+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 34 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 34 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 34 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...                

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος διέκοψε τα γυρίσματα του Φίνου

 

Το δίδυμο Ζωή Λάσκαρη-Φαίδων Γεωργίτσης το συναντάμε σε αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, οι οποίες μάλιστα όλες τους έγιναν εμπορικές επιτυχίες. Η χημεία που απέπνεαν οι δυο τους, είτε έπαιζαν σε κωμωδία (όπως π.χ. στις Θαλασσιές τις Χάντρες), είτε σε δράμα (όπως π.χ. στο Όλγα αγάπη μου), ήταν μοναδική και οι σινεφίλ της εποχής την επικροτούσαν. Όπως συνέβη και στην ταινία που μόλις αναφέραμε, στο «Όλγα αγάπη μου», που γυρίστηκε το 1968 από την Finos Film σε σενάριο και σκηνοθεσία του «μέντορά» τους, Γιάννη Δαλιανίδη. Στην ταινία αυτή οι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί υποδύονταν ένα ζευγάρι, την ΄Ολγα και τον Πέτρο. Η Όλγα είναι μια νεαρή κοπέλα που προέρχεται από ευκατάστατη οικογένεια, η οποία γνωρίζει και ερωτεύεται τον Πέτρο, έναν φτωχό αλλά αριστούχο πολιτικό μηχανικό. Το μέλλον του νεαρού δεν φαντάζει λαμπρό, καθώς χρειάζονται κεφάλαια και γνωριμίες για να ανέβει τα σκαλιά της επιτυχίας.

Το κοινωνικό χάσμα που τους χωρίζει είναι τεράστιο και οι αντιδράσεις της μητέρας της Όλγας (μοναδική στον ρόλο της η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου Τασσώ Καββαδία) δημιουργούν ένα ακόμα μεγάλο εμπόδιο στη σχέση τους. Παρά τις δυσκολίες, οι δύο νέοι αποφασίζουν να ενώσουν τη ζωή τους και να προσπαθήσουν να χτίσουν την κοινή τους πορεία με μοναδική βοήθεια τον έρωτα και τα όνειρά τους για μια ευτυχισμένη οικογένεια. Η ανικανότητα, όμως, του Πέτρου να σταθεροποιηθεί σε μια δουλειά λόγω του οξύθυμου χαρακτήρα του και το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, θα φέρει πολύ γρήγορα τα πρώτα σκοτεινά σύννεφα στη σχέση τους. Παρά τις αναποδιές ωστόσο, το τέλος θα είναι καλό. Όπως αναφέρει η Finos Film, o Γιάννης Δαλιανίδης συνέλαβε αυτό το σενάριο, επηρεασμένος από τους νέους της εποχής εκείνης, που ενώ σπούδαζαν και αποφοιτούσαν με επαίνους, όταν έρχονταν αντιμέτωποι με την ίδια τη ζωή, ήταν συνήθως αδύναμοι να ανταπεξέλθουν. (Σήμερα, 45 και πλέον χρόνια μετά, η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει και οι νέοι παραμένουν αδύναμοι, δείγμα ίσως της διαχρονικής αποτυχίας της ελληνικής κοινωνίας να αναθρέψει ανθρώπους ικανούν να αντέξουν στις δυσκολίες της ζωής).

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι το γεγονός ότι τα γυρίσματά της πραγματοποιήθηκαν στην πολύ δημοφιλή τότε μπουάτ «Κατακόμβη», τα οποία όμως διακόπηκαν απότομα, αφού το ίδιο βράδυ εκδηλώθηκε το βασιλικό Αντικίνημα του Κωνσταντίνου κατά της χούντας, στις 13 Δεκεμβρίου του 1967. Στην ταινία ακούγεται το θρυλικό τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Τι σου 'κανα και πίνεις» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, ερμηνευμένο μοναδικά από την Πόλυ Πάνου. Εκτός από τους Λάσκαρη-Γεωργίτση-Καββαδία, στην ταινία «Όλγα αγάπη μου» πρωταγωνιστούν ακόμα οι Ανδρέας Μπάρκουλης, Μέλπω Ζαρόκωστα, Καίτη Παπανίκα, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Δημήτρης Γούσης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Τούλα Λιακοπούλου, Δώρα Φύτιζα, Γ. Γιώργαινας, Νίκος Γαλιάτσος.  Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 5 Φεβρουαρίου του 1968 και έκοψε 367.559 εισιτήρια. Θεωρήθηκε από τις επιτυχημένες εμπορικά ταινίες, αφού βρέθηκε στην 11η θέση από πλευράς εισπράξεων μεταξύ των 99 ταινιών που προβλήθηκαν τη σεζόν 1967-1968.

