+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 58 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 58 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 58 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Τα «γκάζια» του Φίνου στον Δαλιανίδη, το κυνήγι της Λάσκαρη από τους παπαράτσι στις Κάννες και η στροφή στη μουσική κωμωδία 

Ο Φιλοποίμην Φίνος μπορεί να θεωρούνταν - και σίγουρα να ήταν - ο «Πατριάρχης του ελληνικού κινηματογράφου», ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμούσε τους ανταγωνιστές του, έστω κι αν κατά γενική ομολογία, η ποιότητα των δικών τους ταινών ήταν τουλάχιστον ένα σκαλί πιο κάτω. Αντίθετα, τους εκτιμούσε όλους και πάντα παρακολουθούσε τις κινήσεις τους, θεωρώντας ότι θα είχε κάτι να μάθει από αυτές. Το 1966 η εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης γυρίζει την ταινία με τίτλο «Διπλοπενιές», με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Σκηνοθέτης της ήταν ο Γιάννης Σκαλενάκης, σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου, Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από λαϊκές επιτυχίες της εποχής, όπου το μπουζούκι έχει τον πρώτο λόγο. Πρόκειται για μια μουσική κωμωδία, η οποία σημείωσε εξαιρετική επιτυχία και διεθνώς, αφού έκανε αισθητή παρουσία τόσο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν στην Ισπανία το 1966, όσο και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, την ίδια χρονιά. Βλέποντας ο Φίνος την επιτυχία της ταινίας αυτής καταλαβαίνει ότι υπάρχει μια νέα τάση στον ελληνικό κινηματογράφο, την οποία θα πρέπει να ακολουθήσει αλλά και να εξελίξει περαιτέρω, όπως άρμοζε στη δυναμική της εταιρείας του. Έτσι επιβάλει στον Γιάννη Δαλιανίδη να προσθέσει περισσότερα ελληνικά στοιχεία στα μιούζικαλ και να καταργήσει το σινεμασκόπ.

Όλα αυτά διότι είχε στο μυαλό του να γυρίσει και ο ίδιος μια ανάλογη, μουσική ταινία, με στόχο την διεθνή αγορά. Έτσι, το 1967 γυρίζει την μουσική κωμωδία «Οι θαλασσιές οι χάντρες», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δαλιανίδη και πρωταγωνιστές κορυφαία ονόματα της εποχής όπως την λαμπερή Ζωή Λάσκαρη, τον Φαίδων Γεωργίτση, τον Κώστα Βουτσά, τον Γιώργο Τσιτσόπουλο, την Μάρθα Καραγιάννη, την Μαίρη Χρονοπούλου κ.α. Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από τη μοναδική μουσική και τα υπέροχα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα, τραγούδια που ακόμα και σήμερα ακούγονται με νοσταλγία: «Έκλαψα χθες σαν μέτρησα», «Βρέχει πάλι απόψε», «Απόψε κάποιος θα χαθεί», αλλά και η επιτυχία «Grazy Girl», που εμφανίζεται να τραγουδά η Ζωή Λάσκαρη, στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται από τη φωνή της Αλέκας Κανελλίδου. Στο τραγούδι εμφανίζονται ακόμα η Αλέκα Μαβίλη, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Σάκης Παπανικολάου, αλλά και η Μαίρη Χρονοπούλου. Η Λάσκαρη προσφέρει απλόχερα μια υπέροχη ερμηνεία, την οποία πλαισιώνουν με μαεστρία τόσο ο Φαίδων Γεωργίτσης – ίσως στον πλέον δημοφιλή ρόλο της καριέρας του -, όσο και οι Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Γιώργος Τσιτσόπουλος. Η επιτυχία της ταινίας έρχεται νομοτελειακά, αφού στην πρώτη της προβολή έκοψε 531.287 εισιτήρια και ήρθε στην 3η θέση ανάμεσα στις 117 ταινίες της σεζόν 1967-1968. Φυσικό επακόλουθο, «Οι θαλασσιές οι χάντρες» να πάρουν το δρόμο...της ξενιτιάς, όπου μεταξύ άλλων η ταινία προβλήθηκε και στο Φεστιβάλ των Καννών, με τον τίτλο «Les Perles Grecques». Η προβολή της δημιούργησε μεγάλη αίσθηση, αφού οι παπαράτσι κυνηγούσαν τη Ζωή Λάσκαρη για να απαθανατίσουν κάθε της κίνηση. Λίγο αργότερα, η ταινία προβλήθηκε μεταγλωττισμένη στη Γαλλία. 

«Αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις» 

Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι στην ταινία αυτή η Μαίρη Χρονοπούλου και ο Φαίδων Γεωργίτσης εμφανίζονται για πρώτη φορά σε μιούζικαλ, ενώ η Μάρθα Καραγιάννη καθιερώνεται ως κωμικός. Ποια ήταν όμως η υπόθεση της ταινίας: Ο πλανόδιος μικροπωλητής τουριστικών ειδών Κώστας (Κώστας Βουτσάς), θα συναντηθεί με τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τζίμυ (Γιώργος Τσιτσόπουλος) και θα τον βοηθήσει να ανοίξουν μια μπουάτ για τουρίστες στην Πλάκα. Ο Φώτης (Φαίδων Γεωργίτσης) είναι πρώτο μπουζούκι στην ταβέρνα του "Αποστόλη" και εμφανίζεται μαζί με τον Μεμά (Γιάννης Βογιατζής) και τις τραγουδίστριες Σοφία (Μαίρη Χρονοπούλου) και Μαρκησία (Αλέκα Μαβίλη), που είναι παράφορα ερωτευμένες μαζί του. Κάποια μέρα όμως, στην γειτονιά τους ανοίγει ένα νέο κέντρο με μοντέρνα μουσική στο οποίο τραγουδάει ένα γυναικείο συγκρότημα με τραγουδίστρια την Μαίρη (Ζωή Λάσκαρη). Η σύγκρουση στα είδη μουσικής που υπηρετούν ο Φώτης και η Μαίρη είναι μεγάλη, αλλά ο έρωτας θα έρθει για να λύσει κάθε διαφορά, έστω κι αν αυτός περάσει μέσα από πολλές και σκληρές συγκρούσεις με τον κοινωνικό περίγυρο των δύο νέων. Ποιος δεν γνωρίζει άλλωστε την θρυλική ατάκα του Μεμά στον Φώτη, «αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις», θέλοντας να του πει ότι η Μαίρη θα τον κάνει ότι θέλει. Ατάκα που μέχρι σήμερα λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις σε παρέες και συζητήσεις των νεοελλήνων. Εξαιρετική η σκηνή όπου ο Φώτης και η παρέα του πηγαίνουν στο σπίτι της Μαίρης για να γνωρίσουν τους δικούς της, σε ένα περιβάλλον γεμάτο αριστοκράτες, οι οποίοι «παγώνουν» όταν βλέπουν την λαϊκή καταγωγή τους. Γρήγορα όμως εμφανίζονται να ενστερνίζονται τον τρόπο συμπεριφοράς των λαϊκών αυτών ανθρώπων, συμπεριφορά που φαίνεται ξεκάθαρα ότι τους απελευθερώνει από τις δεσμεύσεις και τα status που τους έχουν επιβληθεί από τον κοινωνικό περίγυρο. Η εικόνα των «αριστοκρατών» αυτών να τρώνε στη δεξίωση με τα χέρια, μιμούμενοι τον Φώτη και την παρέα του, προσφέρει άφθονο γέλιο, προσφέροντας παράλληλα μια εύστοχη κοινωνική κριτική στα στερεότυπα της εποχής εκείνης. Ίσως δε, ακόμα και της σημερινής. Στο ίδιο πλαίσιο και η στημένη φάρσα, που εξελίσσεται σε αληθινό καυγά για την τιμή της αδελφής, όπου ο Φώτης σπάει στο ξύλο τον Κώστα επειδή παράτησε την αδελφή του με την οποία είχε δεσμό, ενώ οι τουρίστες θαμώνες του κέντρου, αλλά και οι φίλοι των δύο ανδρών διασκεδάζουν, νομίζοντας ότι το ξύλο είναι συννενοημένο, ενώ δεν είναι. «Με τις “Θαλασσιές τις χάντρες”, ο Γιάννης Δαλιανίδης προσθέτει ένα ακόμη επιτυχημένο “μιούζικαλ” στη σειρά που έχει αρχίσει με τα “Κορίτσια για Φίλημα” κ.λ.π.», αναφέρει μεταξύ άλλων στην κριτική της για την ταινία, η κριτικός Αγλαϊα Μητροπούλου, στην εφημερίδα «Αθηναϊκή», τον Φεβρουάριο του 1967. Και συνεχίζει: «Τώρα, αφορμή και πυρήνας του έργου είναι τα μπουζούκια και ένα σωρό καλοί ηθοποιοί – Φαίδων Γεωργίτσης, Μαίρη Χρονοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκα Μαβίλη, Νανά Σκιαδά, Άρης Μαλιαγρός – τραγουδούν και χορεύουν την ιστορία της πλούσιας κοπέλας που έχει γίνει λαϊκή τραγουδίστρια, ερωτευμένη με τον μπουζουκτσή ενός λαϊκού κέντρου και της αδελφής του μπουζουκτσή, ερωτευμένης με τον κωμικό-ιμπρεσάριο του κέντρου». Η ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» είναι από τις αγαπημένες των ελληνικών καναλιών, τα οποία την προβάλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και βέβαια, κάθε φορά οι τηλεθεάσεις της είναι υψηλές. 

