+slo-gun

Το ...μπλακεντέκερ της Ελένης! (pics)

ΡΕΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Το ...μπλακεντέκερ της Ελένης! (pics)

Το ...μπλακεντέκερ της Ελένης! (pics)

Ένα παλιό «Πλεϊμπόι», μια αγαπημένη ηθοποιός, ένας έρωτας κι ένα κάρο ...πιάτα! Ο Μίλτος σε μια επεισοδιακή, όσο και προκλητική, «ρετρό ιστορία»...

Άλλη μια Τρίτη, άλλη μια «ρετρό ιστορία» με την παλιοπαρέα των έιτις, αλλά αυτή τη φορά από τις αρχές των νάιντις... Πάλι έβρεχε. Θα μπορούσε να είναι μια συνηθισμένη βραδιά. Αλλά δεν ήταν... Γιατί παρότι ο καρόδρομος μπροστά στο σπίτι μου ήταν βρεγμένος, ο Μαστρομανέλος ήταν στεγνός από ποτό κι από παρέα... Πρόσφατα είχα μετακομίσει. Από το σπίτι μου ...στην αυλή του σπιτιού μου. Σε ένα καμαράκι, που παλιότερα χρησιμοποιούσαν οι παππούδες, πρώτα για σπίτι και μετά για αποθήκη. Πήρα τη μεγάλη απόφαση να ...ξενιτευτώ, για να αποκτήσω την ανεξαρτησία μου. Έτσι είπα όταν το ανακοίνωσα στους γονείς μου. Ανεξάρτητος για τα μέτρα μου σήμαινε να τρώω μόνος μου τα λεφτά που έβγαζα από την πρώτη δουλειά μου και παράλληλα να τρώω το φαΐ της μάνας μου, να πλένομαι (και να σιδερώνομαι) στο σπίτι των γονιών μου, να πληρώνουν εκείνοι το ρεύμα κι εγώ να έχω δικό μου «σπίτι», τη λάτρα του οποίου επίσης είχε αναλάβει η μάνα μου. «Θα με πεθάνεις, άρρωστη γυναίκα (δεν ήταν...). Δεν μου έφτανε το ένα σπίτι, τώρα θα έχω δύο να κουμαντάρω».

Παρά τις γκρίνιες, μετακόμισα. Τζιτζιλόνι το έφτιαξα το καμαράκι. Πέταξα όλη τη σαβούρα, κράτησα τα αντικείμενα με συναισθηματική αξία (για μένα), μετέφερα κάμποσα και στο σπίτι, βάστηξα την παλιά μασίνα για να ζεσταίνω το χώρο, στρίμωξα και σε μια γωνιά τον αργαλειό της γιαγιάς και κουβάλησα από το σπίτι όλα τα υπάρχοντά μου: κρεβάτι, γραφείο, βιβλία, τηλεόραση, ραδιοκασετόφωνο και φυσικά τη μεγάλη συλλογή μου με τα «Πλεϊμπόι». Τα οποία ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της αναστάτωσης. Άλλο να μπορεί να τα έχεις χύμα στο «σπίτι» σου κι άλλο να τα κρύβεις κάτω από το στρώμα, για να μην ...πεθάνεις την άρρωστη μάνα σου (που δεν ήταν άρρωστη...) έτσι και τρακάρει τη Ζωή Λάσκαρη καβάλα στο λιοντάρι...

Ένα τέτοιο «Πλεϊμπόι» κοίταζε τώρα ο Φώτης. Με εξώφυλλο την Ελένη Ερήμου. Από όταν την είχα δει πρώτη φορά στην τηλεόραση, σε κάποια παλιά ταινία, είχα σκαλώσει με τα μάτια της. Τώρα ο Φώτης σκάλωνε με άλλο σημείο της ανατομίας της. «Πω πω, έτσι και σε πετύχει αυτή η ρώγα στο μάγουλο, θα πρέπει να σου κάνουν ράμματα», σχολίασε, πριν πάρει την αναμενόμενη απάντηση από τον Δεμπασκαλά: «Δεν πας καλά». Από το ανοιχτό παράθυρο που μυρίζαμε και βλέπαμε τη βροχή, είδαμε και τον Μαστρομανέλο. Αλλά ...δεν τον μυρίσαμε. Περιέργως, δεν ήταν πιωμένος. «Μάστορα, έλα λίγο να μας πεις την άποψή σου», τον φώναξε ο Φώτης για να σπάσουμε πλάκα. Ο Μαστρομανέλος ήταν εκ φύσεως ...αποψίας και όποτε ζητούσαμε τη γνώμη του, ερχόταν. Όχι για να την πει, αλλά για να την επιβάλλει!

