Έτσι μας βλέπουν εκτός συνόρων...

Έτσι μας βλέπουν εκτός συνόρων...

bet365

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης με αφορμή την παρουσίαση της ταινίας «miss Violence» καταγράφει τις σκέψεις του για το πως βλέπουν... εκτός συνόρων τον Ελληνικό κινηματογράφο!

Η έξοδος της ταινίας του Αλέξανδρου Αβρανά «miss Violence» με έχει βάλει σε πολλές σκέψεις.

Πρώτα από όλα επειδή είχε βραβευτεί στη Βενετία με δύο πολύ μεγάλα βραβεία και με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι- κι αυτό θα το λέω. Διότι γνωρίζω καλά πως τα βραβεία των κριτικών επιτροπών των Φεστιβάλ δεν είναι «υπόθεση προέδρου» κι ας λένε ό, τι κατεβαίνει από το μυαλό τους όλοι αυτοί που τα ερμηνεύουν με βάση το πρόσωπο του προέδρου. Ο πρόεδρος μπορεί να εισηγηθεί αλλά η πρόταση θα ψηφιστεί από τα μέλη. Την ίδια εισήγηση κάνουν και τα άλλα μέλη της επιτροπής, ο καθένας για τον τομέα του. Αν επικαλούμαι συχνά τον Μπερτολούτσι στην περίπτωση Αβρανά το κάνω για ένα συγκεκριμένο λόγο: Επειδή ο κορυφαίος Ιταλός σκηνοθέτης έκανε κι ενθουσιώδεις δηλώσεις στον Τύπο υπέρ της ταινίας! Κι αυτό ανεβάζει τη στάθμη της. Και με ενδιαφέρει περισσότερο η κινηματογραφική γνώμη του Μπερτολούτσι από τις άναρθρες κραυγές αυτών που δίνουν το στίγμα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ,που είναι κάποιοι κινηματογραφικά αλλά και γενικότερα αμόρφωτοι ή ημιμαθείς που νομίζουν ότι είναι «ψαγμένοι» ή παριστάνουν τους «ψαγμένους» αν αποσκοπούν σε άλλου τύπου οφέλη. Κι έχουμε δει τέτοιους πολλούς…. ουκ έστιν αριθμός.

Όταν λοιπόν τελειώσαμε με τη Βενετία και περιμέναμε την ταινία στις αίθουσες, ετοιμαζόμουν κι εγώ να εξηγήσω μερικά πράγματα, να πω δηλαδή πως δεν βλέπουμε την ταινία του Αβρανά γενικώς αλλά την ταινία που βραβεύτηκε στη Βενετία με τόσο πανηγυρικό τρόπο.

Ηθελα να εξηγήσω αφενός πως μας βλέπουν οι ξένοι γενικότερα και αφετέρου τι ζητούν εκείνοι από τον ελληνικό κινηματογράφο και τι ζητούμε εμείς από αυτόν.

 

Ως προς το πρώτο, το πώς μας βλέπουν οι ξένοι, και γιατί έχουν πέσει με τα μούτρα σε ταινίες σαν τον «Κυνόδοντα» ή το «attenberg» ή τώρα τη «Miss Violence’, πως το θέμα «οικογένεια’ από το οποίο εμπνέονται αυτές οι νέες ταινίες των σημερινών σκηνοθετών, στους ξένους κτυπούν διαφορετικά.

Κακά τα ψέματα, ως παράδοση και πολιτισμός, είμαστε συνδεδεμένοι για τους ξένους με την αρχαία ελληνική τραγωδία και με τα εξ αυτής πρότυπα και διδάγματα.

Η τραγωδία είναι το στίγμα μας, για οποιοδήποτε θέμα κάνουν δραματική αναφορά, μεταχειρίζονται τον όρο «ελληνική τραγωδία» αλλά ουδέποτε τον όρο «ελληνική κωμωδία». Ο Αριστοφάνης γι αυτούς αλλά και για την Παγκόσμια Ιστορία Θεάτρου δεν κατέχει την ίδια θέση με τους τρεις τραγικούς Αισχύλο, Σοφοκλή κι Ευρυπίδη, εξού και δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τις ελληνικές κωμωδίες ενώ ασχολούνται φερειπείν με τις ιταλικές.

