Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 57 (pics & vids)

Gazzetta team
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 57 (pics & vids)

bet365

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Το «Χαρούμενο ξεκίνημα», ο σταρ Γιώργος Οικονομίδης και το πρώτο μιούζικαλ του ελληνικού κινηματογράφου

Αν προσπαθούσαμε να συνθέσουμε το top 10 των πιο αδικημένων ελληνικών ταινιών της χρυσής εποχής του 1950-1970, σίγουρα το «Χαρούμενο ξεκίνημα» του 1954 θα ήταν μέσα σε αυτό. Και χαρακτηρίζοντας «αδικημένη» μια τέτοια ταινία εννοούμε ότι δεν έχει προβληθεί ιδιαίτερα από τα κανάλια, με αποτέλεσμα να τη γνωρίζουν λίγοι. Η ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα» ήταν το πρώτο κινηματογραφικό μιούζικαλ που γυρίστηκε στην Ελλάδα, στα πρότυπα των αντίστοιχων του Hollywood, που εκείνη την εποχή χάλαγαν κόσμο. Ο Φίνος δεν έμεινε άδικα στην ιστορία της ελληνικής Τέχνης και του Πολιτισμού ως ο «Πατριάρχης του ελληνικού κινηματογράφου». Ήταν από τους ανθρώπους που δεν άφηνε κανένα φόβο και καμία ανασφάλεια να «πνίξουν» σκέψεις και πρωτοβουλίες που είχαν να κάνουν με καινοτομίες, σε κάθε επίπεδο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οι Έλληνες σινεφίλ ήξεραν ελάχιστα πράγματα για τα μιούζικαλ και τις μουσικές ταινίες. Και σίγουρα όσα ήξεραν δεν αποτελούσαν βάση για να στηριχθεί πάνω της μια τέτοιου είδους προσπάθεια και στον ελληνικό κινηματογράφο. Ωστόσο, ο Φίνος «παίδευε» πολύ καιρό στο μυαλό του την ιδέα του να γυρίσει μια μουσική ταινία, έστω κι αν ήξερε ότι το ρίσκο ήταν μεγάλο. Σκεφτόνταν το ρίσκο αυτό να το αντιπαρέλθει με ένα δημοφιλές καστ ηθοποιών, αλλά και με ένα φρέσκο, δροσερό και πρωτότυπο σενάριο. Έψαξε, ρώτησε, συζήτησε και τελικά κατέληξε σε ένα έξυπνο σενάριο τριών ανθρώπων που το όνομά τους και μόνο αποτελούσε εγγύηση επιτυχίας και «κράχτη» για τα ταμεία των κινηματογράφων. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ο Ασημάκης Γιαλαμάς, ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Κώστας Πρετεντέρης. Το σενάριό τους ευρηματικό, αλλά και σύγχρονο για την εποχή, δεδομένου ότι αξιοποιούσε την τεράστια δύναμη που είχε τότε το ραδιόφωνο και κάθε τι που κινούνταν γύρω από αυτό: Μια ομάδα τριών φίλων και άλλη μια τριών φιλενάδων αποφασίζουν να λάβουν μέρος σε έναν διαγωνισμό διαφήμισης που προκήρυξε ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Η κάθε ομάδα προσπαθεί να κερδίσει με κάθε τρόπο, σκαρώνοντας παγίδες για τους ανταγωνιστές της. Όμως ο έρωτας παρεμβαίνει στις καρδιές των δυο ομάδων και τους ενώνει. Για να εξασφαλιστεί η επιτυχία όμως θα έπρεπε και οι ηθοποιοί να κινούνταν στο ίδιο πλαίσιο με τους σεναριογράφους. Έτσι, ο Φίνος απευθύνθηκε σε τρεις σπουδαίους καλλιτέχνες, έναν καθιερωμένο και άκρως επιτυχημένο κονφερανσιέ ραδιοφώνου και δύο ταλαντούχους και ταχύτατα ανερχόμενους κωμικούς ηθοποιούς. Ο πρώτος ήταν ο Γιώργος Οικονομίδης, ο πιο επιτυχημένος και δημοφιλής άνθρωπος του ραδιοφώνου εκείνη την εποχή και οι άλλοι δύο ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Νίκος Ρίζος. Η χημεία των τριών τους αποδείχθηκε απλά μαγική και υπό την καθοδήγηση ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη, όπως ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος, το αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι πολύ καλό. Έτσι, η ταινία έκοψε 124.749 εισιτήρια, ήρθε δεύτερη ανάμεσα σε 14 ταινίες της σεζόν 1954-55 και θεωρείται προπομπός των μουσικών ταινιών που επικράτησαν στον ελληνικό κινηματογράφο την δεκαετία του '60.