Αντιγόνη Βαλάκου-Μάνος Κατράκης στο «Δρόμο με τις ακακίες»

«Ο δρόμος με τις ακακίες» αποτελεί μια από τις σπανιότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου και ειδικότερα της Finos Film, την οποία τα ελληνικά ιδιωτικά κανάλια δεν έχουν προβάλλει ποτέ. Κι όμως πρόκειται για εξαιρετική ταινία, γυρισμένη το 1954, με σπουδαίους ηθοποιούς και με ένα ευρηματικό σενάριο. Δημιουργός της ήταν ο Δημήτρης Ιωαννόπουλος, ο οποίος υπογράφει τόσο το σενάριο όσο και τη σκηνοθεσία. Μάλιστα, δεν επρόκειτο για την πρώτη του συνεργασία με τον Φίνο, αφού είχε προηγηθεί το 1942, εν μέσω γερμανικής κατοχής, η ταινία «Η φωνή της καρδιάς», με πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Βεάκη. Ο Ιωαννόπουλος, μετά την «Φωνή της καρδιάς» έφυγε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ.

Με την επιστροφή του στην χώρα μας, συνεργάστηκε αμέσως με τον Φίνο, γυρίζοντας τη συγκεκριμένη ταινία. Πρωταγωνιστές της ήταν η Αντιγόνη Βαλάκου και ο Μάνος Κατράκης. Η υπόθεση ήταν η εξής, σύμφωνα με την Finos Film: Μια έντιμη και αισθαντική κοπέλα που ζει με τη γιαγιά της, η Λένα Πετρή, ανακαλύπτει ότι ο άνθρωπος τον οποίο αγαπούσε την ξεγέλασε με ποταπό τρόπο. Απογοητευμένη πέφτει στις ρόδες ενός αυτοκινήτου και βαριά τραυματισμένη, μεταφέρεται στο νοσοκομείο, όπου σώζεται χάρη στην επιτυχή χειρουργική επέμβαση του γιατρού Βρανά. Όταν η Λένα γίνεται καλά, ερωτεύεται τον γιατρό Βρανά, αναγκάζεται όμως να πνίξει τα αισθήματά της καθώς μαθαίνει ότι αυτός είναι αρραβωνιασμένος με μια αδίστακτη αριβίστρια, η οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανεβεί τις κοινωνικές κλίμακες. Ένας δημοσιογράφος, όμως, που γνωρίζει καλά τα της κοσμικής ζωής της Αθήνας, βοηθάει την Λένα να σμίξει με τον Βρανά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ταινία παρουσιάζουν τα εξωτερικά γυρίσματα, με δρόμους και σοκάκια της παλιάς Αθήνας, αλλά και η εμφάνιση του Μάνου Κατράκη, ο οποίος εμφανίζεται σε μέση ηλικία, ή καλύτερα σε μικρότερη ηλικία από αυτές που τον είχαμε συνηθίσει στις ταινίες της δεκαετίας του 1960. Μαζί με τους Βαλάκου-Κατράκη, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Χριστίνα Καλογερίκου, Καίτη Πάνου (ήταν η αγαπημένη του Ιωαννόπουλου, που την είχε μαζί του στις ταινίες που σκηνοθετούσε), Τζόλυ Γαρμπή, Νίκος Ματθαίος, Ελένη Ζαφειρίου, Αλίκη Γεωργούλη, Γιάννης Αποστολίδης, Νίκος Βλαχόπουλος, Γιώργος Πλουτής, Τάσος Κατραπάς, Μαρία Βούλγαρη, Δημήτρης Σκλάβος, Γιάννης Πελεκούδας, Ιωάννα Τρικάκη, Μαρία Μανιάτη, Μίρκα Αβαταγγέλου, Γιώργος Λαμπράκης, Κώστας Ντίνος, Αγνή Βλάχου. Η μουσική ήταν του Μάνου Χατζηδάκι, η φωτογραφία του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα και το μοντάζ του -μοντέρ τότε-, Ντίνου Κατσουρίδη.

Όπως φαίνεται λοιπόν, οι συντελεστές της ταινίας ήταν μεγάλα ονόματα, είτε επρόκειτο για ηθοποιούς, είτε για τεχνικούς. Ωστόσο, το κοινό δεν ανέδειξε εμπορικά την ταινία, αφού στην πρώτη της προβολή σε Αθήνα-Πειραιά έκοψε μόλις 21.780 εισιτήρια και βρέθηκε στην 11η θέση ανάμεσα στις μόλις 14 που προβλήθηκαν τη σεζόν 1954-1955. Η πρεμιέρα της έγινε στις 8 Νοεμβρίου του 1954. Κατά τη γνώμη μας πρόκειται για μια ταινία εξαιρετικής ηθογραφικής διάστασης, αλλά με καταστάσεις που ίσως σήμερα μας φαίνονται ανόητες και ανίκανες να δημιουργήσουν τις εντάσεις που δημιούργησαν στους ήρωες της ταινίες. Ίσως γιατί η σημερινή πραγματικότητα μας έχει εθίσει στις υπερβολές και στις αποκλίσεις πάσης φύσεως...

