Εθνική Γερμανίας: Πώς έφτασε να κυριαρχεί στο παγκόσμιο μπάσκετ

Εθνική Γερμανίας: Πώς έφτασε να κυριαρχεί στο παγκόσμιο μπάσκετ

Η Εθνική Γερμανίας έχει κατακτήσει τρία μετάλλια τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και ο ασίσταντ κόουτς της «νασιονάλμανσαφτ», Άλαν Ιμπραχιμάγκιτς, που την οδήγησε στην κορυφή της Ευρώπης στο EuroBasket 2025, εξηγεί στο Gazzetta πώς οι Γερμανοί κατάφεραν να κυριαρχούν στο παγκόσμιο μπάσκετ.

Συνέντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ
@Giannis_Stavr

Η εικόνα που παρουσιάζει η Εθνική Γερμανίας τα τελευταία χρόνια είναι εκείνη μιας ομάδας που διαθέτει τα πάντα: Αυτοματισμούς, ταλέντο, συνεργασίες, δύναμη, βάθος στον πάγκο, εμπειρία στο κορυφαίο επίπεδο στο ΝΒΑ και τη EuroLeague, ταχύτητα σκέψης και εκτέλεσης, σουτ, κορμιά… Μα πάνω απ’ όλα, το μεγάλο πλεονέκτημα των Γερμανών είναι η τρομερή συνέπεια σε ό,τι αφορά μια «φουρνιά» που ξεχειλίζει από ταλέντο και έχει την τύχη να ηγείται από έναν καταπληκτικό άσο, τον Ντένις Σρούντερ, ο οποίος παίζει το πιο ώριμο μπάσκετ της καριέρας του κάθε φορά που φοράει τη φανέλα με το εθνόσημο.

Η Εθνική Γερμανίας αποτελεί μια καλοδουλεμένη ομάδα με αρχές στο παιχνίδι της, που παίζει εκπληκτικό μπάσκετ με κατεύθυνση και αρχές ενώ τους τελευταίους μήνες κουβαλάει τον τίτλο της πρωταθλήτριας Ευρώπης, παράλληλα με εκείνον της πρωταθλήτριας κόσμου, βγάζοντας στο παρκέ κάθε δυνατό χαρακτηριστικό που της αποδίδεται. Από την πλευρά του, ο Άλαν Ιμπραχιμάγκιτς ήταν εκείνος που οδήγησε τη Γερμανία στην κορυφή της Ευρώπης στο EuroBasket 2025, αναλαμβάνοντας καθήκοντα πρώτου προπονητή πριν από τον προημιτελικό, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε ο Άλεξ Μουμπρού.

Ο Ιμπραχιμάγκιτς μίλησε στο Gazzetta για την εξέλιξη της Γερμανίας σε παγκόσμια δύναμη.

image

Στο φιλικό με τις ΗΠΑ καταλάβαμε ότι μπορούμε να κερδίσουμε τους πάντες

Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία έχει κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο και το EuroBasket, κουβαλώντας πλέον τον τίτλο του φαβορί σε κάθε μεγάλη διοργάνωση. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας «χρυσής γενιάς» ή για τη γέννηση μιας νέας δυναστείας;

«Ειλικρινά, ελπίζω να ισχύει το δεύτερο, όμως είναι δύσκολο να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση. Αναμφίβολα, παίζει ρόλο και η ποιότητα της συγκεκριμένης γενιάς. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι η επιτυχία είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού διαρθρωτικών αλλαγών και άλλων παραγόντων: περισσότεροι άνθρωποι στη Γερμανία ασχολούνται με το μπάσκετ και τα κλαμπ λειτουργούν πλέον σε πολύ πιο επαγγελματικό επίπεδο.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την ανάδειξη της παρούσας γενιάς, αλλά και τη δημιουργία των επόμενων. Το ταλέντο υπήρχε πάντα, όμως στο παρελθόν η δομή και το σύστημα δεν ήταν στο επίπεδο που βρίσκονται σήμερα. Σίγουρα, η τωρινή γενιά είναι εξαιρετική, όμως υπάρχουν και νέα ταλέντα που έρχονται. Η ελπίδα μας είναι να διατηρήσουμε αυτό το επίπεδο, ή κάτι αντίστοιχο, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το αν θα συμβεί αυτό, μένει να φανεί».