Τωρα, γιατι στα τελευταία 20 χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης , δόθηκε άνωθεν εντολή να θαυμάζονται από τον παλιό κινηματογράφο μόνο οι κωμωδίες και να λοιδορούνται τα δράματα, είναι κι αυτό ένα θέμα της νεοελληνικής σύγχυσης κι αν μου επιτρέπετε, και της ελληνικής υποκρισίας. Και της «άνωθεν εντολής» που έχει κι αυτή το σκοπό της αλλά ας μην μπλέξουμε με αυτά σε τούτο το δημοσίευμα, υπόσχομαι να θίξω το σημείο αυτό σε ακέραιο θέμα κάπου προσεχώς.

Ετσι κι αλλιώς δεν στέκει να λές πως μια χώρα παράγει καταπληκτικά τη μία όψη ενός νομίσματος και πρέπει συγχρόνως να ντρέπεται για την άλλη. Δεν στέκει. Πόσο μάλλον όταν αυτό που πρέπει να την κάνει να ντρέπεται είναι κι αυτό για το οποίο μας βλέπουν οι ξένοι.

Το θέμα οικογένεια λοιπόν και τα εξ αυτής παράγωγα που λέγονται ενδοοικογενειακή βία ή , κυρίως, αιμομιξία, τα θεωρούν κομμάτια της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης, όλη η ψυχανάλυση στηρίζεται σε «σύνδρομα» αντλημένα από την ελληνική τραγωδία και μυθολογία και τα «σύνδρομα» αυτά, «οιδιπόδειο», «σύμπλεγμα της Ηλέκτρας» κλπ έχουν να κάνουν με την αιμομιξία. Για την οποία, επίσης γνωρίζουν, ενώ εμείς οι σύγχρονοι θέλουμε να κάνουμε σαν να μην υπάρχει, ότι στις μέρες μας αφθονεί , σε όλη την ελληνική επικράτεια αλλά …αποσιωπάται.

Όταν δουν έργο ελληνικό με τέτοιες αναφορές, το μυαλό τους αυτομάτως τρέχει στην ελληνική πολιτισμική παράδοση και το βλέπουν έτσι όπως οι ίδιοι θέλουν να το δουν.

Να λοιπόν που σήμερα στον κινηματογράφο δεν αναζητούνται τα πολιτικά σύμβολα της δεκαετίας 70 αλλά είναι κι αυτοί μπερδεμένοι επειδή είναι μπερδεμένος ο ίδιος ο κινηματογράφος,

Με βάση αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς τι ψάχνουν οι ξένοι να βρουν στον ελληνικό κινηματογράφο και τι νομίζουν ότι βρήκαν σε αυτές τις ταινίες επειδή έπεσαν πάνω τους απανωτές.

Το τι ζητάμε όμως εμείς οι Ελληνες θεατές από τον ελληνικό κινηματογράφο έρχεται και μπερδεύει τα πράγματα, ιδίως από την ώρα που θα δει κάποιος την «miss Violence» του Αβρανά και θα διαπιστώσει ότι δεν έχει σχέση με τον «Κυνόδοντα» κι ας του μοιάζει, ότι είναι μια ταινία συγκλονιστικής αλήθειας και γυρισμένη άριστα – εξού κι ο Μπερτολούτσι, το ξανατονίζω.

Πως μπορείς να τις ρίχνεις στο ίδιο τσουβάλι, ρωτάς από τη μια, αλλά κι από την άλλη λες «παιδιά ήσυχα. Να μη σας αρέσει ο «Κυνόδοντας» κι οι συν αυτώ, να το καταλάβω. Το μένος, όμως, δεν δικαιολογείται, κάτι άλλο δηλώνει»

Τι δηλώνει; Πως ξαφνικά τώρα πρέπει όλοι να μισούμε τους «Κυνόδοντες» και τους Αβρανάδες- κι ας μην έχει σχέση η ταινία του, το ξαναλέω. Όπως πριν δεν μας άρεσαν κι οι ταινίες με αντάρτες και χιονισμένα βουνά κι έπρεπε να σιχαινόμαστε τον Αγγελόπουλο. Μα και πριν από τους «αντάρτες», έπρεπε να κοροιδεύουμε τα μελό και να μην τα καταδεχόμαστε. Και πριν από τα μελό, τις φουστανέλες.