Η διαφωνία του Φώσκολου με τον Κούρκουλο και η λύση που έδωσε ο Φίνος... «Με φόβο και πάθος» 

Ο Νίκος Φώσκολος είναι από μόνος του ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και γενικά στο χώρο του θεάματος. Στην πολύχρονη καριέρα του απέκτησε φανατικούς φίλους και θαυμαστές, αλλά και φανατικούς πολέμιους και επικριτές. Το σίγουρο σε κάθε περίπτωση είναι ότι οι δουλειές του στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση ποτέ δεν πέρναγαν απαρατήρητες και πάντα γίνονταν πεδίο αντιπαράθεσης, συζητήσεων, επικριτικών σχολιασμών, αλλά και διθυράμβων. Αν θελήσει πάντως κανείς να μελετήσει με προσοχή, σε βάθος, αλλά και αντικειμενικά το τελικό ισοζύγιο της προσφοράς του στην τέχνη, τότε σίγουρα αυτό θα ήταν θετικό. Κι αυτό μπορούν να το παραδεχθούν ακόμα και εκείνοι τους οποίους δεν κατάφερε να πείσει ποτέ για το ταλέντο του. Η περίοδος που μεγαλούργησε ξεκίνησε ουσιαστικά προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, συνεχίστηκε έντονα τη δεκαετία του 1970, ενώ από το 1990 και μετά μέσα από τις καθημερινές δραματικές σειρές του ΑΝΤ1, «Λάμψη» και «Καλημέρα Ζωή», άφησε το στίγμα του και στην ελληνική τηλεόραση. Το 1972 ωστόσο αποφασίζουν με τον Φίνο να γυρίσουν ένα ακόμα δικαστικό δράμα, από αυτά που τον καθιέρωσαν. Πρόκειται για την ταινία «Με φόβο και πάθος», στην οποία πρωταγωνιστής ήταν ο αγαπημένος ηθοποιός του Φώσκολου, Νίκος Κούρκουλος, σε μια από τις μεγάλες στιγμές της καριέρας του. Μάλιστα, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία της συνεργασίας των δύο ανδρών, μια συνεργασία που κατάφερε να γράψει χρυσή ιστορία στις σελίδες της Finos Film. H υπόθεση του έργου αρκετά ευρηματική: Ένας νεαρός ανακριτής ανακαλύπτει ότι έχει οδηγήσει μάλλον άδικα την παλιά του αγαπημένη στη φυλακή με την κατηγορία του φόνου του συζύγου της. Αποφασίζει να ερευνήσει ξανά την υπόθεση, με τη βοήθεια ενός άγνωστου και σκοτεινού τύπου, για να ανακαλύψει ότι έχει στηθεί εις βάρος του μια ολόκληρη πλεκτάνη από την οικογένεια της κοπέλας. Ο Νίκος Φώσκολος στην ταινία αυτή είχε γράψει το σενάριο, αλλά ήταν και ο σκηνοθέτης της. Μαζί με τον Κούρκουλο, στο «Με φόβο και πάθος», πρωταγωνιστούσαν σπουδαίοι ηθοποιοί όπως οι Μάνος Κατράκης, Ελένη Ερήμου, Γιώργος Μούτσιος, Βασίλης Ανδρονίδης, Μαρία Αλκαίου (σε άλλη μια μαγική ερμηνεία της, κρίμα που έχει παίξει σε τόσο λίγες ταινίες...), Άννα Γεραλή, Γρηγόρης Ευαγγελάτος, Θάνος Γραμμένος, Κώστας Καραγιώργης, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Νίκος Παπαναστασίου, Νίκος Παπαχρήστος, Χρήστος Δαχτυλίδης, Μανώλης Δεστούνης, Μίρκα Παπακωνσταντίνου και πολλοί άλλοι. 