Τουλάχιστον μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αυτά τα αποτελέσματα της Εθνικής Γερμανίας δεν είναι τυχαία, σωστά; Πως δεν προέκυψαν από τύχη ή κάποιο άλλο παράγοντα.

«Όχι, όχι, σε καμία περίπτωση. Το λέω πάντα όταν μου γίνεται μια παρόμοια ερώτηση. Ναι, παίζει ρόλο το σύστημα, ναι, παίζει ρόλο το ταλέντο, αλλά αυτή η γενιά έχει χάσει και πολλά παιχνίδια. Έχασε αρκετούς αγώνες ακόμη και όταν δεν ήταν φαβορί, αλλά μία από τις πιο δυνατές ή ταλαντούχες ομάδες, όπως στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Κίνας το 2019. Αν θυμάμαι σωστά, τερματίσαμε στη 18η θέση.

Η ομάδα προσπάθησε, έμαθε από τα λάθη της και αυτό τη βοήθησε σημαντικά. Πιστεύω ότι χωρίς αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αυτή η γενιά δεν θα είχε κατακτήσει αυτά τα δύο μεγάλα τουρνουά, ούτε θα είχε τερματίσει τρίτη στο EuroBasket 2022 και τέταρτη στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ουσιαστικά, αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδρομής μας».

Πότε, κατά τη γνώμη σας, η Γερμανία πέρασε από το στάδιο της ανταγωνιστικής ομάδας σε μια Εθνική με σαφή μπασκετική ταυτότητα και παγκόσμιο σεβασμό;

«Νομίζω ότι πρόκειται για μια διαδικασία. Όπως είπα, ορισμένες διαρθρωτικές αλλαγές είχαν ήδη γίνει πριν από αρκετά χρόνια. Μιλάμε για το σύστημα, με την εισαγωγή ποσοστώσεων για Γερμανούς παίκτες και την καθιέρωση πρωταθλημάτων νέων. Αυτή είναι η βάση, η δομή.

Αυτή η γενιά, αν και δεν ήταν αρχικά επιτυχημένη, είχε ταλέντο και έμαθε από τα λάθη της. Πιστεύω ότι, χωρίς αμφιβολία, αξίζει μεγάλο σεβασμό και αποτελεί βασικό λόγο για την επιτυχία που σημειώνουμε και για τις μελλοντικές γενιές. Οι παίκτες αυτοί λειτουργούν ως πρότυπα για τη νεολαία.

Όταν βρέθηκα στο σταφ της Εθνικής Γερμανίας, είχαμε εκείνο το φιλικό πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες απέναντι στις ΗΠΑ, τον οποίο χάσαμε, αν θυμάμαι καλά, με μικρή διαφορά. Αυτός ήταν για τους Γερμανούς μια σημαντική στιγμή: κατάλαβαν ότι μπορούν να νικήσουν οποιονδήποτε. Ήταν ήδη ανάμεσα στις καλύτερες ομάδες, αλλά εκεί συνειδητοποίησαν ότι μπορούν να γίνουν κορυφαίοι και να κερδίσουν οποιονδήποτε! Για μένα, όμως, αυτό είναι κυρίως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας».

Υπάρχει μια ενιαία φιλοσοφία που διέπει όλες τις γερμανικές εθνικές ομάδες από τις μικρές ηλικίες ως την Εθνική Ανδρών; Ή το σύστημα προσαρμόζεται περισσότερο στο ταλέντο κάθε γενιάς;

«Θα έλεγα ότι πρόκειται για έναν συνδυασμό και των δύο. Υπάρχουν βασικές ιδέες, γενικά, που δεν αφορούν μόνο την Εθνική Ανδρών, αλλά ολόκληρη την μπασκετική κοινότητα στη χώρα. Γι’ αυτό και προσπαθούμε να επενδύουμε στην εκπαίδευση των προπονητών, ώστε να μεταφέρουμε τη φιλοσοφία μας.

