεια, ήξερε ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει πολύ επίμονα και σκληρά για να βρει τον δρόμο του, ακόμη και μέσα στα χιόνια που ο ίδιος τα φτυάριζε κάθε πρωί για να μπορέσει να βγει από την πόρτα του σπιτιού του!

Από τις πρώτες δοκιμασίες στα ανοικτά γήπεδα και αργότερα, όταν εντάχθηκε στο λύκειο του Union Hill, ο Νικ έδειξε ότι είχε το μπάσκετ μέσα στο αίμα του. Ήταν ανέκαθεν καλός σουτέρ και δεινός σκόρερ, αλλά επειδή υστερούσε σε ύψος, έπρεπε να βελτιώσει την ταχύτητα και το άλμα του, ώστε να μπορεί να επιβιώνει στις μονομαχίες.

Όσο περνούσε ο καιρός ο Νικ, βελτίωνε την ικανότητα του στο τζαμπ σουτ, στις διεισδύσεις και στο παιχνίδι ένας εναντίον ενός, ενώ το χάρισμα του να καταργεί τον νόμο της βαρύτητας και να στέκεται στον αέρα, τον κατέστησε ακαταμάχητο και μετά από μερικά χρόνια έγινε ο εφιάλτης των αντιπάλων του.

Τότε το είδωλο του Γκάλη ήταν ο Γουόλτ Φρέιζερ, ο οποίος μεσουρανούσε με τους Νιου Γιορκ Νικς. O θαυμασμός του για τον «Clyde» δεν είχε να κάνει μόνο με το γεγονός ότι επί των ημερών του οι Νικς κατέκτησαν τα μόνα δυο πρωταθλήματα τους στο ΝΒΑ, αλλά και με το πολύ ιδιαίτερο αγωνιστικό στιλ και τον πλουραλισμό του Αμερικανού πόιντ γκαρντ.

Στο Union Hill ο Νικ είχε την τύχη να πέσει στα χέρια του μέντορα Μπιλ Μακ Κίβερ, ο οποίος επηρέασε σε σημαντικό βαθμό το αγωνιστικό προφίλ του. Συμπαίκτης του σε εκείνη τη γυμνασιακά ομάδα ήταν ο Σέρτζιο Μπαρντάι, με τον οποίο διατηρεί ακόμη επαφή. Από εκείνη την πρώιμη περίοδο της καριέρας του ο Γκάλης δεν θα ξεχάσει ποτέ την έκσταση που ένιωσε όταν σε έναν αγώνα κατάφερε να καρφώσει την μπάλα στο καλάθι!

Το 1975, μετά το λύκειο, ο Γκάλης εντάχθηκε στην πανεπιστημιακή ομάδα των Πειρατών του Seton Hall την οποία επέλεξε μολονότι είχε βολιδοσκοπηθεί από πιο φημισμένα κολέγια (North Carolina, Florida State) διότι δεν ήθελε να απομακρυνθεί από την οικογένεια και τους φίλους του. Εκεί πέρασε τέσσερα χρόνια, με προπονητή τον Μπιλ Ράφτερι, αγωνιζόμενος με το Νο 11 στη φανέλα στη θέση του πόιντ γκαρντ και διέπρεψε τόσο ως δημιουργός, όσο και ως εκτελεστής.

Οι σχέσεις του με τον Ράφτερι πέρασαν από μια δύσκολη φάση στην αρχή, διότι ο Νικ θεωρούσε ότι θα έπρεπε να παίζει βασικός στη θέση του πόιντ γκαρντ και όχι αναπληρωματικός ενός μεγαλύτερου σε ηλικία συμπαίκτη του. Μάλιστα ο θυμός και ο εγωισμός του τον έφεραν στα πρόθυρα της εξόδου, αλλά τότε παρενέβησαν δυο φίλοι του, ο Πατ Λιντς και ο Πίτερ Κρόους και τον μετέπεισαν λέγοντας του ότι σύντομα θα έρθει η ώρα του να παίξει βασικός και ότι η επιλογή του προπονητή είχε να κάνει με την τήρησης της ιεραρχίας.

