Κοιτάζοντας κατάματα το Κακό

Χρήστος Κιούσης Χρήστος Κιούσης
Κοιτάζοντας κατάματα το Κακό
Ο Χρήστος Κιούσης γράφει για το έγκλημα στα Γλυκά Νερά το οποίο συγκλονίζει όλη την Ελλάδα.

Ξεκίνησα να γράφω αυτό το blog χωρίς να έχω διαβάσει πλήθος κειμένων-άποψης για το έγκλημα στα Γλυκά Νερά. Ίσως είναι καλύτερα για να διατυπώσω δική μου γνώμη, ανεπηρέαστος και σχετικά κλειστός σε εξωτερικά ερεθίσματα. Θα μου πει κάποιος δικαίως-αδίκως, «είναι απαραίτητο να έχεις άποψη και μάλιστα να την εκφράσεις δημόσια;»

Η προσωπική μου απάντηση είναι ναι και ναι. Είναι απαραίτητο να έχω άποψη, μια που μεταξύ άλλων μεγαλώνω δύο κόρες κι ένα γιο και είναι απαραίτητο να εκφράζομαι δημόσια γιατί αλλιώς, τι να κάνω ένα δημόσιο βήμα που μου προσφέρεται απλόχερα στο Gazzetta; Να κρίνω τις ντρίπλες και τα καρφώματα, να ασχολούμαι δηλαδή με τα δευτερεύοντα αρνούμενος να κοιτάξω το πρωτεύων; Αρνούμενος να αντικρύσω το Κακό;

Οι περισσότεροι ίσως αποφασίσουν να κρίνουν. Είναι εύκολο. Ανέξοδο και ασφαλές. Τι μπορεί να πάει λάθος, αν κατακρίνεις τον στυγερό δολοφόνο; Ποιός να σου πει έκρινες λάθος; Προτιμώ να κάνω ερωτήσεις. Κι επειδή δεν είναι εύκολο να έχω πρόσβαση σε αυτούς που θα ήθελα να απευθύνω τις ερωτήσεις μου, κάνω μερικές από αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό μου. Από χτες δηλαδή που κάποιοι σαν εμένα αναρωτιούνται, πως πέρασε για κάποιους αυτό το πρώτο μετά την ομολογία βράδυ, οι περισσότερες ερωτήσεις απευθύνονται νοερά στον δολοφόνο. «Γιατί το έκανες;» «Πως μπόρεσες να το κάνεις δίπλα στο μωρό παιδί σου;» «Πως μπόρεσες να υποκριθείς τον θλιμμένο και θρηνούντα επί τόσες εβδομάδες;» «Πως αγκάλιασες αυτή τη δόλια μάνα στο σπίτι, στην εκκλησιά, στο νεκροταφείο;»

Το δικό μου μυαλό πηγαίνει στους γονείς, στις οικογένειες. Στους γονείς της δολοφονημένης κοπέλας, στους γονείς του στυγερού δολοφόνου. Σχίστηκαν οι καρδιές τους, νομίζω οι καρδιές όλων. Οι γονείς του 32χρονου πιλότου είναι πιθανόν να κατηγορηθούν από την κοινωνία ως ένα είδος ηθικών αυτουργών. Κι αν δεν κατηγορηθούν φωναχτά, θα το αντιμετώπίσουν υπόκωφα, σιωπηλά, όπως συνηθίζουμε ως κοινωνία να περιθωριοποιούμε τις μεγάλες μας ντροπές. Είναι απλό να απευθύνουμε σε αυτούς τους γονείς την κατηγόρια, «πως μεγαλώσατε αυτό το Τέρας;»

Γιατί Τέρας; Θα έπρεπε και θα ήθελα κι εγώ να είμαι πιο φειδωλός σε χαρακτηρισμούς και επιθετικούς προσδιορισμούς αλλά παρασύρομαι από μια δικαιολογημένη συλλογική οργή. Οργή για την πράξη αλλά και για τη συμπεριφορά που ακολούθησε. Την εν ψυχρώ δολοφονία του σκύλου, την αφαίρεση δηλαδή μιας ακόμη ζωής μόνο και μόνο για τη σκηνογραφική επιμέλεια του τόπου του εγκλήματος, την επιμελή σκηνοθεσία πάνω από το άψυχο κορμί της Κάρολαϊν δίπλα στο μωρό της, την υποκριτική δημόσια παρουσία του, την ανίερη αγκαλιά στη μάνα της κοπέλας και τη μετά θάνατον κατασυκοφάντησή της που ήδη ξεκίνησε, όπως η υπερασπιστική γραμμή επιβάλλει.

Επιστρέφω στους γονείς του συζυγοκτόνου. Πως μεγαλώσατε αυτό το Τέρας; Μα όπως μεγάλωσαν κι έναν ακόμα γιο. Τον αδερφό του δολοφόνου που και σήμερα που μιλάμε, στέκεται δίπλα στην οικογένεια της αδικοχαμένης κοπέλας, αψηφώντας τον αδερφικό δεσμό, προσφέροντας τη στήριξή του στους γονείς του θύματος. Δυο γονείς, δυο γιοί, ίδια γονίδια, άλλοι άνθρωποι. Όσοι διαβάζουν το blog αυτό και είναι γονείς καταλαβαίνουν. Το μεγάλο μας άγχος μεγαλώνοντας τα παιδιά μας είναι να μην πάθουν κακό. Πρέπει να προσθέσουμε και το να μην κάνουν κακό. Είμαστε συχνά υπερβολικά προστατευτικοί, σαν ένα σκληρό και βαρύ καβούκι, «τα παιδιά μας και τα μάτια μας». Και τα παιδιά των άλλων;

Γλυκά Νερά

Το μυαλό μου πηγαίνει αυτόματα και στην οικογένεια, στους γονείς της Κάρολαϊν. Μπορούσαν να προλάβουν,να προβλέψουν το Κακό; Εννοείται ότι στα τζάμπα δικαστήρια των social media δικάζονται ήδη και αυτοί. «Τι δουλειά είχε η 15χρονη με τον 27χρονο;» «Δεν έβλεπαν;» «Δεν ήξεραν;» «Δεν όφειλαν να ξέρουν;» Λοιπόν όταν γίνεσαι γονιός οφείλεις να ξέρεις τα πάντα, μόνο που κανείς δεν εκπαιδεύεται για να γίνει γονιός, τα πράγματα οδηγούνται συχνά από τον αυτόματο πιλότο της κοινωνίας και σπανίως ευτυχώς μπορεί να σμπαραλιαστεί η ζωή σου από έναν δολοφόνο πιλότο στα βράχια του Κακού.

Πριν κρίνουμε, ας σκεφτούμε και πριν κατηγορήσουμε, ας τους αφήσουμε να πενθήσουν. Έχουν ήδη καταδικαστεί σε ποινή που είναι αδύνατον να συλλάβουμε. Ακόμα κι αυτό το ειδεχθές, το πρωτοφανές έγκλημα θα «κατέβει» από τις επικεφαλίδες, από τους μεγάλους τίτλους, θα αντικατασταθεί στην κορυφή της επικαιρότητας από άλλα θέματα. Λιγότερο σημαντικά θέματα μα πιο επίκαιρα και πιο πιασάρικα για τηλεθεάσεις και clicks. Αναρωτιέμαι μόνο τι θα καταλήξουμε να έχουμε συζητήσει περισσότερο.

Το φαινομενο, «εγώ το έλεγα από την αρχή», που συναντάμε συνεχώς στα social media; Το ζήτημα του γάμου και της μητρότητας σε νεαρή, σχεδόν παιδική ηλικία; Τη διαφορά των ζευγαριών ειδικά μεταξύ ενηλίκων ανδρών και εφήβων κοριτσιών; Την ποινή και την πιθανότητα σωφρονισμού ενός ψυχρού δολοφόνου αλλά και την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας και τη συμπεριφορά των διαδίκων και του νομικού μας πολιτισμού; Τη συμπεριφορά των media; Ερευνητική ή αδιάκριτη;

Την πραγματικότητα, το σημαντικότερο ζήτημα στα δικά μου μάτια είναι η ανατροφή της μικρής Λυδίας. Πιο σημαντικό ακόμα κι από την απόδοση δικαιοσύνης, την καταδίκη και την ποινή. Υπάρχει στη χώρα μας νομική πρόβλεψη για την κηδεμονία και την φροντίδα αυτού του παιδιού; Για τη στήριξή του όταν θα αρχίσει να προσλαμβάνει την πληροφορία του Κακού και όταν θα πρέπει να διαχειριστεί τη σχέση με την οικογένειά της, με τον βιολογικό της πατέρα που της αφαίρεσε το δικαίωμα να μεγαλώσει με τους γονείς της; Που την κατέστησε άψυχο αντικείμενο σε φωτογραφίσεις του instagram και πλάνα των δελτίων ειδήσεων;

Κοιτάζω τη μικρή Λυδία σαν ένα μεγάλο θύμα και κοιτάζω επίσης τα παιδιά τα δικά μου και τα παιδιά όλου του κόσμου όχι μόνο ως υποψήφια θύματα που πρέπει να προφυλαχτούν αλλά και ως πιθανούς θύτες που πρέπει να «αφοπλιστούν». Και τα μεγαλύτερα όπλα σε αυτόν τον αφοπλισμό είναι η Αγάπη και η Παιδεία. Λυπάμαι αν ακούγονται κοινότυπα τα προτεινόμενα όπλα αλλά ακριβώς επειδή φτάσαμε να θεωρούμε κοινότυπα τα σπουδαία στη ζωή μας, ακριβώς για αυτό το Κακό είναι τόσο ισχυρό και τόσο κοντά μας. Πολλές φορές τόσο κοντά μας που δεν το βλέπουμε.

Χρήστος Κιούσης
Χρήστος Κιούσης