«Κοίτα ρώγα, μάστορα. Φονικό εργαλείο. Τι λες;», έριξε την πάσα ο Φώτης. «Σαν τρυπάνι ...μπλακεντέκερ», έκρινε ο Μαστρομανέλος κι έπιασε να ξεφυλλίζει το περιοδικό φτύνοντας τα δάχτυλα για να γυρίζει τις σελίδες. «Αυτό ήταν, μάγκες. Κάνατε την τύχη σας. Απόψε θα σας πάω στα κορίτσια. Είπα», είπε και πρόσθεσε: «Πείτε στους δικούς σας ότι θα πάμε βόλτα απόψε. Πάω να φέρω το Τουότα κι έρχομαι. Ετοιμαστείτε. Είπα».

Αφού είπε, ο Δεμπασκαλάς πήγε να ενημερώσει τους δικούς του, ο Φώτης δεν πήγε να ενημερώσει κανέναν κι εγώ, που δεν είχαν κανέναν να ενημερώσω επειδή οι δικοί μου είχαν πάει στο χωριό για να «φυτέψουν» μια θεια, ξέκοψα πως δεν θα πήγαινα πουθενά: «Δεν έχω λεφτά. Δουλεύω το πρωί. Περιμένω τηλέφωνο από την Ελένη», ήταν τα τρία μου επιχειρήματα. Λεφτά είχα, αλλά όχι για να τα φάω στο κωλάδικο που σύχναζε ο Μαστρομανέλος. Το πρωί όντως δούλευα. Συμβασιούχος στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου, αλλά με ...δικό μου γραφείο. Βγάλτε συμπέρασμα τι καθάριζα με την τσουγκράνα όλη μέρα. Όσο για εκείνη την Ελένη των μετεφηβικών μου χρόνων; Ήμουν και με αυτή πολύ ερωτευμένος και την αγαπούσα για πάντα εκείνη τη βδομάδα, όχι ωστόσο σαν την πρώτη μου Ελένη. Ούτε καν σαν την Ελένη Ερήμου! Πάντως, πράγματι θα έπαιρνε τηλέφωνο για να με τσεκάρει, ενώ ήδη με είχε υποχρεώσει κατά τη μετακόμιση να τραβήξω ένα καλώδιο από το σπίτι στο καμαράκι, για να το κάνω ...ντούμπλεξ.

Έτσι, έμεινα σπίτι ...έρημος με την Ελένη Ερήμου και με την απειλή της άλλης Ελένης, ενώ ο Φώτης κι ο Δεμπασκαλάς έφυγαν με τον Μαστρομανέλο για να πάνε στα «κορίτσια». Έπεσα για ύπνο. Πιθανότατα ονειρευόμουν ερήμους και Ελένες και δεν ξέρω αν η υγρασία οφειλόταν περισσότερο στα υγρά μου όνειρα ή στη βροχή που συνέχιζε να πέφτει όλη νύχτα. Όμως, αυτό το «νταπ, νταπ» που άκουσα στο παραθυρόφυλλο, δεν ήταν από τη βροχή. Κάποιος χτύπαγε. Τι ώρα είναι; Κοίταξα το ρολόι. Κόντευε έξι το πρωί. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Είχα τρεις πιθανότητες. Να είναι ο Φώτης, η μία και πιο πιθανή, γιατί συνήθιζε να με ξυπνάει αυγές και μεσάνυχτα. Να είναι ο Δεμπασκαλάς, η άλλη. Να είναι ο Φώτης με τον Δεμπασκαλά η τρίτη. Πιο κοντά έπεσα στην τρίτη... Ήταν ο Φώτης κι ο Δεμπασκαλάς, αλλά όχι οι δύο τους. Ήταν κι ο Μαστρομανέλος. Ήταν και το Τουότα του Μαστρομανέλου, που είχε κωλώσει στο παράθυρο να ...ξεφορτώσει. Κι η καρότσα ήταν φορτωμένη ντανιασμένα πιάτα, γύψινα, από αυτά που σπάγανε τότε στα μπουζούκια.

Μύριζε βροχή και οινόπνευμα. Ο Φώτης πήδηξε πρώτος μέσα. Στο ένα χέρι βάσταγε μια μπουκάλα ουίσκι Μακένζι, από αυτό που ο Μακένζι δεν πρέπει να το είχε δοκιμάσει ποτέ. Αν το δοκίμαζε, ή δεν θα το έφτιαχνε ή θα μέθαγε μια και καλή. Και τελευταία. Στο άλλο χέρι ο Φώτης βάσταγε μια κασέτα και πήγε κατευθείαν -τρόπος του λέγειν, τρεκλίζοντας πήγε και όχι ευθεία- να τη βάλει στο ιστορικό Σάνυο. «Την έδωσαν στον Μαστρομανέλο από το μπουζουξίδικο. Είναι το πρόγραμμα. Άκου φωνάρες». Φωνάρες. Όντως, φώναζαν. Ντουέτο, η Μάγια Βελάζω κι ο Κώστας ο Μάτωμας. Ηχορύπανση! Αγουροξυπνημένος, έβλεπα και άκουγα φαντάσματα. Ο Μαστρομανέλος πάσχιζε, με τη βοήθεια του Δεμπασκαλά, να σκαρφαλώσει στο παράθυρο για να έρθει μέσα. Του έδειξα να μπει από την πόρτα. Ήθελε από το παράθυρο. «Μπορώ. Είπα».

Δεν μπορούσε κι ας είπε...

Μπήκε από την πόρτα, ενώ απέξω ακούστηκε θόρυβος από άλλο αυτοκίνητο. Στην αυλή μπήκε δεύτερο αγροτικό. Κατέβηκαν ο Πέτρος της Κουφής κι ο βαφτιστήρας του, ο Πέτρος ο Αρμένης. Οι δύο Πέτροι πήραν από μια πέτρα, μπήκαν στην κάμαρα κι άρχισαν να σπάνε τα πιάτα ακούγοντας τις «φωνάρες» σε σπάνιες, κυριολεκτικές εκτελέσεις τραγουδιών από τη Μάγια Βελάζω, που νόμιζε πως ήτανε η Τζένη Βάνου. Ίδια, χωρίς τη φωνή... Ο Φώτης κι ο Δεμπασκαλάς, που ήδη είχαν σερβιριστεί Μακένζι σε κάτι άπλυτες κούπες από καφέ, άνοιξαν την εργαλειοθήκη που είχε ο Μαστρομανέλος στο Τουότα, άπλωσαν κάμποσα μπισικλέτια στο πάτωμα, πήραν ο ένας ένα σφυράκι, ο άλλος μια τανάλια κι άρχισαν να σπάνε κι αυτοί. Στο πάτωμα της κάμαρας, που ευτυχώς ήταν τσιμεντένιο. Προς στιγμήν, χάσαμε τον Μαστρομανέλο. Επανεμφανίστηκε στην πόρτα κρατώντας το ...μπλακεντέκερ (όχι της Ελένης, το κανονικό). «Εγώ τα πλέρωσα, εγώ τα κουβάλησα, να μην σπάσω μερικά; Πού έχει πρίζα;».

Τα έβλεπα όλα αυτά σαν όνειρο, με την τσίμπλα στο μάτι. Κατεδάφιζαν το σπίτι μου. «Μπαφ», ακουγόταν κάθε τόσο, επειδή τρέκλιζαν όλοι τους και δεν μπορούσαν να βαστήξουν ισορροπία όταν σήκωναν πολλά πιάτα μαζεμένα. Σηκωνόταν σκόνη. Μπουχός. Έβλεπα δίπλα μου τον Φώτη με άσπρα μαλλιά και τους δύο Πέτρους απέναντι σαν τοπίο στην ομίχλη. Όταν ολοκλήρωσαν την καταστροφή και τέλειωσαν το ουίσκι, οι Πέτροι κι ο Μαστρομανέλος αποχώρησαν. Εγώ τίναξα όσο μπορούσα τα ρούχα του Φώτη και του Δεμπασκαλά, τους έβαλα στο κρεβάτι να κοιμηθούν, ντύθηκα κι έφυγα για δουλειά, αφήνοντας πίσω μου το χάος και τους φίλους μου. Όταν γύρισα, ο Φώτης κι ο Δεμπασκαλάς είχαν φύγει, αλλά το χάος παρέμενε. Πήρα ένα φτυάρι κι ένα καρότσι οικοδομής που είχε ο πατέρας μου στην αυλή κι άρχισα να αδειάζω το σπίτι από τα μπάζα. Δεν ξέρω πόσα δρομολόγια έκανα φορτωμένος, μέχρι να τα βγάλω στο δρόμο. Μ΄ έπιακε η μέση, αλλά μέχρι το βράδυ και πριν γυρίσουν οι δικοί μου, το είχα καθαρίσει το σπίτι. Στην προσπάθεια συνέβαλε κι Ελένη, που προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει. Μέχρι τη στιγμή που κάτω από το σωρό με τα μπάζα εμφανίστηκε το «Πλεϊμπόι» με το ...μπλακεντέκερ της άλλης Ελένης.

Χωρίσαμε την ίδια στιγμή. Επειδή οι κολλητοί μου αποφάσισαν να μου στήσουν ...πάρτι για να με εκδικηθούν που δεν τους ακολούθησα στα «κορίτσια» ή επειδή βρέθηκε το περιοδικό με τη διαφήμιση των ...μπλακεντέκερ, θα σας γελάσω! Τώρα, πώς από μια τριάδα στα «κορίτσια», βρέθηκαν πεντάδα στα μπουζούκια και μετά πάλι πεντάδα στο καμαράκι μου, είναι μια άλλη ιστορία. Ε, όλα σήμερα θα τα πούμε;

Μέχρι να σταματήσω να θυμάμαι εκείνη τη βραδιά κάθε φορά που χρειάζομαι ηλεκτρικό τρυπάνι, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Για να μην ξεχνιόμαστε, για το μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου, αλλά και για ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.