Μιλάμε, για παράδειγμα, για την έννοια του γρήγορου παιχνιδιού, που διδάσκεται εδώ και χρόνια σε μικρότερες ηλικιακές κατηγορίες, αλλά και για τη σημασία της λήψης αποφάσεων. Σκοπός μας είναι να διαδώσουμε αυτή την ιδέα σε όλη τη χώρα, γιατί η Εθνική Ανδρών δεν βρίσκεται μαζί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ οι ομάδες νέων συναντώνται μόνο για λίγες εβδομάδες κάθε χρόνο. Σε τόσο σύντομο διάστημα δεν μπορείς να αλλάξεις τα πάντα ή να εφαρμόσεις πλήρως ένα σύστημα.

Έτσι, από τη μία πλευρά υπάρχει η εκπαίδευση των προπονητών. Από την άλλη, πρέπει να προσαρμοζόμαστε και στο ταλέντο. Αν έχουμε διαφορετικούς τύπους παικτών σε μια ηλικιακή κατηγορία, αλλά σε κορυφαίο επίπεδο, τότε προσαρμόζουμε το παιχνίδι μας σε αυτούς. Δεν θυσιάζουμε το ταλέντο στο βωμό του συστήματος, αν δεν ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο της Εθνικής.

Συνοπτικά, πρόκειται για έναν συνδυασμό: προσπαθούμε να περάσουμε τις ιδέες μας, αλλά δεν είμαστε αυστηροί και άκαμπτοι λέγοντας "αυτός είναι ο μόνος τρόπος να παίξουμε". Ταυτόχρονα, αξιοποιούμε τα ταλαντούχα παιδιά, με τρόπο που να τους βοηθά και να μας βοηθά ταυτόχρονα. Είναι και τα δύο μαζί».

image

Ποια είναι τελικά η ταυτότητα της Γερμανίας;

Δεν ξέρω αν συμφωνείτε με την άποψη ότι η Γερμανία δεν παίζει πια αυτό που πολλοί θα ονόμαζαν παραδοσιακά «γερμανικό μπάσκετ». Πόσο συνειδητή ήταν η διαδικασία αναδιαμόρφωσης της μπασκετικής σας ταυτότητας;

«Υπήρχε πράγματι μια συζήτηση γύρω από αυτό, γιατί για χρόνια ήταν ένα σημαντικό θέμα. Δεν ξέρω αν θα το χαρακτήριζα "κρίση ταυτότητας", αλλά υπήρχε η ερώτηση: ποια είναι η ταυτότητα της Γερμανίας; Θέλαμε να δημιουργήσουμε μια γερμανική ταυτότητα, όπως οι Έλληνες παίζουν δυνατή άμυνα, οι Ισπανοί παίζουν γρήγορα, οι Σέρβοι παίζουν έξυπνα.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του όρου "ταυτότητα". Κάθε ομάδα, κάθε σύνολο έχει τη δική του ταυτότητα. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ποτέ ένα "τυπικό γερμανικό μπάσκετ". Σήμερα, με αυτούς τους παίκτες, παίζουμε πιο γρήγορα, αλλά δεν ξέρω αν μπορείς να το χαρακτηρίσεις ως νέο στυλ που θα ακολουθήσουν οι μελλοντικές γερμανικές ομάδες.

Όπως είπα, δεν δίνω μεγάλη σημασία σε αυτό. Το σημαντικό είναι να δουλεύουμε με τους καλύτερους παίκτες που έχουμε. Αν μπορούν να παίξουν γρήγορα, παίζουμε γρήγορα. Αν είναι καλύτερα όταν παίζουμε πιο αργά, τότε παίζουμε πιο αργά. Μου αρέσει αυτή η ευελιξία και δεν ασχολούμαι πολύ με θέματα ταυτότητας. Θέλω οι ομάδες νέων να παίζουν πιο γρήγορα, να παίρνουν περισσότερες αποφάσεις, ακόμη και να κάνουν περισσότερα λάθη, γιατί έτσι θα μάθουν. Στο τέλος, όμως, η "ταυτότητα" δεν είναι αυτό που με απασχολεί».

Πόσο σημαντική ήταν η εμπειρία στο NBA, όχι μόνο σε επίπεδο ταλέντου, αλλά και στη διαμόρφωση παικτών που κατανοούν τους ρόλους, την πίεση και τις ευθύνες;

«Σίγουρα βοήθησε στο να ανταγωνιστούν στο υψηλότερο επίπεδο. Είναι πάντα χρήσιμο να αντιμετωπίζεις τους καλύτερους παίκτες του κόσμου και να βλέπεις πώς μπορείς να παίξεις μαζί τους. Σίγουρα βοηθά.