Μετά από τρεις αγώνες ο Γκάλης έπαιξε για πρώτη φορά βασικός και από τότε δεν ξαναβγήκε από την πεντάδα.

Τη σεζόν 1978-79 ο «Street Fighter», όπως τον αποκαλούσε ο Ράφτερι, εκτίναξε τη φήμη του σε ολόκληρη την Αμερική, σκοράροντας κατά μέσο όρο 27.5 πόντους, επίδοση που τον κατάταξε στο Νο 3 πίσω από τον Λόρενς Μπάτλερ του Idaho State (31.0) και τον Λάρι Μπερντ του Indiana Sate (28.6).

Εκτός από τους 27.5 πόντους, στην τελευταία σεζόν του στο NCAA ο Γκάλης είχε μέσο όρο 3.5 ριμπάουντ και 3.7 ασίστ και ποσοστό ευστοχίας 57.6% εντός παιδιάς και 82. 6% στις βολές. Συνολικά καθ' όλη την κολεγιακή καριέρα του έπαιξε σε 107 αγώνες με μέσο όρο 15.4 πόντους, 2.4 ριμπάουντ, 3.8 ασίστ και ποσοστά 50% εντός παιδιάς και 81.7% στις βολές.

Στο Seton Hall ο Γκάλης έπαιξε μαζί με τον μετέπειτα συμπαίκτη του στον Αρη Χάουαρντ Μακ Νιλ, τον Νταν Καλαντρίγιο, τον Μαρκ Κόουλμαν, τον Κλαρκ Γιανγκ, τον Γκλεν Μόσλεϊ και τον Γκρεγκ Τάινς.

Το 1979 ο Γκάλης ανακηρύχθηκε κορυφαίος κολεγιακός παίκτης της μητροπολιτικής περιοχής της Νέας Υόρκης και του απονεμήθηκε το «Haggerty Award». Τον Μάρτιο έλαμψε στο All Star που διεξήχθη στο Λας Βέγκας, μαζί με τον Λάρι Μπερντ, τον Σιντνεϊ Μόνκριφ και τον Βίνι Τζόνσον μοιράζοντας οκτώ ασίστ σε ένα ημίχρονο και εντυπωσιάζοντας τους σκάουτερς των ομάδων του ΝΒΑ.

Δυστυχώς για το όνειρο του να παίξει στο ΝΒΑ ο ατζέντης του εκείνη την εποχή ασχολήθηκε περισσότερο με την προβολή του καινούργιου δίσκου της πελάτισσας του Νταιάνα Ρος, παρά με τον Γκάλη, ο οποίος εντέλει επιλέχθηκε στο Νο 68 του ντραφτ από τους Σέλτικς.

Σαν να μην έφτανε αυτό, υπέστη κιόλας μια θλάση πριν από την έναρξη του καμπ, έμεινε για δυο εβδομάδες εκτός προπονήσεων και ο προπονητής Μπιλ Φιτς αποφάσισε να μην περιμένει την αποθεραπεία του και να τον αφήσει εκτός ρόστερ. Εκείνη τη σεζόν οι Σέλτικς είχαν ως βασικούς στις θέσεις των γκαρντ τον Τίνι Αρτσιμπαλντ και Κρις Φορντ, με τον ρούκι Τζέραλντ Χέντερσον να έρχεται από τον πάγκο, ενώ μεσούσης της σεζόν προστέθηκε ο βετεράνος Πιτ Μάραβιτς.

Εκ των υστέρων θρυλείται ότι το μεγάλο αφεντικό των Σέλτικς, ο Ρεντ Αουερμπαχ είπε ότι «το μόνο μεγάλο λάθος της καριέρας μου ήταν ότι δεν υπογράψαμε τότε τον Γκάλη»!

