«Το Μίσος»: Ο κόσμος κάποτε μας ανήκε (vid)
Πότε χάσαμε τον ήλιο από τα μάτια μας; Την ώρα που τα σύννεφα έβγαλαν «γλώσσα»; Όχι, δεν ήταν τότε. Μήπως όταν έπεσαν τα μπετά και οι έμποροι παζαρεύαν τα τσιμέντα; Ίσως… Αλλά και πάλι, ένα κομμάτι ουρανού το είχαμε. Λες να ήταν όταν πέσαμε για ύπνο και δεν ξυπνήσαμε ποτέ; Μπα… Πάντα σηκωνόμαστε. Το ξυπνητήρι της δουλειάς ποτέ δεν σε αφήνει να κοιμηθείς τόσο πολύ. Α, κάτσε, το βρήκα. Όταν είδαμε τη μάνα μας να κλαίει γιατί δεν είχε να αγοράσει ψωμί και γαλά. Ναι, αυτό σίγουρα θα μας έκλεινα τα μάτια και τα φύλαγε τα δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, το ηλιακό φως σε ζεσταίνει και σου ζητά να μη χάνεις την ελπίδα σου. Ε, τότε θα ήταν τη στιγμή που ο φίλος, ο αποκλεισμένος, εσύ, εγώ, άρχισε να τρέχει για να αποφύγει το μάθημα-επανάληψη του κράτους, την καταστολή. Έχει αρκετές πιθανότητες αυτό. Ωστόσο, ακόμα και τότε, μια γρήγορη ματιά τη ρίχνεις στο πρωινό άστρο. Ε, τότε, πότε ρε γαμώτο τι έγινε; Όταν γονατίσαμε, φίλε. Και ξέρεις, όπως λέει και ο Βινς, όταν σκύβεις το κεφάλι σου γ@#$νε τη μάνα! Έκτοτε, καμία ελπίδα, καμία, τύχη. Κυνηγητό, λαχανιασμένες ανάσες κι ένας κόσμος που κάποτε μας ανήκε. «Το μίσος» είναι ο ήλιος μας πια.
Η αέναη πτώση (μας)
Η ταινία του Ματιέ Κασσοβίτς παίζεται ξανά στους κινηματογράφους και θα έπρεπε να παίζεται ξανά και ξανά. Και όχι, δεν στεκόμαστε τόσο στην ψυχαγωγική πλευρά του θεάματος. Αυτό που κάνει απαραίτητη τη θέαση της, είναι η δική μας, αέναη, πτώση και τα κομμάτια μας που σκορπίζονται πάνω στα αναποδογυρισμένα κλομπ, στις χειροπέδες που κομματιάζουν τη σάρκα και στις σφαίρες που στερεώνουν το βάρβαρο χαμόγελο της εξουσίας. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, η φτώχεια και η αστυνομική βαρβαρότητα είναι πάντα στο επίκεντρο και είναι αυτά που κρατάνε το μαρτύριο ζωντανό, τη σισύφεια πορεία τον μόνο δρόμο για τους μη προνομιούχους.
«Το Μίσος» είναι αυτό που βλέπουμε και σήμερα. Οι αρχές, οι φιλήσυχοι, νοικοκυραίοι, πολίτες, οι αδιάφοροι, οι ιδιώτες και αυτοί που εκτελούν εντολές και εκτελούν γενικά, συνεχώς αναρωτιούνται, παραπονιούνται, έμμεσα και άμεσα διατάζουν λέγοντας: Γιατί κάνεις φασαρία; Γιατί δεν πας να βρεις δουλειά; Γιατί θέλεις να διασκεδάσεις 11 το πρωί; Γιατί δεν υπακούς; Και γιατί δεν αρκείσαι στη μζέρια σου; Και η λεκτική, ψυχολογική βία, γίνεται σωματική. Η ενστικτώδης αντίδραση, η αυθόρμητη, η συλλογική, η οργανωμένη, φοβίζει τους εξουσιαστές και τους υποτελείς και τότε τα όπλα εκπυρσοκροτούν. Και οι σφαίρες βρίσκουν πάντα, μα πάντα όμως, τους νέους που δεν άκουσαν τις «νουθεσίες» των καθωσπρέπει ατόμων. Βρίσκουν τους μετανάστες, τους ρομά, τους εύκολους στόχους που πρέπει να γίνουν παράδειγμα και φόβος για τους άλλους. Πάντα η ίδια λύσσα, το ίδιο λάθος, το ίδιος μίσος. «Το Μίσος» είμαστε όλοι εμείς. Εμείς που το καταπίνουμε και αυτοί που μας το ταΐζουν.