Ενδιάμεσα, τις καταγγελίες του Φώσκολου και το «παιδί του λαού» τον Νίκο Ξανθόπουλο ως αντικείμενο ειρωνείας που είναι φτωχός, πάει μετανάστης, δεν τον θέλουν οι πλούσιοι, Όμως στον Καζαντζίδη που τα τραγούδια του λένε τα ίδια πράγματα με τα φιλμ του Ξανθόπουλου, κατόπιν «άνωθεν εντολής», ανακαλύπτουν τον «λαικό καημό», την «ξενητιά», την «αχάριστη πλούσια» και δεν συμμαζεύεται. Τα ίδια ακριβώς. Όχι με μουσικούς όρους. Εξου κι επικαλέστηκα τον Καζαντζίδη (που είναι κι ερμηνευτής, όπως ο Ξανθόπουλος) κι όχι τον Τσιτσάνη, που είναι δημιουργός

Συγχρόνως, ειρωνεύονται, όταν δεν απαξιώνουν την Αλίκη Βουγιουκλάκη, αλλά έχουν άχτι και τη Μελίνα Μερκούρη κι ανακαλύπτουν τώρα «ότι δεν είναι ηθοποιός» μα τα ίδια και χειρότερα λένε και για την Ειρήνη Παππά. Την τιμά σύμπας ο διεθνής κόσμος αλλά οι Ελληνες δεν καταδέχονται.

Τις δε κωμωδίες που τώρα «ανακαλύπτουν» και τις επικαλούνται διά της «άνωθεν εντολής», σας διαβεβαιώ ότι σε όλη τη διάρκεια του δραματικού βίου των ελληνικών ταινιών, από φουστανέλα μέχρι Αβρανά, όλες οι κωμωδίες περιφρονούνταν στον ενεστώτα χρόνο τους. «Ο τρίχας ο Χατζηχρήστος», «ο σαχλαμπούχλας ο Βέγγος», «ο Σταυρίδης με τις κρυάδες του», «ο Γκιωνάκης με τις σαχλαμάρες του’ ήταν αυτά που άκουγα και στην παιδική μου ηλικία. Τότε που συνειδητοποιούσα ότι δεν υπήρχε Ελληνας που να του αρέσει η Βουγιουκλάκη κι αναρωτιόμουν ποιοι είναι αυτοί οι εξωγήινοι που επί 40 χρόνια γεμίζουν τα θέατρα της και τους κινηματογράφους που παίζονται οι ταινίες της, του κέντρου, των συνοικιών, της επαρχίας, και μετά εξαφανίζονται με ένα αόρατο διαστημόπλοιο και στην Ελλάδα την άλλη μέρα θα κυκλοφορούν μόνο άνθρωποι που δεν θέλουν ούτε να την βλέπουν ούτε να την ακούν.

Μα και για τις σύγχρονες κωμωδίες , μόνο αφορισμούς ακούμε. «Τηλεοπτικές», «χαζές» και τέτοια. Από το «Safe sex» μέχρι το remake του «Ηλία του 16ου» που αν δει κανείς τι έλεγαν στον καιρό του original «Ηλία» θα διαπιστώσει ότι τον «καινούργιο» έως και τον περιποιούνται πάνω στην απαξίωση του.

Οι ξένοι, ενπάση περιπτώσει, συμφωνούμε δεν συμφωνούμε, ξέρουν τι ψάχνουν να βρουν στον ελληνικό κινηματογράφο. Εμείς οι Ελληνες ξέρουμε άραγε τι θέλουμε από αυτόν; Η γενικώς ό, τι και να γίνει εμείς θα το βρίζουμε επειδή έτσι μας μάθανε, αντί να μας μάθουν να τον παραδεχόμαστε ότι αυτός είναι ο κινηματογράφος μας, ο καθένας στο είδος του βάζει την ελληνική πινελιά στο είδος αυτό, όπως κάνουν οι Ιταλοί που με υπερηφάνεια μιλούν για τον «Μασίστα», για τον «Τσίτσο και Φράνκο», για τον Φελίνι και τον Αντονιόνι, για τα μελοδράματα τους και «Τα παιδιά της αμαρτίας», για τα b movies του ‘ 70 με τον Τόμας Μίλιαν, όλα τα αποκαλούν «Il grande cinema italiano»

Όταν είδα τη «Miss Violence» και συγκλονίστηκα με την αλήθεια της αλλά και την κινηματογράφιση της, κι άκουσα μετά τους «ψαγμένους» (δεν αναφέρομαι στο κοινό) κατάλαβα και πάλι… Και μπερδεύτηκα ξανά!

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

Το "χειρότερο" μου είναι να μου ζητούν βιογραφικό. Όχι τίποτε άλλο, μα όταν πρόκειται να μιλήσω για μένα, κυριεύομαι από αμηχανία. Φοβάμαι ότι αν πω κάτι που θα θεωρηθεί "παραπανίσιο" κινδυνεύω να παρεξηγηθώ ως επηρμένος. Κι αν πω λιγότερα, υπάρχει κίνδυνος να παρέλειψα κάτι πολύ σημαντικό για τους άλλους.
Ωστόσο, αυτό εξακολουθεί να με προκαλεί σαν Μοίρα

Και φυσικά οφείλω να ανταποκριθώ. Κάνοντας όμως μιά "υπέρβαση". Την υπέρβαση του νέου μέσου που λέγεται διαδίκτυο κι είναι ο αιώνας που ξημερώνει. Αυτός που με φέρνει κοντά σας ύστερα από 35 χρόνια στο σινεμά, στην κριτική, στη δημοσιογραφία, στο ρεπορτάζ στην αρθρογραφία. Μη με ρωτήσετε για Οσκαρ, για membership σε Ακαδημίες Κινηματογραφικές, όλα ισχύουν, ό, τι έχετε ακούσει κι ό, τι σας διαφεύγει.

Ας συστηθούμε εδώ από το νέο μέσον, που είναι αυτό της διακίνησης ιδεών. Το οποίο συμπληρώνει την υπάρχουσα ταυτότητα ενώ παράλληλα φιλοτεχνει και μιά άλλη, βασισμένη στην παλιά. Κάτι σαν liftingσε ταυτότητα, κάτι σαν τον αστεισμό που είχε κάνει ο παλιός performer της αμερικανικής τηλεόρασης Τζόνι Κάρσον στην απονομή των Οσκαρ του 1979: "Χαίρομαι επειδή απόψε βλέπω πολλά νέα πρόσωπα, κυρίως πάνω σε παλιά πρόσωπα"

Και για να μη μας πουν κάποια στιγμή αυτό που λέει ο Βασίλης Αυλωνίτης στη Χριστίνα Καλογερίκου στο "Αμαξάκι" "με συγχωρείτε αλλά φοβάμαι πως το ρολόι σας πηγαίνει μισό αιώνα πίσω"

Και με μας τι γυρεύεις; Α, όσο οι ποδοσφαιρικοί δεν μπορούν να αποφασίσουν οριστικά αν ο Μήτρογλου ήταν ο σταρ του ματς Αντερλεχτ - Ολυμπιακός κι .όχι ο Ρομπέρτο, άλλο τόσο κι οι κινηματογραφικοί εξακολουθούν να παρεξηγούνται άν έπρεπε να έχει πάρει το Οσκαρ το 1999 η Κέιτ Μπλάνσετ κι όχι η Γκουίνεθ Πάλτροου.

Επειδή λοιπόν,τα πάντα ρει, ένα μόνο έχω να πω: Ευχαριστώ για την τιμή!

35 χρόνια; Θέλετε ηλικία; Μα οι νέοι δεν έχουν