Νομίζω ότι αυτό που κάνουν πολύ καλά οι ΗΠΑ και που στην Ευρώπη, ή πιο συγκεκριμένα στη Γερμανία, δεν κάνουμε τόσο καλά, είναι ότι δίνουν στους παίκτες αυτοπεποίθηση. Εκεί, οι παίκτες βλέπουν τι μπορούν να κάνουν και συχνά τους ενθαρρύνουν, ενώ στην Ευρώπη τείνουμε να εστιάζουμε σε αυτά που δεν μπορούν να κάνουν. Στην Ευρώπη λέμε συχνά "σιγά-σιγά", "λίγο-λίγο", όπως λέτε εσείς. Οι Αμερικανοί δίνουν περισσότερη πίστη στον παίκτη και τον εμπιστεύονται εξαρχής.

Επιπλέον, οι Αμερικανοί παίκτες σκέφτονται πάντα ότι την επόμενη χρονιά θα βρίσκονται στο NBA. Κάποιοι μπορεί να περάσουν ένα χρόνο στην Ευρώπη, αλλά στην πραγματικότητα είναι ήδη έτοιμοι για το NBA. Αυτό βοήθησε και τους δικούς μας παίκτες, γιατί τους δίδαξε να είναι έξυπνοι, να γνωρίζουν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν. Η αυτοπεποίθηση, σε υγιή ποσοστά, είναι πολύ σημαντική. Επίσης, σε επαγγελματικό επίπεδο, όλα αυτά λειτουργούν ως πρότυπο και καθοδήγηση.

Δεν είμαι σίγουρος αν μπορούμε να πούμε ότι είναι θέμα ανταγωνιστικότητας με την ίδια έννοια. Στην Ευρώπη η πίεση για να κερδίσεις ένα παιχνίδι είναι μεγαλύτερη. Στο NBA, μπορεί να είσαι σταθερός παίκτης, να σκοράρεις 15-20 πόντους και όλοι να είναι ικανοποιημένοι, ακόμη κι αν η ομάδα σου χάνει τα περισσότερα παιχνίδια. Στην Ευρώπη, κάθε αγώνας είναι σαν υπόθεση ζωής και θανάτου.

Οπότε, στο τελικό συμπέρασμα, νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Οι Γερμανοί παίκτες που πήγαν στην Αμερική έμαθαν πολλά από την εμπειρία τους εκεί, πήραν αυτοπεποίθηση και στη συνέχεια την εφάρμοσαν στις ευρωπαϊκές ομάδες. Το πλεονέκτημά μας, σε σχέση με την αμερικανική προσέγγιση, είναι η ένταση και η πίεση σε κάθε παιχνίδι, καθώς στην Ευρώπη, ειδικά σε κρίσιμα παιχνίδια, η πίεση να κερδίσεις είναι πολύ μεγαλύτερη. Στο τέλος, στους Τελικούς, οι καλύτεροι παίκτες θέλουν πάντα να κερδίζουν, αλλά υπάρχουν πολλά παιχνίδια στο NBA που δεν έχουν τόσο μεγάλο βάρος. Στην Ευρώπη, το βάρος ενός αγώνα είναι διαφορετικού τύπου και αυτό μας δίνει πλεονέκτημα».

Σήμερα οι εθνικές ομάδες λειτουργούν σχεδόν σαν υψηλού επιπέδου κλαμπ. Πόσο κοντά βρίσκεται η Γερμανία σε αυτό το μοντέλο όσον αφορά την προετοιμασία, την ανάλυση και τα καθημερινά πρότυπα;

«Νομίζω ότι είμαστε αρκετά κοντά, ναι. Η Ομοσπονδία προσπαθεί να κάνει το καλύτερο δυνατό. Δεν είναι εύκολο για την Ομοσπονδία. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το θέμα που συζητήσαμε πριν σχετικά με το NBA και τη βοήθεια στους παίκτες. Πρέπει να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, αν όχι να φτάσουμε, αυτά τα υψηλά πρότυπα σε όλα: στα ταξίδια, στα ξενοδοχεία, στους χώρους προετοιμασίας, στην αποκατάσταση, στην ανάλυση, σε όλα όσα αναφέρατε.