Μια παρέα ξεκινά για το… τίποτα
Σε αυτή την ταινία ο χρόνος έχει σημασία και την ίδια στιγμή δεν έχει! Κάπου στα μέσα των 90’s, σε κάποια λαϊκή γειτονιά κοντά στο Παρίσι, η αστυνομία έχει τραυματίσει σοβαρά άραβα μετανάστη. Βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση. Προκαλούνται ταραχές και η λαϊκή αντιβία ξεσπά με ορμή και μένος. Καταστροφές, καταστροφές και συγκρούσεις. Την επόμενη μέρα μια παρέα τριών νεαρών ξεκινά για το… τίποτα. Για την επιβίωση; Για τα κόλπα της καθημερινότητας που δίνουν το χαρτζιλίκι της ημέρας; Για τη χαρά και τη μόρφωση που προσφέρει η παρέα; Όχι! Για το τίποτα ξεκινάνε μια και είναι όλοι εν δυνάμει ένοχοι, καταδικασμένοι. Ένας εβραίος, ένας Άραβας κι ένας Αφρικανός, όλοι φτωχοί, με ανύπαρκτο μέλλον, ξεκινούν την πορεία τους για το σήμερα και ίσως για το αύριο. Ο Βινς, ο Σαϊντ, ο Ουμπέρτ, έχουν στο μυαλό τους το παιδί που είναι στο νοσοκομείο. Ο Βινς έχει βρει το όπλο αστυνομικού το οποίο χάθηκε την προηγούμενη, βίαιη, νύχτα. Ορκίζεται πως αν πεθαίνει ο νεαρός μετανάστης, θα χρησιμοποιήσει το περίστροφο για να σκοτώσει αστυνομικό. Οι φίλοι του προσπαθούν να τον αποτρέψουν. Η βία, όμως, η καταπίεση, η αδικία, είναι εκεί. Κάθε ώρα, κάθε λεπτό, το σιδερένιο χέρι της τάξης βρίσκεται στον λαιμό τους. Λίγο πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα, γίνεται γνωστό ότι ο Αμπντέλ πεθαίνει. Οι τροχοί έχουν μπει σε κίνηση. Κάποιος θα δολοφονηθεί. Ξανά. Και δεν θα είναι αστυνομικός. Θα είναι πρώτα ο άνθρωπος και μετά η κοινωνία που πέφτει, πέφτει, πέφτει… Σημασία, όμως, δεν έχει η πτώση, αλλά η προσγείωση, όπως αναφέρει ο Ουμπέρτ.
Η ασπρόμαυρη εικόνα είναι ό,τι αξίζει σε αυτό που βλέπουν οι τρεις πρωταγωνιστές και όλοι εμείς που ζούμε σήμερα σε ανάλογες ή παρεμφερείς συνθήκες. Σίγουρα έχουμε τον φόβο της αστυνομικής αυθαιρεσίας, ασυδοσίας και σίγουρα το μέλλον δεν φαίνεται και τόσο ευοίωνο. Το σενάριο είναι απλό και ουσιαστικό. Η πλοκή κυλά εύκολα και όλα όσα συμβαίνουν περνούν άμεσα και αποτελεσματικά στον θεατή. Ο ρυθμός και η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι γεμάτος από ήρεμη δύναμη ένταση που σιγοβράζει. Οι τρεις πρωταγωνιστές, Βενσάν Κασέλ, Ουμπέρ Κουντέ, Σαϊντ Ταγκμαουϊ, είναι απολαυστικοί και απόλυτα μέσα στον ρόλο τους. «Το Μίσος» μας δείχνει ότι σε αυτήν την κοινωνία μόνο το μίσος μας ανήκει. Ο κόσμος έχει φύγει από τα χέρια μας.