Ο ίδιος ο Νικ πάντως έχει δηλώσει κατ' επανάληψη ότι δεν λυπάται που δεν κατάφερε να παίξει στο ΝΒΑ, θεωρώντας ότι «νιώθω γεμάτος και ευτυχισμένος με όλα αυτά που κατάφερα στην Ευρώπη». Προϊόντος του χρόνου και ενώ οργίαζε με τον Αρη δέχθηκε προτάσεις από τους Μπόστον Σέλτικς και τους Νιου Τζέρσεϊ Νετς, αλλά δεν υπέκυψε στον πειρασμό και αποφάσισε να παραμείνει στην Ελλάδα, αν και, όπως είπε κάποτε «θα μπορούσα να έχω μια αξιοσημείωτη καριέρα στο ΝΒΑ, παίζοντας απέναντι στους καλύτερους παίκτες του κόσμου».

Ο θόρυβος που προκάλεσε ο Γκάλης με τις επιδόσεις του στο NCAA είχε ως αποτέλεσμα να τον πιάσουν τα ραντάρ του ελληνικού μπάσκετ. Οι δυο κορυφαίες ελληνικές ομάδες, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός ενδιαφέρθηκαν να τον αποκτήσουν, αλλά στην τελική ευθεία τους πρόλαβε ο Αρης, που είχε αναδειχθεί πρωταθλητής την προηγούμενη σεζόν.

Ο έφορος της ομάδας Γιώργος Τσιλιγκαρίδης ταξίδεψε στο Νιου Τζέρσεϊ και με πολύ επιδέξιους χειρισμούς κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή του και να τον κουβαλήσει στη Θεσσαλονίκη. Πώς; Αφενός με το επιχείρημα ότι θα αγωνιζόταν στους πρωταθλητές Ελλάδος και αφετέρου με ένα εικόνισμα της Παναγίας που δώρισε στη μητέρα του Νίκου, Στέλλα, η οποία μάλιστα εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα υγείας.

Ο Γκάλης έφτασε στη Θεσσαλονίκη φορώντας μια καμπαρτίνα στις 29 Σεπτεμβρίου του 1979 και από το αεροδρόμιο πήγε κατ' ευθείαν στον οδοντίατρο, επειδή αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα με τα δόντια του και ήταν πρησμένος. Φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα του Αρη σε επίσημο αγώνα, στις 2 Δεκεμβρίου του 1979 οδηγώντας τους «κίτρινους» στη νίκη επί του συμπολίτη Ηρακλή με 79-78. Σε αυτό το ντεμπούτο του σκόραρε 30 πόντους και σφράγισε το αποτέλεσμα στα τελευταία δευτερόλεπτα με μια τάπα στον αντίπαλο πόιντ γκαρντ Σωτήρη Σακελλαρίου.

«Ησουν αγχωμένος και έχασες πολλά σουτ» του είπε ο συμπαίκτης του Βαγγέλης Αλεξανδρής και ο Γκάλης απάντησε: «Να ξέρεις ότι αυτά τα σουτ δεν θα τα ξαναχάσω ποτέ».

Την ίδια στιγμή ο γενικός αρχηγός του Αρη, Ανέστης Πεταλίδης, καυτηρίαζε τις αυστηρές κριτικές των δημοσιογράφων με μια φράση που αποδείχθηκε προφητική...

«Εκεί που σήμερα φτύνετε, αύριο θα γλείφετε»!

Όντως αυτά που πέτυχε ο Γκάλης τα επόμενα δέκα τέσσερα χρόνια είναι ιστορικά, μνημειώδη και ανεπανάληπτα σε όλα τα επίπεδα με αποτέλεσμα να λογίζεται από πολλούς ως ο κορυφαίος αθλητής όλων των εποχών στην Ελλάδα και ένας από τους μεγαλύτερους μπασκετμπολίστες στην Ευρώπη.

Με τον Αρη (1979-1992) κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα και έξι Κύπελλα Ελλάδος και έπαιξε σε τρία Φάιναλ Φορ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, ενώ με τον Παναθηναϊκό (1992-94) κατέκτησε ένα Κύπελλο και έπαιξε σε άλλο ένα Φάιναλ Φορ. Οδήγησε την Εθνική ομάδα της Ελλάδας στο θαύμα του χρυσού μεταλλίου στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 στο οποίο αναδείχθηκε MVP και στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1989.

Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ έντεκα φορές στο ελληνικό πρωτάθλημα δυο φορές στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, τέσσερις φορές στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και μια φορά στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.

Είναι πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στο ελληνικό Πρωτάθλημα (12.857 πόντοι σε 385 αγώνες, μέσος όρος 33.4), στο Κύπελλο Ελλάδος (1.511 πόντοι σε 46 αγώνες, μέσος όρος 32.8) και στην Εθνική ομάδα (5.129 πόντοι σε 168 αγώνες, μέσος όρο 30.5), ενώ παραμένει στο Νο 1 των σκόρερς των Κυπέλλων Ευρώπης με κριτήριο τον μέσο όρο (4.846 πόντοι σε 148 αγώνες, μέσος όρος 32.7). Επίσης αναδείχθηκε τέσσερις φορές κορυφαίος πασέρ του ελληνικού πρωταθλήματος και μία φορά στην Ευρωλίγκα.

Συνολικά σε 854 επίσημους αγώνες που έπαιξε με το Seton Hall, με τον Αρη, με τον Παναθηναϊκό και με την εθνική ομάδα της Ελλάδας σκόραρε 25.995 πόντους (μέσος όρος 33.4)

Τα ατομικά ρεκόρ του στο σκοράρισμα είναι 62 πόντοι στο πρωτάθλημα (Αρης-Ιωνικός Νικαίας), 532 πόντοι στο Κύπελλο Ελλάδος (Αρης-Πανελλήνιος), 57 πόντοι στα κύπελλα Ευρώπης (Αρης-Καρέρα Βενέτσια) και 53 πόντοι στην εθνική ομάδα (Ελλάδα-Παναμάς)

Αγωνίσθηκε πέντε φορές με τη μικτή Ευρώπης, αναδείχθηκε κορυφαίος Ευρωπαίος μπασκετμπολίστας το 1098 και κορυφαίος Ελληνας αθλητής το 1986 και το 1987.

Στις 13 Αυγούστου του 2004 ο Γκάλης έτρεξε ως πρώτος λαμπαδηδρόμος μέσα στο ΟΑΚΑ στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Τρία χρόνια αργότερα εισήχθη στο Hall of Fame της FIBA, ενώ η φανέλα του με το Νο 6 στον Αρη αποσύρθηκε σε μια λαμπρή και συγκινητική τελετή στις 7 Μαίου του 2013, στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο της Θεσσαλονίκης, το οποίο μετονομάσθηκε κιόλας σε Νick Gallis Hall. Στις 14 Ιουνίου του 2016 με απόφαση του πρωθυπουργού της Ελλάδας πήρε το όνομα Νίκος Γκάλης και το κλειστό γήπεδο των εγκαταστάσεων του ΟΑΚΑ.

Ο ίδιος ξεχωρίζει ως κορυφαία στιγμή της καριέρας του την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου με την Εθνική ομάδα στο Ευρωμπάσκετ του 1987, διότι «πετύχαμε κάτι αδιανόητο, που ξεπερνούσε ακόμη και τη φαντασία βγάλαμε όλους τους Ελληνες στους δρόμους για να πανηγυρίσουν και κάναμε το μπάσκετ εθνικό άθλημα».

ΜΠΙΛ ΡΑΦΤΕΡΙ

«Ο Νικ ήταν το Α και το Ω της ομάδας μας. Είχε πολύ ταλέντο, σπουδαία προσωπικότητα και ξεχώριζε απ' όλους τους υπόλοιπους παίκτες. Είναι κρίμα που δεν κατάφερε να παίξει στο ΝΒΑ, αλλά χαίρομαι πολύ για όλα όσα πέτυχε στην Ευρώπη». ΜΑΙΚΛ ΤΖΟΡΝΤΑΝ

«Νιώθω μεγάλη έκπληξη, διότι δεν περίμενα ποτέ ότι θα συναντήσω έναν τέτοιον παίκτη στην Ευρώπη»