Η στροφή του Φίνου στον κινηματογραφικό ρεαλισμό και η επένδυσή του στον Παύλο Τάσιο

Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς βλέποντας την ταινία «Ναι, μεν αλλά», παραγωγής 1972, ήταν ότι την είχε γυρίσει ο Φίνος. Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη, θεωρείται μια από τις πρώτες ταινίες ακραιφνούς κινηματογραφικού ρεαλισμού, ο οποίος κατέγραψε τις σημαντικές δομικές κοινωνικές αλλαγές που βίωσε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, με αιχμή την αστυφιλία και τον σύγχρονο, αγχώδη τρόπο ζωής στις μεγαλοπούλεις. Και ο Φίνος δεν φημίζονταν για την εμμονή του σε τέτοιες κινηματογραφικές τάσεις, που για πολλούς θεωρούνταν εξεζητημένες. Ωστόσο, με την ταινία «Ναι μεν, αλλά» κάνει το μεγάλο βήμα, στηριζόμενος σε ένα νέο εκείνη την εποχή κινηματογραφιστή, τον Παύλο Τάσιο, τον οποίο όμως ο ίδιος είχε ήδη δίπλα του μια δεκαετία στη Finos Film.

O Tάσιος είχε γράψει το σενάριο, αλλά σκηνοθέτησε παράλληλα την ταινία. Ο Φίνος δεν έκανε λάθος. Η ταινία απέσπασε βραβείο καλύτερου σεναρίου, μοντάζ και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1972, ενώ ανέδειξε ένα νέο εκείνη την εποχή ηθοποιό, τον Φάνη Χηνά, ο οποίος με την εξαιρετική ερμηνεία του κυριολεκτικά «απογείωσε» το τελικό αποτέλεσμα. Ένας ηθοποιός με μεγάλο ταλέντο, ο οποίος όμως για λόγους που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, δεν έκανε την καριέρα που μπορούσε και δικαιούταν. Η υπόθεση της ταινίας αφορά στην πορεία ενός απλού άνδρα που ήρθε από το χωριό στην πρωτεύουσα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή, την οποία όμως δεν έζησε ποτέ. Τόσο επαγγελματικά, όσο και στην προσωπική του ζωή, η οποία ήταν γεμάτη από μεγάλους και επίπονους συμβιβασμούς.

Βιώνοντας στα άκρα τις πιέσεις του κοινωνικού του περίγυρου, αλλά και το ασφυκτικό περιβάλλον της μεγαλούπολης, οδηγείται σε παράλογες καταστάσεις και κάπως έτσι φθάνει στο να δολοφονήσει την κοπέλα του και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Κάπου εδώ παρεμβαίνει ένας δημοσιογράφος, συνεργάτης της αστυνομίας, ο οποίος προσπαθώντας να εξηγήσει τον φόνο της κοπέλας από τον άνδρα αυτόν, ανακαλύπτει πολλά για το παρελθόν του, όπως έναν αποτυχημένο γάμο, ατέλειωτη μοναξιά και απελπισία. Τον δημοσιογράφο υποδύεται ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, προσφέροντας ένα ακόμα ατού στο «Ναι μεν, αλλά». Εκτός από τους Χηνά και Δαμιανό, στην ταινία εμφανίζονται οι Ζαννίνο, Μελανί Στάντζου, Μιχαήλ Μιχαήλ, Λάκης Γκέκας, Χρήστος Νάτσιος, Άννα Μεταλλίδου, Κατερίνα Γώγου, Κική Τσιγκάλου, Μανώλης Δεστούνης, Υβόνη Βλαδιμήρου, Γιάννης Εμμανουήλ, Βίκυ Βανίτα, Βάσια Τριφύλλη, Ανθή Καρυοφύλλη, Βασίλης Βασταρδής, Βαγγέλης Πετανίτης, Γιώργος Σαλάχας, Ρίτα Μπενσουσάν, Βασίλης Μητσάκης, Βαγγέλης Λαμπρόπουλος, Ιωάννα Κορομπίλη, Χαράλαμπος Μητρόπουλος, Μαρία Μαρτίκα, Φραγκούλης Φραγκούλης, Στέλλα Γερμενή, Γιώργος Μπαλής, Γιάννης Χειμωνίδης.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας στις 6 Νοεμβρίου του 1972 και στην πρώτη της προβολή έκοψε 44.318 εισιτήρια. Η μουσική ήταν του Δημήτρη Μήλιου. «Η ταινία «Ναι μεν, αλλά» θεωρείται η ταινία που άνοιξε το διάλογο για τις επιπτώσεις των γρήγορων, βίαιων και άτσαλων αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία -μια μετάβαση σκληρή, δύσκολη και ξαφνική, ότι ακριβώς δηλαδή βιώνουμε στις ημέρες μας» διαβάζουμε στο sevenart.gr. Kαι βλέποντας την ταινία ξανά και ξανά, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε μαζί του. Τελικά ο Φίνος δεν έπαψε ποτέ να εκπλήσσει. Όσο για τον Τάσιο, η μετέπειτα πορεία του δικαίωσε τον Φίνο. Ο Τάσιος ασχολήθηκε ενδελεχώς με τις κοινωνικές αλλαγές της μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις τους, στο σύνολο της μετέπειτα φιλμογραφίας του, από το «Βαρύ πεπόνι» και την «Παραγγελιά», στο «Στίγμα», τα «Βαποράκια» και το «Νοκ άουτ».

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας