ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Η λογική της επιλογής του Κουάμε Βον

Η λογική της επιλογής του Κουάμε Βον

Η λογική της επιλογής του Κουάμε Βον

Η ορθότητα μιας επιλογής κρίνεται στη διάρκεια του χρόνου και αναλόγως του επιπέδου ανταπόκρισης του παίκτη. Στα χαρτιά όμως, η επιλογή του Κουάμε Βον φαίνεται να είναι η καλύτερη δυνατή που θα μπορούσε να κάνει ο Άρης δεδομένων των οικονομικών δυνατοτήτων του αλλά και των περιθωρίων που του έδινε η αγορά.

Παίξε νόμιμα με προσφορά ημέρας στα Virtual Sports (21+)!

Μεγάλη σημασία έχει να δει κανείς τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφάσισε ο Παναγιώτης Γιαννάκης αλλά και τους λόγους. Ο έμπειρος τεχνικός ήθελε από τον βασικό πλέι μέικερ α) να έχει ύψος τουλάχιστον 1.90μ. και β) να διαθέτει προϋπηρεσία στα ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα και δη σε διεθνείς διασυλλογικές διοργανώσεις. Ο Βον ανταποκρινόταν και στις δύο προϋποθέσεις καθώς είναι ένας ψηλός γκαρντ, είναι στην Ευρώπη από το 2013, ενώ πέρυσι αγωνίστηκε στο BCL στο οποίο παίζει και ο Άρης.

Ο Γιαννάκης ήθελε ψηλό γκαρντ διότι στο κεντρικό μέρος του μυαλού του βρίσκεται ένα σχήμα με τρεις κοντούς που θα έχουν τη σωματοδομή και την μπασκετική ικανότητα στην εναλλαγή ρόλων. Ο Κουάμε Βον είναι πλέι μέικερ αλλά μπορεί να ανταποκριθεί στη θέση «2» για κάποια αγωνιστικά λεπτά καθώς είχε αυτόν τον ρόλο στις προηγούμενες ομάδες του. Ο Γιάννης Αθηναίου επίσης παίζει και στις δύο θέσεις, ενώ ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Κάιλ Ουίβερ στην καριέρα του είναι το κομμάτι της δημιουργίας, καθόλου τυχαία εξάλλου έχει τουλάχιστον τρεις τελικές πάσες (κατά μέσο όρο) σε κάθε του σεζόν.

Ο Βον – ο οποίος αναμένεται την Παρασκευή(8/9) στη Θεσσαλονίκη – επιλέχθηκε γιατί έχει στοιχεία ηγέτη και είναι (αυτό που λένε οι Αμερικάνοι) clutch player καθώς είναι παίκτης του τελευταίου σουτ. Πέρυσι ο Άρης την πάτησε δύο φορές από τον Αμερικανό στους αγώνες με τους Σκαϊλάινερς της Φρανκφούρτρης καθώς τόσο στη γερμανική πόλη όσο και στο Nick Galis Hall, ο Βον έβαλε το τρίποντο που «σκότωσε» τους «κίτρινους».

Αν εμβαθύνει κανείς στο βιογραφικό του θα διαπιστώσει ότι η ευρωπαϊκή καριέρα του άρχισε από την Ιταλία, ενώ την περίοδο 2014-15 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος στο Ισραήλ με τη Μακάμπι Ραμάτ Γκαν έχοντας 26 πόντους ανά αγώνα. Το «περίεργο» σ’ αυτή την ιστορία είναι ότι το 2014 η ομάδα που είχε αποκτήσει τα δικαιώματα του παίκτη ήταν η Μακάμπι Τελ Αβίβ η οποία τον παραχώρησε στη Ραμάτ Γκαν. Και μετά από μια εντυπωσιακή σεζόν, η Μακάμπι αποφάσισε να μην ενεργοποιήσει το συμβόλαιό του για τη σεζόν 2015-16. Κι έτσι κατέληξε στην Άντβερπ από την οποία έφυγε (για πειθαρχικούς λόγους) την άνοιξη του 2016 για να κλείσει τη σεζόν στη Ναχαρίγια. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι ο Κέβιν Ντίλαρντ του ΠΑΟΚ ήταν ο αντικαταστάτης του Βον στην Άντβερπ! Και ο πρώτος (ουσιαστικά) αντίπαλος του σε επίσημο αγώνα στην Ελλάδα θα είναι ο Ντίλαρντ. Παιχνίδια της μοίρας…

Ο Βον είναι παίκτης που θέλει να έχει ελευθερία κινήσεων στο παρκέ κι αν δεν του αρέσει ο ρόλος του, είναι ικανός να εγκαταλείψει ένα υψηλό συμβόλαιο. Αυτό έκανε πέρυσι τον Οκτώβριο στη Βιλερμπάν. Ο προπονητής της γαλλικής ομάδας, Τζέι Ντι Τζάκσον, τον ήθελε για τη θέση του βασικού σούτινγκ γκαρντ, αλλά ο Βον είχε αντίθεση άποψη. Η φυσική του θέση είναι αυτή του πλέι μέικερ και μετά από πέντε αγώνες μετακόμισε στη Φρανκφούρτη και αντάμωσε με τον Γκόρντον Χέρμπερτ.

Τη σχέση του με τον Καναδό προπονητή… δεν τη λες και ήρεμη. Πέρασε κάποιες φουρτούνες, ο Χέρμπερτ μάλιστα τον είχε αποκλείσει από την ομάδα στον εκτός έδρας αγώνα με την Bakken Bears στη Δανία. Βέβαια ο Χέρμπερτ δεν διακρίνεται για την ικανότητά του στη διαχείριση χαρακτήρων, αυτό καταλάβαμε εξάλλου τη σεζόν (2007-08) κατά την οποία συνεργάστηκε με τον Άρη όπου ουσιαστικά ήρθε σε σύγκρουση με τη… μισή ομάδα.

Αν επίσης προσεγγίσουμε στατιστικά την επιλογή του Κουάμε Βον έχει αξία να σταθούμε στα εξής: Πέρυσι στο BCL σούταρε με 41.5% ποσοστό ευστοχίας και συνολικά στη σεζόν με 36%. Επίσης στο BCL είχε 4.5 ασίστ και 1,5 κλέψιμο κατά μέσο όρο, ειδικά το τελευταίο στοιχείο εκτιμήθηκε από τον Παναγιώτη Γιαννάκη καθώς είναι point guard που πιέζει στην μπάλα. Το αρνητικό στοιχείο είναι τα περίπου τρία λάθη που έκανε ανά αγώνα την περσινή χρονιά.