Οι παίκτες είναι συνηθισμένοι να εργάζονται σε υψηλό επίπεδο και χρειάζονται όλα όσα απαιτούνται για να αποδώσουν, και εμείς οφείλουμε να τους τα παρέχουμε. Πιστεύω ότι η Ομοσπονδία κάνει καλή δουλειά, αλλά δεν είναι εύκολο. Οικονομικά, πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο βήμα για κάθε Ομοσπονδία, αν θέλει να ανταγωνιστεί τα πρότυπα του NBA. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούμε».

image

Η εξέλιξη του Σρούντερ και η ωρίμανση της Γερμανίας

Ο Ντένις Σρούντερ είναι ο αδιαμφισβήτητος σταρ της ομάδας, αλλά και μια ισχυρή προσωπικότητα. Πώς χτίζετε την εμπιστοσύνη ώστε η ομάδα να μην εξαρτάται από αυτόν, αλλά να καθοδηγείται από αυτόν;

«Πρόκειται σίγουρα για μια διαδικασία. Ο Ντένις βρίσκεται στην εθνική ομάδα εδώ και πολύ καιρό, έχει περάσει από όλα τα στάδια και έχει ωριμάσει τόσο ως παίκτης όσο και ως άνθρωπος. Πάντα ήθελε να κερδίζει και να ηγείται. Αλλά χρειάζεται χρόνος, και όπως είπα, χρειάζονται και μερικές δύσκολες στιγμές, κάποιες ήττες, για να μάθεις και να βελτιωθείς.

Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από τη δέσμευσή του προς την εθνική ομάδα. Για εκείνον είναι ξεκάθαρο ότι βρίσκεται σε κάθε τουρνουά, ότι ηγείται κάθε μέρα, σε κάθε παιχνίδι. Η Εθνική Γερμανίας είναι για εκείνον το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, πέρα από την οικογένειά του, φυσικά, και γι’ αυτό είναι εύκολο να εμπιστεύεσαι κάποιον σαν αυτόν. Δεν μιλά απλώς, ηγείται με το παράδειγμά του».

Νιώθετε ότι η εξέλιξη του Σρούντερ ως ηγέτη αντικατοπτρίζει την ωρίμανση της Γερμανίας ως μπασκετική χώρα;

«Δεν είχα κάνει ποτέ αυτή τη σύγκριση, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ εύστοχη. Σίγουρα αποδίδει την πραγματικότητα, γιατί απαιτήθηκε πολύς κόπος και πολύς χρόνος, τόσο από τον ίδιο όσο και από ολόκληρο το γερμανικό μπάσκετ, για να φτάσουμε ως εδώ. Νομίζω ότι έχει προσφέρει πολλά στο γερμανικό μπάσκετ γενικότερα και στην εθνική ομάδα ειδικότερα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις δύο αυτές μεγάλες επιτυχίες, αλλά και στο ότι επανέφερε το μπάσκετ στη δημόσια συζήτηση. Κάθε φορά που τον ρωτούν για την εθνική ομάδα, αναφέρει πάντα ότι ελπίζει οι νέοι να τον δουν ως πρότυπο και να αρχίσουν να παίζουν μπάσκετ ή γενικά να ασχοληθούν με τον αθλητισμό, με στόχο να βοηθήσει ολόκληρη την κοινωνία. Χτίζει σχολές και κάνει πολλά κοινωνικά προγράμματα, οπότε η σύγκριση είναι πολύ καλή. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της εξέλιξης και της βελτίωσης του Ντένις και της πορείας του γερμανικού μπάσκετ συνολικά».

Σε καθοριστικές στιγμές, τι υπερισχύει τελικά: το σύστημα ή το ένστικτο του ηγέτη σας;

«Θα έλεγα ότι το σύστημα πάντα σου δίνει κατεύθυνση, αλλά είναι σαν μια ευρεία οδός όπου μπορείς να κινηθείς δεξιά και αριστερά, δεν υπάρχει μόνο μία λωρίδα κυκλοφορίας. Μπορείς να παραμένεις στη γραμμή, αλλά σου δίνει μια γενική ιδέα. Στο τέλος, όμως, όλα εξαρτώνται από τους παίκτες στο παρκέ και από τον τρόπο που κινούνται γενικότερα. Αν πρόκειται για τον Ντένις ή κάποιον άλλο, στο τέλος είναι θέμα ταλέντου, ατομικής ποιότητας, και οι σπουδαίοι παίκτες αποφασίζουν τα σημαντικά παιχνίδια.

Πρέπει να βασίζεσαι και στο ένστικτό σου. Αν πρέπει να πάρεις μια τελική απόφαση σε ένα τάιμ άουτ ή σε μια αλλαγή, όταν το νιώθεις, το κάνεις. Σε ό,τι με αφορά, είχα την εμπιστοσύνη του κόουτς Μουμπρού, της Ομοσπονδίας και των παικτών, οπότε όταν ανέλαβα την ευθύνη, απλώς προχωρούσα. Το γενικό πλάνο ήταν εκεί και το ακολουθούσαμε, και ήταν ένα πλάνο στο οποίο όλοι συμφωνούσαν. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που είπε "έτσι θα το κάνουμε", αλλά υπήρξε πολύ συζήτηση κατά την προετοιμασία, οπότε ήταν εύκολο να το εφαρμόσουμε.

Κάποιες φορές είχα μια ιδέα και προχωρούσα με αυτήν, κάποιες φορές ένας από τους βοηθούς είχε μια πρόταση και την υλοποιούσαμε. Αυτό είναι, θα έλεγα, φυσιολογικό σε ένα προπονητικό τιμ, που είναι και αυτό με τη σειρά του μια ομάδα».

Ποια προπονητικά μοντέλα θεωρείτε πλέον ξεπερασμένα στο υψηλό επίπεδο της Ευρώπης;

«Θα αναφέρω αυτό που είπα νωρίτερα και για την "ταυτότητα". Δεν είμαι ιδιαίτερα προσκολλημένος σε γενικές απόψεις ή σε θεωρίες περί του τι είναι ξεπερασμένο. Δεν ξέρω αν κάτι που θεωρείται ξεπερασμένο σήμερα μπορεί να ξαναγίνει δημοφιλές, γιατί στην πραγματικότητα όλα επιστρέφουν με κάποιο τρόπο.

Κάποιες πρακτικές που τώρα θεωρούνται μοντέρνες και δημοφιλείς, υπήρχαν και 20–30 χρόνια πριν. Κάποιες ομάδες ή προπονητές τα εφάρμοζαν ήδη τότε. Οπότε, στην ουσία, όλα επανέρχονται και δεν είμαι καν σίγουρος αν κάτι είναι πραγματικά ξεπερασμένο.

Κάποιοι λένε ότι το παιχνίδι στο low post πεθαίνει λόγω του NBA. Ίσως εν μέρει, ναι αλλά στην Ευρώπη εξακολουθεί να παίζεται. Στο EuroBasket, αν έχεις καλούς ψηλούς, παίζεις με low post. Οπότε, για μένα προσωπικά, δεν ανησυχώ πολύ για το τι είναι ξεπερασμένο και τι όχι».

image

Οι Γερμανοί παίκτες νιώθουν πλέον ότι ανήκουν στην κορυφή

Πόσο έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια ο ρόλος του προπονητή, από κόουτς σε διαχειριστή προσωπικοτήτων;

«Νομίζω ότι έχει αλλάξει, σίγουρα. Δεν θα έλεγα ότι έχει απομακρυνθεί εντελώς από το καθαρά προπονητικό κομμάτι. Αλλά σίγουρα, η διαχείριση των ανθρώπων είναι πολύ πιο σημαντική απ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν.

Τα προηγούμενα χρόνια, ήταν σαν τον στρατό: ο προπονητής είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο και όλα τα υπόλοιπα ήταν λιγότερο σημαντικά. Τώρα πρέπει να μιλάς πολύ, να πείθεις τους παίκτες, κάτι που σίγουρα δεν είναι εύκολο, αλλά έτσι είναι. Στο τέλος της ημέρας, χρειάζεσαι αυτούς τους παίκτες και πρέπει να τους πείσεις ότι θα τους βοηθήσεις να βελτιωθούν, να κερδίσουν παιχνίδια και καλύτερα συμβόλαια.