 

Κριτική και από τον Μάριο Πλωρίτη

Δίπλα στους Οικονομίδη, Ηλιόπουλο και Ρίζο, πρωταγωνιστούσαν ακόμα σπουδαία ονόματα ηθοποιών όπως ήταν ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Ρένα Στρατηγού, ο Χρήστος και η Νίτσα Τσαγανέα, ο Γιώργος Δαμασιώτης, ο Σταύρος Ξενίδης, ο Νίκος Φέρμας, η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, η Κάτια Λίντα και πολλοί άλλοι. Το επίσης ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι το γεγονός ότι σε αυτή έκαναν την πρώτη τους κινηματογραφική εμφάνιση η Μαίρη Χρονοπούλου και η Μάρω Κοντού, σε δύο μικρούς, αλλά και βουβούς ρόλους. Η εξαιρετική μουσική της ταινίας ήταν των Λυκούργου Μαρκέα και Κώστα Καπνίση, το μοντάζ του Ντίνου Κατσουρίδη, ενώ στο τραγούδι ακούγεται ο υπέροχος Νίκος Γούναρης. Εξαιρετικές οι χορογραφίες του χορευτικού διδύμου Γιάννη Φλερύ – Λίντα ΄Αλμα, ενώ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε ένα σημείο της ταινίας όπου παίζει η ορχήστρα του Λυκούργου Μαρκέα εμφανίζεται ως μέλος της ορχήστρας ο γνωστός συνθέτης Γιώργος Κατσαρός, πολύ νεαρός τότε. Στο σύνολό της, η ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα» είναι μια τρισχαριτωμένη μουσική κωμωδία, η οποία κυλάει σαν σύγχρονο παραμύθι, παρουσιάζοντας μια μακρινή εποχή, με αξίες και ιδανικά που δυστυχώς έχουν χαθεί για πάντα. Και ευτυχώς που μένουν ταινίες σαν κι αυτή για να μας θυμίζουν κάποια ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συναισθηματα της ελληνικής κοινωνίας της μεταπολεμικής Ελλάδας, τα οποία ευδοκίμησαν σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κοινωνικές, πολιτικές, αλλά και κοινωνικές. Τα σπιτάκια και οι αυλές της Αθήνας του 50’, τα μικρά παιδιά που παίζουν στα χαγιάτια, οι χωμάτινοι δρόμοι, οι κατάφυτες γειτονιές, οι ανοιχτές πόρτες των σπιτιών είναι ορισμένα μόνο στοιχεία που αποπνέει απλόχερα η ταινία, από εκείνη την τόσο νοσταλγική δεκαετία. Για την ταινία αυτή μάλιστα έγραψε την εποχή εκείνη μια ενδιαφέρουσα κριτική ο Μάριος Πλωρίτης, μέσα από την εφημερίδα «Ελευθερία» με την οποία συνεργάζονταν εκείνη την εποχή. Έγραψε λοιπόν ο Πλωρίτης: «Αυτή η πρώτη ελληνική μουσική ταινία θα μπορούσε να έχει φτάσει σε πολύ πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα, αν το σενάριο και η μουσική τη βοηθούσαν περισσότερο, γιατί ο σκηνοθέτης κ. Ντίνος Δημόπουλος την «γύρισε» με πολύ κέφι, γρηγοράδα, μπρίο, ρυθμό, νεανικότητα, και δύο σκηνές είναι αληθινά αξιόλογες: ο καυγάς στο εστιατόριο και προπάντων το χορευτικό νούμερο της Λίντα Άλμα και του Γιάννη Φλερύ. Είναι η πρώτη φορά που ο ελληνικός κινηματογράφος παρουσιάζει χορευτικό νούμερο που να είναι και σαν χορός, αλλά και σαν κινηματογράφος. Και το σπουδαιότερο, αψεγάδιαστο στο είδος του». Ερμηνευτικά κανείς δεν υστερεί, συμπαθέστατοι όλοι, αλλά λίγο ψηλότερα στέκονται οι Αυλωνίτης - Δαμασιώτης. Από την άλλη, η τριπλέτα των κοριτσιών Λίντα - Παπαγεωργίου – Στρατηγού είναι εξαιρετική και σίγουρα είναι αδικία που δεν έκαναν περισσότερα πράγματα στο σινεμά αργότερα.

