Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 62 (pics & vids)
ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Παρατηρώντας κανείς την ελληνική κοινωνία της μεταπολεμικής Ελλάδας, θα διαπιστώσει στα ήθη και τα έθιμά της πολλές υπερβολές, ενίοτε και ακρότητες, οι οποίες όμως είχαν ενσωματωθεί στα στερεότυπα της ψυχοσύνθεσης και των πιστεύω των Ελλήνων μάλλον άκοπα και σίγουρα χωρίς πολύ διάθεση αμφισβήτησης ή έστω προβληματισμού. Την ίδια στιγμή ωστόσο, θα διαπιστώσει ότι υπήρχαν και στερεότυπα, που όσο κι αν για κάποιους σήμερα μοιάζουν υπερβολικά, λειτουργούσαν θεραπευτικά στο να διατηρούν ακλόνητο τον δεσμό της οικογένειας και όλα τα άλλα θετικά στοιχεία που αυτός πρέσβευε. Ίσως σήμερα, εάν δεν βλέπαμε τόσο επικριτικά και κακοπροαίρετα κάποιες από τις αξίες και τα ήθη εκείνων των δεκαετιών, η ελληνική κοινωνία να είχε μεγαλύτερη συνοχή και να μπορούσε να αντέξει πιο εύκολα και χωρίς απώλειες τις τεράστιες δυσκολίες που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων.
Πώς; Απλά διατηρώντας κάποιες από εκείνες τις αξίες, που σήμερα αποποιούμαστε με τόση ευκολία, στο όνομα ενός δήθεν «προοδευτισμού», ο οποίος όμως ουσιαστικά μεταφέρει την ελληνική κοινωνία στο άλλο άκρο, της ασυδοσίας κινήσεων και συναισθημάτων. Στην απατηλή αίσθηση ότι λειτουργώντας δίχως όρια και αποδεχόμενοι άκριτα κάθε υπερβολή, ακρότητα και παραδοξότητα, εκσυγχρονιζόμαστε. Μιλώντας για στερεότυπα λοιπόν, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην πεποίθηση την εποχή εκείνη πως κάθε γυναίκα που δούλευε σε νυχτερινό κέντρο είτε ως τραγουδίστρια, είτε ως απλή υπάλληλος, ήταν μάλλον «ελαφριών ηθών». Ή το στερεότυπο που θέλει τον αδελφό να στηρίζει τις αδελφές του για όλη του τη ζωή, έστω κι αν εκείνες έχουν φτιάξει τη ζωή τους. Καθήκον στο οποίο αν εκείνος δεν ανταποκρίνονταν, θα βρίσκονταν αντιμέτωπος με τη σκληρή κριτική τόσο των ίδιων των αδελφών του, όσο και της κλειστής κοινωνίας στην οποία ζούσαν. Τέλος, ήταν κατακριτέο όταν κάποιος άνδρας έφερνε στο σπίτι του μια γυναίκα την οποία αγαπούσε, αλλά ακόμα δεν είχε παντρευτεί, γιατί... «τι θα πει ο κόσμος». Όλα τα παραπάνω ζητήματα θίγονται με έναν πολύ έντονο, όσο και χαρακτηριστικό τρόπο στην ταινία του 1968 με τίτλο «Καπετάν Φάντης μπαστούνι», στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Μάρω Κοντού. Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Αλέκου Σακελλάριου, σε παραγωγή της κινηματογραφικής εταιρείας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος.
Μια κυρία...στο ψυγείο

Στην ταινία αυτή, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υποδύεται έναν πλοίαρχο, τον καπετάν Ανδρέα, το πλήρωμα του οποίου ανακαλύπτει κρυμμένη στο ψυγείο του πλοίου μια κοπέλα, τη Μαρίνα (Μάρω Κοντού). Γνωρίζοντάς την θα τη συμπαθήσει και θα της προσφέρει προσωρινά κατάλυμα στο σπίτι του στον Πόρο, όπου μένει με την αδελφή του (Τασσώ Καββαδία) και τα δύο ανίψια του, οι οποίοι όμως δυσανασχετούν με την έλευσή της και δημιουργούν προβλήματα, ειδικά όταν ο καπετάνιος σαλπάρει για ταξίδι και αφήνει τη Μαρίνα μόνη της στο σπίτι του. Στην είδηση ότι το πλοίο του βυθίστηκε κι ο ίδιος θεωρείται αγνοούμενος, η αδελφή του διώχνει την Μαρίνα από το σπίτι, όπως και τους δύο ακόμα αγαπημένους βοηθούς του καπετάνιου, την υπηρέτρια Τασία (Μήτση Κωνσταντάρα) και τον Γεράσιμο (Λαυρέντης Διανέλλος). Η οικογένεια του καπετάνιου τον θεωρεί πλέον νεκρό και προσπαθεί να του πάρει με δόλιους τρόπους την περιουσία του, μια προσπάθεια στην οποία συνδράμει και ο δικηγόρος της οικογένειας (Δημήτρης Νικολαϊδης), φίλος υποτίθεται του καπετάνιου. Πριν προλάβουν ωστόσο να ολοκληρώσουν την απάτη τους, ο καπετάνιος εμφανίζεται και τελικά παντρεύεται τη Μαρίνα, επιστρέφει σπίτι του και βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