Η προτίμηση του Κούρκουλου στην Μαρία Σκούντου

Πίσω ωστόσο από την επιλογή της συμπρωταγωνίστριας του Κούρκουλου κρύβεται ένα πολύ ενδιαφέρον παρασκήνιο. Όπως μας ενημερώνει η Finos Film, ο Νίκος Κούρκουλος διαφωνούσε σχετικά με το ποια ηθοποιός θα ήταν η συμπρωταγωνίστριά του. Εκείνος ήθελε την Μαρία Σκούντου, ενώ ο Φώσκολος προτιμούσε την Ελένη Ερήμου. Τη λύση έδωσε ο Φίνος, ο οποίος πρότεινε να γυρίσουν από μια σκηνή με την καθεμιά ως πρωταγωνίστρια. Ήταν η σκηνή της φυλακής, με τον ίδιο φακό και τον ίδιο διάλογο. Ο Φίνος μετά από ιδιωτική προβολή επέλεξε την Ερήμου, ως πιο κινηματογραφική. Ο Κούρκουλος δεν είχε εναλλακτική από το να δεχθεί και όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, η χημεία του με την υπέροχη Ελένη Ερήμου ήταν εξαιρετική. Κάτι που και ο ίδιος άργησε να το καταλάβει.

Ένα άλλο ενδιαφέρον tip της ταινίας αποκάλυψε πολλά χρόνια αργότερα ο Γιώργος Μούτσιος σε τηλεοπτική του συνέντευξη. Σχολιάζοντας την συγκεκριμένη ταινία, σε κάποια σκηνή της οποίας συμπλέκεται με τον Κούρκουλο, ο οποίος εμφανίζεται να τον χτυπάει πολύ δυνατά, είπε ότι τα χτυπήματα αυτά ήταν αληθινά και όχι εφέ. «Ο Κούρκουλος είχε ένα χέρι σαν κουπί» είχε πει χαρακτηριστικά. Στην ταινία τραγουδούσαν οι αδελφές Δήμα, ενώ η υποβλητική μουσική ήταν του Γιώργου Χατζηνάσιου. Το «Με φόβο και πάθος» είχε εξ’ αρχής όλα τα εχέγγυα για να σημειώσει μια μεγάλη εμπορική επιτυχία, όπως και έγινε: Η ταινία στην πρώτη της κινηματογραφική προβολή έκοψε 372.819 εισιτήρια και κατέλαβε την 4η θέση σε σύνολο 90 ταινιών της περιόδου. Παρά την επιτυχία της ωστόσο, οι υπερβολές που ενίοτε συνόδευαν τα σενάρια του Φώσκολου δεν έλειψαν.

Όπως είχε επισημάνει σε σχόλιό της, μια κριτικός του κινηματογράφου, «ο Κούρκουλος από ένα καλοκαιρινό απόγευμα μέχρι την επομένη τα ξημερώματα έχει προλάβει να χαριεντιστεί με την καλή του στην παραλία, να κάνει-άνω κάτω ένα αστυνομικό τμήμα, να δείρει έναν γιατρό που του αποκαλύπτει ένα "φοβερό" μυστικό, να ξεμπροστιάσει τον παρά λίγο πεθερό του μέσα στην υπερπολυτελή έπαυλή του, να φάει ξύλο από ένα σωρό πληρωμένους μπράβους και να αφεθεί στις σιδηροδρομικές γραμμές για να τον πατήσει το τρένο, όπου τελικά τον γλιτώνουν, καθώς και να συρθεί μέχρι το κατώφλι του εισαγγελέα για να του αποκαλύψει την τρομερή αλήθεια. Και ω του θαύματος, ξημερώματα πια, κοστουμαρισμένος και ατσαλάκωτος να ξαναβρεθεί στο σπίτι του παρά λίγο πεθερού στην έπαυλη για να του τρίψει το ένταλμα σύλληψης στα μούτρα! Κι όλα αυτά σε λιγότερο από δώδεκα ώρες!». Μπορεί η προσέγγιση της κριτικού να δίνει την αίσθηση της επιθετικότητας και της υπερβολής, αλλά δεν πρόκειται παρά μια πραγματική παρατήρηση. Η ένσταση ωστόσο είναι ότι ακόμα και τέτοιες υπερβολές, όταν είναι καλογυρισμένες και εντάσσονται αρμονικά στο περιβάλλον της ταινίας, δεν αποτελούν πρόβλημα στη συνολική εικόνα, ίσως διότι η εξέλιξη του σεναρίου με κάποιο τρόπο προετοιμάζει τον θεατή γι’ αυτά που θα ακολουθήσουν, με αποτέλεσμα όταν αυτά εμφανίζονται μπροστά του, ως αναμενόμενα, όχι απλά να μην τον ενοχλούν, αλλά αντίθετα, να ενισχύουν την θετική του εικόνα για την ταινία στο σύνολό της. Δεν πρόκειται για μια εύκολη διαδικασία, αντίθετα είναι πολύ επίπονη. Ωστόσο για τον Νίκο Φώσκολο ήταν «βούτυρο στο ψωμί του», ήταν ο μετρ του είδους κι αυτό το απέδειξε μέχρι το τέλος. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας