ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
TOP 10... ΛΙΜΠΕΡΟ (σέντερ μπακ)

TOP 10... ΛΙΜΠΕΡΟ (σέντερ μπακ)

TOP 10...  ΛΙΜΠΕΡΟ (σέντερ μπακ)

Όπως κάθε εβδομάδα, το gazzetta.gr παρουσιάζει τις επιλογές του για τους 10 κορυφαίους ανά θέση στο ποδόσφαιρο. Σειρά έχουν οι παλαιότεροι λίμπερο και οι νεότεροι σέντερ μπακ (όχι όμως στόπερ).

Το θέμα σηκώνει πολλή κουβέντα. Το 10 είναι μικρό νούμερο για να τους χωρέσεις όλους όσους  έχεις στην κούτρα σου. Αυτό όμως είναι που το καθιστά ξεχωριστό. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι το 10 το καλό, μα οι 10... οι καλύτεροι. Η αρχή έγινε με τους τερματοφύλακες, ακολούθησαν οι αριστεροί και δεξιοί αμυντικοί, οι στόπερ και τώρα σειρά παίρνουν οι παλαιότεροι λίμπερο και οι νεότεροι σέντερ μπακ (ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΣΤΟΠΕΡ). Εμείς επιχειρούμε μια –υποκειμενική– αξιολόγηση για τους κορυφαίους σε όλες τις θέσεις του ποδοσφαίρου...

Η ιστορία του λίμπερο
Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Φραντς Μπεκενμπάουερ ήταν εκείνος που δημιούργησε τη θέση του λίμπερο. Υπάρχει ωστόσο, ένας ιταλικός αστικός μύθος που διαφωνεί με αυτό το αξίωμα. Σύμφωνα με αυτόν λοιπόν, τα πάντα ξεκίνησαν από έναν τηλεοπτικό σχολιασμό αγώνα. Ήταν το 1960. Ο Ελένιο Ερέρα μόλις είχε αναλάβει την Ίντερ και εφάρμοσε το πρωτοποριακό για την εποχή 5-3-2, θέτοντας τον θεμέλιο λίθο για το διαβόητο Κατενάτσιο.

Σε εκείνη την πεντάδα της άμυνας, ο Αρμάντο Πίκι (ο σπουδαιότερος κεντρικός αμυντικός στην ιστορία των Νερατζούρι) έπαιζε πίσω από τους δύο στόπερ. Πίσω από τη γραμμή της άμυνας δηλαδή. Έπαιρνε συχνά πυκνά την μπάλα και έκανε παιχνίδι από τα μετόπισθεν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έφτανε μέχρι την αντίπαλη περιοχή ως κρυφός επιθετικός. Τότε λοιπόν ένας τηλεσχολιαστής που τον είδε να είναι μόνος του, παρασύρθηκε και φώναζε για να του δώσουν τη μπάλα: «Picchi e Libero, libero, libero» (σ.σ. ο Πίκι είναι ελεύθερος)!

Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να πει με βεβαιότητα. Πλέον η θέση άλλωστε που οι Άγγλοι ονόμασαν sweeper (σκούπα), δεν υφίσταται στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ίσως ο τελευταίος που την έπαιξε, να ήταν ο Ματίας Ζάμερ το 1997. Ουσιαστικά όμως ακόμα υπάρχει με κάποιον πλάγιο τρόπο και όχι εκείνον του παρελθόντος. Απλά όταν η άμυνα είναι με τέσσερις, ο ένας από τους δύο κεντρικούς συνήθως αναλαμβάνει το μαρκάρισμα του επιθετικού και ο άλλος είναι libero, ελεύθερος δηλαδή.

Όπως π.χ. ο Τραϊανός Δέλλας που δεν παίζει ποτέ μαν του μαν. Είναι σκούπα, καθαρίζει ό,τι περνάει από τον στόπερ και βγάζει και την ομάδα μπροστά. Οι λίμπερο ήταν πάντοτε παίκτες εγκεφαλικοί, τεχνίτες, σκόρερ και που μπορούσαν (και το έκαναν συχνά πυκνά) να παίξουν και ως αμυντικοί μέσοι.

10. ΡΟΝΑΛΝΤ ΚΟΥΜΑΝ
Οι περισσότεροι τον θυμούνται για τα τρομερά δυνατά φάουλ του, αλλά ήταν πραγματικά πολλά περισσότερα αυτά που προσέφερε στο γήπεδο. Με μια βολίδα πάντως έδωσε στην Μπαρτσελόνα το πειραματικό Τσάμπιονς Λιγκ του 1992 κόντρα στη Σαμπντόρια. Νωρίτερα το είχε κατακτήσει ως Πρωταθλητριών και με την Αϊντχόφεν (1988), την ίδια μάλιστα χρονιά που πανηγύρισε με την Εθνική Ολλανδίας το EURO. Γεννημένος πρωταθλητής σήκωσε ένα σωρό τίτλους και κυρίως οκτώ πρωταθλήματα (1 Άγιαξ, 3 Αϊντχόφεν), τα τέσσερα εξ αυτών σερί ως μέλος της Dream Team της Μπάρτσα του Κρόιφ. Με 193 γκολ σε 533 ματς πρωταθλήματος είναι ο πρώτος σκόρερ απ' όλους τους αμυντικούς όλων των εποχών.
 

9. ΜΑΤΙΑΣ ΖΑΜΕΡ
Θα μπορούσε να βρίσκεται ακόμα ψηλότερα στη λίστα. Είχε ωστόσο τρεις μεγάλες ατυχίες στην καριέρα του. Η πρώτη ήταν πως μέχρι το 1990 αγωνιζόταν στην Ανατολική Γερμανία. Η δεύτερη πως μέχρι το 1993 έπαιζε ως αμυντικός μέσος και η τρίτη και σημαντικότερη ότι ένας τραυματισμός στο γόνατο τον υποχρέωσε να αποσυρθεί μόλις στα 31 του (1998), τότε δηλαδή που ήταν στα καλύτερά του. Πήρε πέντε πρωταθλήματα (2 Διναμό Δρέσδης, 1 Στουτγκάρδη, 2 Ντόρτμουντ), αλλά απογειώθηκε όταν ο Ότμαρ Χίτσφελντ τον έβαλε το 1993 να παίξει λίμπερο. Τεχνίτης, πανέξυπνος, παθιασμένος, πραγματικά απογείωσε τη θέση, κατακτώντας το 1996 τη Χρυσή Μπάλα, αφού νωρίτερα είχε οδηγήσει τη Γερμανία στο EURO (δεύτερος το 1992). Έναν χρόνο αργότερα έκανε το ίδιο με την Ντόρτμουντ στο Τσάμπιονς Λιγκ και την αμέσως επόμενη σεζόν τραυματίστηκε. Το πρώτο του γκολ με την Ανατολική Γερμανία το είχε πετύχει κόντρα στην Ελλάδα σε φιλικό το 1988 και ήταν εκείνος που σκόραρε το τελευταίο της γκολ πριν από την ένωση των δύο Γερμανιών.
 

8. ΛΟΥΙΖΙΤΟ ΜΟΝΤΙ
Ήταν πραγματικά ο πρώτος που δίδαξε πώς παίζεται η θέση. Στα πρώτα χρόνια του ποδοσφαίρου, τότε που κανένας αμυντικός δεν τολμούσε να κουβαλήσει την μπάλα, εκείνος γινόταν από πλέι μέικερ ως κρυφός φορ. Εκπληκτική τεχνική για την εποχή του, συνδυασμένη με τρομερή σκληρότητα στα μαρκαρίσματα. Ήταν πραγματικός ηγέτης και έκανε το εξής απίστευτο. Έπαιξε με την Αργεντινή στον χαμένο τελικό (2-1 από την Ουρουγουάη) του πρώτου Μουντιάλ (1930) και τέσσερα χρόνια αργότερα (τον... προσηλύτισε ο Μουσολίνι) το κατέκτησε ως αρχηγός της Ιταλίας (2-1 την Τσεχοσλοβακία). Υπήρξε δηλαδή ο μόνος που αγωνίστηκε σε δύο τελικούς Μουντιάλ με διαφορετικές χώρες. Με την Αργεντινή πανηγύρισε επίσης ένα Κόπα Αμέρικα (1927) και το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Άμστερνταμ (1928). Σε συλλογικό επίπεδο επίσης είχε πολλές χαρές σε πρωταθλήματα με τις Ουρακάν (1), Σαν Λορέντζο (3), Γιουβέντους (4 σερί 1932-35).

7. ΛΟΡΑΝ ΜΠΛΑΝ
Το απίστευτο με αυτό τον τύπο είναι πως τα καλύτερά του τα έκανε αφότου τριαντάρισε. Μέχρι το 1996 που μετακόμισε στην Μπαρτσελόνα (1 Σούπερ Καπ, 1 UEFA 1997), είχε χαρεί το πρωτάθλημα με την Οσέρ και ένα Κύπελλο με τη Μονπελιέ. Ακολούθησαν ανά διετία οι παρουσίες σε Μαρσέιγ (14 γκολ σε 63 ματς), Ίντερ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όπου έκλεισε την καριέρα του ως πρωταθλητής Αγγλίας. Η σωματοδομή του μπορεί να μη θύμιζε ποδοσφαιριστή αλλά κουλτουριάρη ποιητή, αλλά ο τρόπος που διάβαζε το παιχνίδι ήταν μοναδικός. Αυτό ήταν που προσέφερε εκείνος στη Γαλλία που σήκωσε το Μουντιάλ του 1998 και το EURO του 2000. Επίσης το 1996 είχε βρεθεί στην κορυφαία ενδεκάδα του EURO, ενώ το 1988 είχε νικήσει στον τελικό του EURO των Ελπίδων την Ελλάδα.

6. ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΙΕΡΟ
Θα μπορούσε να έχει γίνει ένας εξαιρετικός σέντερ φορ. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν τα νούμερά του. Με 105 γκολ σε 497 ματς πρωταθλήματος και 29 ακόμα σε 89 συμμετοχές με την Εθνική Ισπανίας (3ος σκόρερ στην ιστορία της μετά τους Βίγια και Ραούλ), μόνο για αμυντικός δεν θεωρείται. Μάλιστα το 2002 κόντρα στη Σαραγόσα έκανε χατ τρικ, ενώ στην πρώτη από τις 14 σεζόν του στη Ρεάλ, πέτυχε επτά γκολ! Με τη Βασίλισσα κατέκτησε τα πάντα (5 πρωταθλήματα, 1 Κύπελλο, 4 ισπανικά και 1 ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ, 3 Τσάμπιονς Λιγκ, 2 Διηπειρωτικά), ενώ έπαιξε και σε τέσσερα Μουντιάλ και δύο EURO.
 

5. ΝΤΑΝΙΕΛ ΠΑΣΑΡΕΛΑ
Πριν τον προσπεράσει ο Κούμαν (193 γκολ), υπήρξε ο ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία των αμυντικών (140 γκολ σε 447 ματς πρωταθλήματος). Ήταν τέτοια η ικανότητά του στο να φτιάχνει το παιχνίδι από πίσω, που στην Αργεντινή τον φώναζαν Kaiser, τίτλο που έφερε ο Μπεκενμπάουερ. Στην καριέρα του δεν κατέκτησε πολλά τρόπαια σε συλλογικό επίπεδο (4 πρωταθλήματα με τη Ρίβερ Πλέιτ), αλλά είναι ο μοναδικός που έδωσε το «παρών» και στις δύο χρυσές στιγμές της Αλμπισελέστε (1978, 1986).
 

4. ΦΡΑΝΚΟ ΜΠΑΡΕΖΙ
Από το 1977 έως το 1999. Ήταν 20 χρόνια, όλα της καριέρας του που τα αφιέρωσε στη μοναδική αγάπη του, τη Μίλαν. Οι οπαδοί της ομάδας τον ψήφισαν μάλιστα ως τον κορυφαίο παίκτη τους για τον 20ό αιώνα. Μαζί με τους Κοστακούρτα, Τασότι, Μαλντίνι συνέθεσαν μια από τις κορυφαίες αμυντικές γραμμές όλων των εποχών. Με τους Ροσονέρι πανηγύρισε τα πάντα εκτός από το Κύπελλο (6 πρωταθλήματα, 4 Σούπερ Καπ Ιταλίας και 3 Ευρώπης, 3 Πρωταθλητριών, 2 Διηπειρωτικά). Στην Εθνική Ιταλίας αρχικά είχε ένα σημαντικό πρόβλημα. Βρισκόταν στη σκιά του τεράστιου Γκαετάνο Σιρέα. Ωστόσο, βρέθηκε στο Μουντιάλ του 1982 (δεν έπαιξε ούτε λεπτό). Το 1990 και το 1994 ήταν βασικός. Έτσι έγινε ο ένας από τους έξι όλων των εποχών που έχουν στο παλμαρέ τους και τα τρία παγκόσμια μετάλλια (χρυσό το '82, ασημένιο το '94, χάλκινο το '90). Η χειρότερη στιγμή του ήταν όταν αστόχησε στο πρώτο πέναλτι στην εν λόγω διαδικασία του χαμένου τελικού με τη Βραζιλία το 1994.
 

 

 

 

3. ΜΠΟΜΠΙ ΜΟΥΡ
Καθότι υπηρέτησε πιστά επί 16 χρόνια τη Γουέστ Χαμ, δεν γεύτηκε εγχώριους τίτλους παρά μονάχα ένα Κύπελλο (1964). Με την Εθνική Αγγλίας όμως έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο. Μέχρι το 2009 (τον πέρασε ο Μπέκαμ), κατείχε το ρεκόρ συμμετοχών με το εθνόσημο (108 ματς στα οποία έπαιξε και στα 90 λεπτά τους). Αγωνίστηκε σε τρία Μουντιάλ (1962, 1966, 1970) και συνέβαλε τα μέγιστα στην κατάκτηση του δικού τους Παγκοσμίου Κυπέλλου (1966). Σύμφωνα με τον Πελέ: «Ήταν ο καλύτερος αμυντικός που αντιμετώπισα ποτέ» και με τον Άλεξ Φέργκιουσον: «Ήταν ο καλύτερος αμυντικός που είδα ποτέ». Ένα τάκλιν που έκανε στον Ζαϊρζίνιο στο Μεξικό το 1970 (ήττα από τη Βραζιλία 1-0), έχει χαρακτηριστεί ως το τελειότερο όλων των εποχών. Το 1970 ψηφίστηκε δεύτερος κορυφαίος Ευρωπαίος πίσω από τον Γκερτ Μίλερ.
 

2. ΓΚΑΕΤΑΝΟ ΣΙΡΕΑ
Θα μπορούσε να πει κανείς πως... τα πήρε όλα και έφυγε. Δυστυχώς ήταν μόλις 36 ετών, όταν τον βρήκε άδικα ο θάνατος (έναν χρόνο μετά το τέλος της καριέρας του). Σε σχέση με τους υπόλοιπους της λίστας είχε τα λιγότερα γκολ στο ενεργητικό του. Απ' όλους όμως υπήρξε ο πιο Κύριος. Παρά το ότι είχε πλάι του τον σκληρό έως... βρόμικο Κλαούντιο Τζεντίλε, εκείνος δεν αποβλήθηκε ποτέ. Σε 14 χρόνια (1974-88) με τη Γιουβέντους χόρτασε τίτλους (7 πρωταθλήματα, 2 Κύπελλα, 1 UEFA 1977, 1 Κυπελλούχων 1984, 1 Πρωταθλητριών 1985, 1 ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ, 1 Διηπειρωτικό). Ηγήθηκε της Εθνικής Ιταλίας στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1982 (βασικός και σε αυτά του 1978, 1986), ενώ για όσο καιρό ήταν διεθνής, ο Φράνκο Μπαρέζι ήταν μονίμως στον πάγκο ως αναπληρωματικός του.
 

1. ΦΡΑΝΤΣ ΜΠΕΚΕΝΜΠΑΟΥΕΡ
Τον αποκάλεσαν Kaiser (αυτοκράτορας) για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν το όνομα του Φραντς (το είχαν πολλοί Πρώσοι αυτοκράτορες) και ο δεύτερος το ηγεμονικό στιλ του παιχνιδιού του. Νικητής της Χρυσής Μπάλας δύο φορές (1972, 1976) και ακόμα δύο δεύτερος στην ψηφοφορία, υπήρξε ό,τι καλύτερο έχει γνωρίσει από τη μέση και πίσω το ποδόσφαιρο. Ξεκίνησε ως αμυντικός μέσος και σταδιακά οπισθοχώρησε. Πολλοί υποστηρίζουν πως εκείνος δημιούργησε τη θέση του λίμπερο και όχι η Ίντερ του Ελένιο Ερέρα. Όποιος και να το ξεκίνησε, ο Μπεκενμπάουερ το έκανε καλύτερα από τον καθένα.

Είναι ο μοναδικός που κατέκτησε ως αρχηγός τρία σερί Πρωταθλητριών (1974, '75, '76). Επίσης με την Μπάγερν πήρε 4 πρωταθλήματα, ισάριθμα Κύπελλα, ένα Κυπελλούχων (1967) και ένα Διηπειρωτικό, ενώ στα τελειώματά του χάρηκε και τον τίτλο με το Αμβούργο. Με την Εθνική Γερμανίας έπαιξε σε τέσσερα Μουντιάλ (1966, '70, '74, '78) και αναδείχθηκε νικητής σε ένα (1974). Μαζί με τέσσερις ακόμα συμπατριώτες και συμπαίκτες του στα Πάντσερ και τον Μπαρέζι, είναι οι μοναδικοί που έχουν στην κατοχή τους και τα τρία παγκόσμια μετάλλια (χρυσό το '74, ασημένιο το '66, χάλκινο το '70).