Στα ατού της ταινίας τα πανέμορφα τοπία του Γαλατά και του Πόρου, όπου έχει γυριστεί το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Πέρα από την «δυνατή» ερμηνεία του Κωνσταντάρα – κάτι άλλωστε αναμενόμενο -, εξαιρετικοί στους ρόλους τους είναι η Μάρω Κοντού, ο Λαυρέντηςς Διανέλλος, η Τασσώ Καββαδία, αλλά και η Μίτση Κωνσταντάρα. Η Τασσώ Καββαδία, για άλλη μια φορά, καταφέρνει με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο να γίνει ιδιαίτερα...αντιπαθής στον θεατή, αποδίδοντας έξοχα το ρόλο της κακιάς και συμφεροντολόγας αδελφής. Πέρα από όλα αυτά, το σενάριο δεν παρουσιάζει στοιχεία υπερβολών, κάτι μάλλον ασυνήθιστο για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου. Οι καταστάσεις παρουσιάζονται ρεαλιστικά, όπως ακριβώς θα μπορούσαν να είναι, κάτι στο οποίο σίγουρα βοηθάει και η σκηνοθετική εμπειρία του Σακελλάριου, ο οποίος δεν αφήνει τους ηθοποιούς να «ξεφύγουν».
Στην ταινία «Καπετάν Φάντης μπαστούνι» συμμετέχουν ακόμα ο Θάνος Μαρτίνος, ο Ορφέας Ζάχος, ο Θεόδωρος Κατσαδράμης, ο Μανώλης Παπαγιαννάκης, η Ειρήνη Κουμαριανού, ο Γιώργος Μεσσάλας, η Ρένα Πασχαλίδου, η Κία Μπόζου, η Μαίρη Χαλκιά, η Αλέκα Παραμερίτου και δεκάδες άλλοι ηθοποιοί, σε ένα καστ από τα πλέον πολυπληθή. Η ταινία δεν τα πήγε άσχημα εμπορικά, αφού προβλήθηκε τη σεζόν 1968-1969, έκοψε 291.450 εισιτήρια και βρέθηκε στην 24η θέση από πλευράς εισπράξεων στις 108 ταινίες που προβλήθηκαν τη σεζόν εκείνη. Η μουσική ήταν του Κώστα Καπνίση. Η ταινία προβάλλεται συχνά απο τα κανάλια, και βλέπεται ευχάριστα και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά. Χωρίς να αποτελεί κάποιο κινηματογραφικό αριστούργημα, συνιστά μια ταινία ενδιαφέρουσα, στην οποία ο τηλεθεατής πάντα σταματά όταν «πέσει πάνω της» σε κάποιο ζάπινγκ. Και είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις που η ταινια δεν στηρίζεται τόσο στην ερμηνεία του Κωνσταντάρα, όσο στους υπόλοιπους, δεύτερους ρόλους.

Μια ταινία πλημμυρισμένη από τα καλοκαιρινά τοπία της Κέρκυρας ήταν πάντα ένα μεγάλο όνειρο της Ρένας Βλαχοπούλου, όνειρο που σε ανύποπτο χρόνο είναι εκμυστηρευθεί στον Φίνο. Ήταν άλλωστε γνωστό ότι ο «πατριάρχης» του ελληνικού κινηματογράφου δεν χαλούσε χατήρι στις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες, όπως ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη και η Ζωή Λάσκαρη. Έτσι, το 1972, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να γίνει αυτό το βήμα, το οποίο ανέλαβε να υλοποιήσει κατ’ εντολή του Φίνου ο Αλέκος Σακελλάριος. Έτσι, την χρονιά αυτή γυρίστηκε η ταινία «Η κόμμισα της Κέρκυρας», με πρωταγωνιστές την Ρένα Βλαχοπούλου και τον Αλέκο Αλεξανδράκη, σε σενάριο και σκηνοθεσία του κυρ-Αλέκου.
Η ταινία αυτή γυρίστηκε στο σύνολό της στην Κέρκυρα και δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή που να έχει γυριστεί στην Αθήνα ή αλλού. «Η κόμμισα της Κέρκυρας» αναμφισβήτητα αποτελεί μια διαφήμιση για το ξακουστό αυτό νησί του Ιονίου, αφού είναι μοναδικά τα τοπία που καταγράφει, στην πόλη, σε ιστορικά αξιοθέατα, καθώς και στις μαγευτικές παραλίες της. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και την υπέροχη μουσική του επίσης Κερκυραίου, Γιώργου Κατσαρού, καταλαβαίνει γιατί η ταινία αυτή αποτελεί διαχρονικά μια από τις πλέον ευχάριστες ταινίες του Φίνου, αλλά και του ελληνικού κινηματογράφου. Μάλιστα το τραγούδι «Κέρκυρα, Κέρκυρα με το Ποντικονήσι» που ακούγεται πολλάκις στην ταινία, αν και το έγραψε ο Αλέκος Σακελλάριος, χρειάστηκε τη βοήθεια του Κατσαρού για να του βρίσκει φράσεις, λέξεις και τοπωνύμια της Κέρκυρας που θα περιέχονταν στους στίχους του!
Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Ένας επιχειρηματίας, ο Σωτήρης Καρέλης (Αλέκος Αλεξανδράκης), παρουσιάζεται στη δασκάλα πιάνου και δύο φορές χήρα, τη σιόρα Αντζολίνα (Ρένα Βλαχοπούλου), και της ζητάει να του πουλήσει το αρχοντικό της για να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο. Εκείνες τις μέρες φτάνει στην Κέρκυρα ένα ιταλικό μουσικό γκρουπ, το οποίο έχει μόλις εγκαταλείψει η τραγουδίστριά του Αλίντα Ρίτσι. Η Αντζολίνα πείθεται, όχι μόνο να τους φιλοξενήσει σπίτι της, αλλά και να αντικαταστήσει την τραγουδίστρια. Η συνέχεια, όμως, είναι γεμάτη μπερδέματα διότι στο νησί έρχεται η αρχική τραγουδίστρια του γκρουπ με τον αρραβωνιαστικό της (Ορφέας Ζάχος), και όλοι αρχίζουν να ψάχνονται για τις πραγματικές τους ταυτότητες! Αναπόφευκτα δημιουργούνται μεγάλες παρεξηγήσεις, που προκαλούν όμως άφθονο γέλιο. Και ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, το τέλος είναι καλό για όλους.
Η εγκυμοσύνη της Ρένας

Η ταινία «ακολουθείται» από μία πολύ ενδιαφέρουσα «πληροφορία», την οποία γνωρίζουν ελάχιστοι: Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της, η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν έγκυος, ωστόσο το παιδί αυτό δεν θέλησε να το κρατήσει. Κάτι που όμως λέγεται, είχε συμβεί και άλλες φορές στο παρελθόν. Όπως και να ‘χει, η Βλαχοπούλου και σε αυτή την ταινία δίνει τον καλύτερό της εαυτό, φαίνεται ξεκάθαρα ότι απολάμβανε κάθε σκηνή και κάθε πλάνο, παίρνοντας δύναμη από την αύρα του τόπου της. Εκείνο που ωστόσο σίγουρα σηκώνει πολύ συζήτηση
είναι η συνεργασία της με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, η οποία ενώ ήταν άψογη επαγγελματικά, από πλευράς χημείας των δυο τους, μάλλον είχε ζήτημα. Είναι ολοφάνερο ότι οι δυο τους κινούνται σε διαφορετική υποκριτική κατεύθυνση και μέχρι το τέλος, η εικόνα αυτή δεν διαφοροποιείται. Μάλιστα, εάν δεν είχαν συνεργαστεί οι δυο τους στο παρελθόν, θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν διέθεταν την κατάλληλη χημεία. Αυτό όμως δεν ίσχυε, αφού σε άλλες ταινίες, και πάλι ως πρωταγωνιστές, ήταν εκπληκτικοί. Όπως π.χ. στην ταινία «Ένα κορίτσι για δύο». Οπότε μάλλον θα πρέπει να σταθούμε στην αιτιολογία του timing, το οποίο για κάποιους λόγους δεν βοήθησε στην χημεία των δύο αυτών σπουδαίων ηθοποιών. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Νόνικα Γαληνέα (στη μοναδική της εμφάνιση στον ελληνικό κινηματογράφο), Μάκης Δεμίρης, Βαγγέλης Πλοιός, Μπάμπης Ανθόπουλος, Μανώλης Δεστούνης, Ρία Δελούτση, Δημήτρης Παπαγιάννης, Ερρίκος Κονταρίνης, Τάσος Ραμσής, Βασίλης Κολοβός, Γιάννης Δοντάς, Γιώργος Σταμάτης κ.α. Στην ταινία εμφανίζεται το χορευτικό δίδυμο Φώτης Μεταξόπουλος και Νάντια Φοντάνα, που αν και δεν ήταν από τους τακτικούς συνεργάτες της Φίνος Φίλμ, συνεργαζόντουσαν με την Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο και σε νυχτερινά κέντρα. Η ταινία σημείωσε σημαντική εισπρακτική επιτυχία, αφού προβλήθηκε τη σεζόν 1971-1972, έκοψε 310.583 εισιτήρια και ήρθε στην 9η θέση ανάμεσα στις 90 ταινίες της σεζόν. Έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθήνας-Πειραιά-Προαστίων στις 7 Φεβρουαρίου 1972.
Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας.