Οπότε, αυτή η πλευρά του ρόλου έχει γίνει πιο σημαντική από ό,τι παλιά. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι σημαντικό να ξέρεις για τι μιλάς, να έχεις μια καλή ιδέα για το μπάσκετ που διδάσκεις, γιατί οι παίκτες θέλουν ακόμα έναν προπονητή, όχι απλώς έναν "διαχειριστή". Αν σου έχουν εμπιστοσύνη, θα σε αφήσουν να τους προπονήσεις. Δεν πρόκειται μόνο για το να αισθάνονται άνετα ή καλά».

Αν έπρεπε να εξηγήσετε σε μια άλλη χώρα πώς να γίνει παγκόσμια δύναμη στο μπάσκετ μέσα σε 10–15 χρόνια, ποιοι θα ήταν οι τρεις μη διαπραγματεύσιμοι πυλώνες;

«Πιστεύω ότι πρώτα απ’ όλα, έχει να κάνει με το ταλέντο. Η Γερμανία έχει μια τεράστια "δεξαμενή", με πολλούς ανθρώπους από όλο τον κόσμο να ζουν εδώ. Έτσι έχουμε ποικιλία τύπων παικτών, ψηλών, αθλητικών, γρήγορων, και αυτό δίνει ένα πολύ καλό υπόβαθρο ταλέντου. Για μένα, το ταλέντο είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες.

Δεύτερος πυλώνας είναι η δομή. Όλα άλλαξαν, όπως είπα, με την εισαγωγή των ποσοστώσεων για γηγενείς παίκτες, όπου έγινε ξανά δυνατή η επαγγελματική καριέρα στο μπάσκετ. Ένα ακόμα κομμάτι της δομής είναι η καθιέρωση εθνικών πρωταθλημάτων για νέους, καθώς και η θέσπιση προτύπων από την Ομοσπονδία για τα επαγγελματικά κλαμπ σχετικά με τη δουλειά με τις νεανικές ομάδες. Οι σύλλογοι πρέπει να έχουν προπονητές πλήρους απασχόλησης και να επενδύουν χρήματα σε προγράμματα υποδομών. Αυτοί οι κανόνες είναι αναγκαίοι, γιατί δεν είναι όλοι πρόθυμοι από μόνοι τους, αλλά η δομή είναι καθοριστική.

Και τέλος, θεωρώ ότι η σκληρή δουλειά παραμένει βασική. Η σκληρή δουλειά σημαίνει και εκπαίδευση των προπονητών. Χρειάζεσαι καλύτερους προπονητές για να αξιοποιήσεις στο έπακρο το ταλέντο που έχεις και τη δομή που έχεις δημιουργήσει».

Πόσο σημαντικό είναι οι Γερμανοί παίκτες να πιστεύουν πλέον ότι ανήκουν στην κορυφή, αντί απλώς να το επιδιώκουν;

«Είναι πολύ σημαντικό, γιατί για πολλά χρόνια ήμασταν, όπως είπατε, στη μεσαία ή χαμηλότερη θέση στην Ευρώπη, ακόμα και στα τουρνουά των νέων. Πηγαίναμε εκεί με την ελπίδα να μείνουμε στην α' κατηγορία των μεγάλων τουρνουά. Ναι, υπήρχαν κάποιες εξαιρέσεις, όπως τα χρόνια του Νοβίτσκι, αλλά ακόμα και τότε, κάθε νίκη απέναντι σε μεγάλες και δυνατές χώρες ήταν έκπληξη.

Τώρα, ακόμη και στα αναπτυξιακά τμήματα, βλέπω ότι πηγαίνουμε ως φαβορί, με αυτοπεποίθηση, με στόχο να κερδίσουμε ή να φτάσουμε μέχρι το τέλος. Και αυτό είναι πραγματικά σημαντικό. Όπως συζητήσαμε, η εμπειρία από το NBA ή τις ΗΠΑ παίζει μεγάλο ρόλο, όπως και οι νίκες. Ακόμα και στα τουρνουά των μικρών ηλικιών, τα παιδιά μαθαίνουν να νικούν τις καλύτερες ομάδες ή τους καλύτερους παίκτες της γενιάς τους.