ΝΤΡΑΖΕΝ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ

«Εάν εμένα με λέτε γιο του διαβόλου, τότε ο Γκάλης είναι ο ίδιος ο διάβολος»

ΑΡΒΙΝΤΑΣ ΣΑΜΠΟΝΙΣ

«Εάν ο Γκάλης θέλει να σκοράρει, θα το πετύχει, όποιος κι αν βρεθεί απέναντι του στην άμυνα»

ΒΟΙΤΣΕΚ ΚΡΑΪΟΦΣΚΙ

«Κάναμε τα σχέδια μας για το πώς θα μαρκάρουμε τους τέσσερις παίκτες του Αρη. Για τον Γκάλη κάναμε μόνο την προσευχή μας»

ΜΠΟΜΠ ΜΑΚ ΑΝΤΟΥ

«Αυτά που έπαθα παίζοντας απέναντι στον Γκάλη, δεν το είχα πάθει ούτε στις επικές μάχες των Λέικερς με τους Σέλτικς»

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΓΚΟΜΕΛΣΚΙ

«Του βγάζω το καπέλο. Ο Γκάλης είναι ο παίκτης του επόμενου αιώνα»

ΥΓ: Και τώρα το δωράκι που υποσχέθηκα στην εισαγωγή. Πρόκειται για το βίντεο το οποίο θα προβληθεί μόλις ο παρουσιαστής της εκδήλωσης καλέσει τον Νίκο Γκάλη στη σκηνή για να ανακηρυχθεί μέλος του «Naismith Memorial Basketball Hall of Fame». Ως ευ παρέστης «Street Fighter»!

Αφού λάνσαρε έναν καινοτόμο υπερπλήρη οδηγό για τη νέα σεζόν του ΝΒΑ, το Gazzetta ταξίδεψε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για ένα NBA Tour χωρίς προηγούμενο. Ο Αντώνης Καλκαβούρας θα βρεθεί σε έξι διαφορετικές πολιτείες των Η.Π.Α. ακολουθώντας τους πρωταθλητές Μιλγουόκι Μπακς του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Μείνετε συντονισμένοι, το περιεχόμενο θα είναι εντυπωσιακό!

 

Βασίλης Σκουντής
Βασίλης Σκουντής

H φήμη ότι βγήκε από την κοιλιά της μάνας του κρατώντας ένα στυλό κι ένα χαρτί ελέγχεται ως εντελώς αναληθής. Αντιθέτως είναι περίπου… αληθής η φήμη ότι στην πρώτη έκθεση του στο δημοτικό έβαλε τίτλο, υπότιτλο, φωτογραφία, λεζάντα και έδωσε χαρακτηρισμό γραμματοσειράς!
Τα νομικά βιβλία του Σάκουλα ενέμειναν απλώς στο ράφι, αλλά στις… σακούλες. Ο προορισμός υπήρξε μοιραίος και αναπόδραστος. Μετά από 32 χρόνια και με τα μαλλιά του να έχουν από ετών προτιμήσει την ταπείνωση από το θάνατο, ο Βασίλης Σκουντής ταλαιπωρεί τους γύρω του και τον εαυτό του, επιμένοντας να γράφει, άλλωστε είναι το μόνο που έμαθε να κάνει (πιστεύει καλά, αλλά κι αυτό παίζεται!) στη ζωή του. Αν και ενίοτε παρασπονδεί, εν τούτοις στις φλέβες του τρέχει πάντοτε πορτοκαλί αίμα, θεωρεί τον εαυτό του απόγονο του Homo Βasketikus και (περπατώντας στην πέμπτη δεκαετία της ενασχόλησης του με τη δημοσιογραφία) γουστάρει που ακόμη δεν βαρέθηκε να κάνει το χόμπι του!

ΥΓ: Αν μετά από τόσα χρόνια δεν τον βαρεθήκατε, εκτός από το gazzetta.gr μπορείτε να τον υποφέρετε ακόμη καθημερινά στο Goal News και στον Sentra FM 103.3