Η πρώτη ελληνική ταινία στο Φεστιβάλ Καννών και η αφιέρωση του Φίνου

Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών του 1950 και με την έννοια αυτή και μόνο κατέχει επάξια μια θέση στο πάνθεον των κορυφαίων ελληνικών ταινιών όλων των εποχών. Έστω κι αν ελάχιστοι γνωρίζουν την ύπαρξή της, αφού η τελευταία μετάδοσή της από ελληνικό κανάλι χρονολογείται 30 χρόνια πριν. «Η τελευταία αποστολή» γυρίστηκε το 1949, πέντε μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση, σε μια Ελλάδα κατεστραμμένη οικονομικά και κοινωνικά, αλλά ευτυχώς όχι ηθικά - που θα ήταν και το χειρότερο. Με χίλιους δύο κόπους η χώρα προσπαθούσε να κλείσει τις πληγές της κατοχής, αλλά και του εμφύλιου πολέμου. Ο Φιλοποίμηνο Φίνος έκανε τα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο και θέλησε να γυρίσει μια ταινία με θέμα της τον γερμανοϊταλικό πόλεμο, την οποία να αφιερώσει στον πατέρα του, τον οποίο είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί. Απευθύνθηκε λοιπόν στον Νίκο Τσιφόρο, ο οποίος τελικά έγραψε το σενάριο της ταινίας, ενώ είχε και την σκηνοθεσία. Πρωταγωνιστές της ήταν μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου, όπως οι Σμαρούλα Γιούλη, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Μιράντα Μυράτ, Νίκος Τζόγιας, Δήμος Σταρένιος, Ρένος Κουλμάσης, Γιώργος Βελέντζας, Θανάσης Τζενεράλης, Βαγγέλης Πρωτόπαππας, Αριστείδης Καρύδης-Φουκς (ναι, είχε κάνει και τον ηθοποιό ο σπουδαιος αυτός μοντέρ του Φίνου), Σπύρος Καλλιμάνης, Κίμων Φλεμωτόμος, Αθανασία Μουστάκα, Σόφι Λίλα, Γιώργος Χαμαράτος. Η υπόθεση της ταινίας, όπως μας ενημερώνει η Finos Film ήταν η εξής: Μια νεαρή κοπέλα συλλαμβάνεται για τον φόνο της μητέρας της. Στο αστυνομικό τμήμα αφηγείται την ιστορία της, ξεκινώντας από τον πρώτο χρόνο του γερμανοϊταλικού πολέμου. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και είχε διαφύγει στο Κάϊρο και η Ουγγαρέζα μητέρα της συζούσε με ένα Γερμανό αξιωματικό. Η κοπέλα μπήκε στην Αντίσταση και όταν ο πατέρας της γύρισε στην Ελλάδα για μια αποστολή, η μητέρα της τον πρόδωσε στους Γερμανούς. Η κοπέλα ομολογεί ότι δεν συγκράτησε το θυμό της και πυροβόλησε την μητέρα της. Η τελευταία όμως, λίγο πριν πεθάνει, δηλώνει ότι αυτοπυροβολήθηκε και ζητάει από την κόρη της συγνώμη. Εξαιρετικές οι ερμηνείες των Βασίλη Διαμαντόπουλου, Σμαρούλας Γιούλη, Μιράντας Μυράτ και Νίκου Τζόγια, αποτυπώνουν εντελώς ρεαλιστικά την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, αλλά και όλα τα συναισθήματα που αυτή δημιουργούσε. Υπέροχα τα τοπία από την ελληνική ύπαιθρο εκείνης της εποχής, ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι η ταινία ήταν και η πρώτη με...τοποθέτηση προϊόντος, αφού σε κάποιο πλάνο της εμφανίζεται ο τενεκές ελαιολάδου της Μινέρβα, με το ιστορικό λογότυπο της εταιρείας.