Και αυτό είναι σπουδαίο, να πηγαίνεις με αυτοπεποίθηση, με την πεποίθηση "ανήκω στους καλύτερους, μπορώ να νικήσω οποιονδήποτε". Ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή νοοτροπίας που έχω δει στην Ομοσπονδία. Και αυτό έχει αλλάξει εντελώς».

image

Όλοι γνωρίζουν τους ρόλους και τις ευθύνες

Πώς οι γερμανικές κοινωνικές αξίες όπως ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και η υπομονή μεταφράζονται σε επιτυχία στο μπάσκετ;

«Αυτή είναι επίσης μια δύσκολη ερώτηση, γιατί αν ρωτήσεις τους ανθρώπους σήμερα, πολλές από αυτές τις λεγόμενες γερμανικές αξίες δεν υπάρχουν πλέον σε μεγάλο βαθμό. Δεν ξέρω…

Γενικά, όμως, θεωρώ ότι η δομή και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός είναι εξαιρετικά σημαντικά στον αθλητισμό και ειδικά στο μπάσκετ. Δυστυχώς, δεν είναι συχνό στο ευρωπαϊκό μπάσκετ ή στον αθλητισμό γενικότερα να σχεδιάζεις μακροπρόθεσμα αφού όλα γίνονται πολύ γρήγορα.

Ως Ομοσπονδία, συγκριτικά με τους συλλόγους, βρισκόμαστε σε μια άνετη θέση γιατί προσπαθούμε να σχεδιάζουμε μακροπρόθεσμα και έχουμε εφαρμόσει δομές. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτά τα ζητήματα είναι πολύ σημαντικά. Αν ανήκουν ακόμα στην παραδοσιακή νοοτροπία, δεν ξέρω».

Όταν ο Άλεξ Μουμπρού αντιμετώπισε το πρόβλημα υγείας του και αναγκαστήκατε να αναλάβετε χρέη πρώτου προπονητή, ποια ήταν η πρώτη σας ανησυχία: τακτική, ηγεσία ή ανθρώπινη ευθύνη;

«Σίγουρα η ανθρώπινη ευθύνη. Ήμασταν πραγματικά σοκαρισμένοι και δεν ξέραμε τι είχε συμβεί. Αυτό ήταν το πρώτο που με απασχόλησε, γιατί στην αρχή κανείς δεν ήταν ανοιχτός. Δεν ξέραμε τι ακριβώς συνέβαινε; Δεν ξέρω, ίσως κανείς να μην ήξερε ακριβώς. Οπότε το κύριο ζήτημα ήταν να καταλάβουμε πώς είναι η κατάστασή του.

Όλα τα υπόλοιπα ήταν, περισσότερο ή λιγότερο, ήδη σε τάξη. Για τον πρώτο γύρο είχαμε κάνει καλή δουλειά, είχαμε μια πολύ ικανή ομάδα προπονητών, όλοι γνώριζαν τους ρόλους και τις ευθύνες τους, οπότε δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να βεβαιωθούμε ότι ο Άλεξ είναι καλά».

Τι αλλάζει πραγματικά όταν μεταβαίνεις από βοηθό προπονητή σε αυτόν που παίρνει τις τελικές αποφάσεις, ειδικά σε ένα αποδυτήριο γεμάτο πρωταθλητές;

«Η αλήθεια είναι ότι όλα κύλησαν πολύ πιο ομαλά από ό,τι περίμενα, γιατί όλοι ήταν ανοιχτοί και υποστηρικτικοί. Υπήρχε μεγάλη εμπιστοσύνη, την ένιωσα από τους παίκτες, οπότε όλα φάνηκαν φυσιολογικά. Και πιστεύω ότι ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι γνώριζα όλους τους παίκτες για χρόνια, είχα προπονήσει περισσότερους από τους μισούς στις μικρές εθνικές και είχαμε ήδη υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης.

Αυτό βοήθησε και εμένα και τους παίκτες, γιατί ήξερα ότι δεν υπήρχε κάτι ανυπέρβλητο. Στην ουσία, δεν άλλαξαν πολλά, απλώς η φωνή στο αποδυτήριο».

@Photo credits: INTIME, eurokinissi
Φόρτωση BOLM...