Οι θεατές ζητούν και επιβάλουν...αλλαγή σεναρίου

Τον Απρίλιο του 1949, η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά σε τρεις μεγάλους κινηματογράφους της Αθήνας, στον «Ορφέα», στο «Παλλάς» και στο «Τιτάνια». Ωστόσο, υπήρξαν αρκετά ευτράπελα με την πρώτη της προβολή, η οποία έγινε στις 4 Απριλίου 1949: Σύμφωνα πάντα με την Finos Film, ενώ την πρώτη εβδομάδα «σκαρφάλωσε» στα 90.000 εισιτήρια, το κοινό αντέδρασε με την προδοσία της ελληνίδας μάνας, ως ηρωίδα της ταινίας, με αποτέλεσμα να σταματήσει η προβολή της για ένα διάστημα, ώστε να γίνουν ορισμένες «θεματικές τροποποιήσεις»! Ναι, εκείνη την εποχή οι θεατές είχαν τόση δύναμη που μπορούσαν να αλλάξουν τα σενάρια ακόμα και ταινιών που είχαν ολοκληρωθεί! Σήμερα φαίνεται εξωπραγματικό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο θα πρέπει κανείς να δει το θέμα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπως ήταν εκείνο που κυριολεκτικά είχε επιβάλλει η ελληνική κοινωνια εκείνη την εποχή: Το πλαίσιο της ηθικής και της ανάγκης κάθε έκφανση της Τέχνης και του Πολιτισμού να το υπηρετεί, έστω και μέσα από ακραίες αντιδράσεις. Οι δημιουργοί της ταινίας δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τις «προσταγές» του κοινού, το οποίο μετά την πρώτη εβδομάδα προβολής της ταινίας, κυριολεκτικά τη «σνόμπαρε». Προκειμένου λοιπόν να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα, αλλά και να μην οδηγηθεί η ταινία σε εμπορική αποτυχία – που όλοι καταλαβαίνουμε τι σήμαινε σε τέτοιες δύσκολες εποχές -, οι δημιουργοί της ξαναγύρισαν το τέλος της, με τις απαραίτητες αλλαγές στο σενάριο. Και ποιες ήταν αυτές; Η Μιράντα Μυράτ που υποδύονταν την μητέρα αλλάζει εθνικότητα και από Ελληνίδα παρουσιάζεται ως Ουγγαρέζα, η οποία σύμφωνα με την ταινία, δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τους Έλληνες και την αντίστασή τους. Θερμές ήταν οι κριτικές που ακολούθησαν. Ο Αχχιλέας Μαμάκης, τον Μάρτιο του 1949 γράφει για την ταινία στην εφημερίδα «Έθνος»: «Αλλά περισσότερο και από τους ηθοποιούς αξίζουν θερμότατοι έπαινοι στον σκηνοθέτη και στον οπερατέρ κ. Χεπ, καθώς και εις τον κ. Φίνο που επεμελήθη τη φωνοληψία. Είνε αναντίρρητον, όπως είπα και εις την αρχή, ότι η «Τελευταία αποστολή» τεχνικώς αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προόδου. Η φωτογραφία, οι φωτισμοί, ακόμη και στα εσωτερικά, έρχονται στιγμές που σε κάνουν να ξεχνάς ότι βλέπεις ελληνικό φιλμ. Είναι τέτοια η βελτίωσις, ώστε, ανεξαρτήτου σεναρίου, πρέπει οπωσδήποτε να ιδήτε αυτό το έργο, για να βοηθηθούν οι καλοί παραγωγοί εις την προσπάθεια ανόδου την οποία επιτελούν με τόση ευσυνειδησία». Ιδιαίτερα καυστική ήταν όμως η κριτική του Μάριου Πλωρίτη, τον ίδιο μήνα, στην εφημερίδα «Ελευθερία»: «Ο κ. Τσιφόρος τοποθέτησε την Κατοχή μέσα σε μια οικογένεια. Περιορίζει το φακό του στις επιδράσεις που είχε το τετράχρονο δράμα της δουλείας πάνω στο σπιτικό ενός Έλληνα αξιωματικού. Την πάλη των κατακτητών, των αντιστεκόμενων και των συνεργαζόμενων την κλείνει μέσα στους τοίχους ενός κηφισιώτικου σπιτιού. Δε δίνει το δράμα της κατοχής, αλλά το δράμα ενός σπιτιού στην Κατοχή. Περιορισμός μοιραίος, γιατί τα ελληνικά μέσα δεν του επιτρέπανε να απλωθεί και να δώσει κάπως γενικότερα την εικόνα της ελληνικής τραγωδίας. Άλλωστε, κι από τους ξένους, ελάχιστοι το καταφέρανε αυτό. Γιατί να ζητάμε λοιπόν από τον άγουρο ελληνικό κινηματογράφο το μείζον, όταν οι υπερώριμοι ξένοι βρίσκονται ακόμα στο έλασσον;».

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας