Ο Δημήτρης Ραπίδης στο Gazzetta: «Η εξουσία τρέφεται από τη λάμψη των γηπέδων για να κρύψει τις ρωγμές της»
- «Παλαιότερα, η εμπλοκή της πολιτικής στον αθλητισμό θεωρούνταν συχνά ως μια φυσιολογική έκφραση εθνικισμού ή κρατικής υποστήριξης»
- «Αν οι σημερινοί κορυφαίοι σταρ αρνούνταν να γίνουν τα «πρόσωπα» του sportswashing, το φαινόμενο θα γνώριζε μεγάλο πλήγμα»
Το ποδόσφαιρο δεν παίζεται μόνο με τα πόδια! Ναι, μην απορείτε. Ο παίκτης μπορεί να είναι μεσήλικας, να φορά καλοραμμένο κοστούμι, μαλακά, πολυτελή υποδήματα, να έχει χρυσά μανικετόκουμπα στο πουκάμισο και μια γραβάτα με το μονόγραμμά του. Υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι παίκτες και άλλοι με διαφορετική ενδυμασία. Υπάρχει, ας πούμε, ο παίκτης με τα χακί, αυτός που γυαλίζει τα παράσημά του και κραδαίνει το καλά στιλβωμένο ξίφος του. Υπάρχει και αυτός που φορά άνετα ρούχα, φαρδιά, κάνει την προσευχή του πολλές φορές την ημέρα και υπηρετεί τον μεγάλο Προφήτη. Όλοι αυτοί μπορούν να σκοράρουν περισσότερα γκολ από τον Μέσι, τον Κριστιάνο, τον Χάαλαντ, τον Γιαμάλ.... Αυτοί οι τύποι παίζουν μπάλα με κάτι άλλους που τους λένε «μεγαλοεπιχειρηματίες». Η διαπλοκή των δύο επηρεάζει σημαντικά, έως καθοριστικά, το λαοφιλέστερο άθλημα του κόσμου. Αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες, συναλλαγές κάτω από το τραπέζι και η λαϊκή εξουσία του σπορ γίνεται εξουσία του ενός ή των λίγων. Αυτό πλέον δεν μπορεί να κρυφτεί και έχει όνομα: sportswashing. Και κάπου εδώ μπαίνει η ουσιαστική και διαφωτιστική έρευνα του Δημήτρη Ραπίδη και το βιβλίο του «Η μπάλα σε λάθος πόδια» (Εκδόσεις Απρόβλεπτες). Ο συγγραφέας δέχτηκε να μας μιλήσε γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε.
Ποια ήταν η αφορμή για να γραφτεί το βιβλίο;
Η βασική αφορμή δόθηκε τον Οκτώβριο του 2021, όταν η εξαγορά της αγγλικής Νιούκαστλ από το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας προκάλεσε έναν επικοινωνιακό και πολιτικό σεισμό. Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις —από τους οπαδούς που πανηγύριζαν με κελεμπίες μέχρι τις καταγγελίες για «κράτος-δολοφόνο» λόγω της υπόθεσης Κασόγκι— συνειδητοποίησα ότι ο όρος sportswashing άρχισε να μπαίνει ορμητικά στο δημόσιο λεξιλόγιο. Ένιωσα την ανάγκη να διερευνήσω αν αυτό το φαινόμενο του εξωραϊσμού της εικόνας ενός κράτους μέσω του αθλητισμού είναι μια σύγχρονη εφεύρεση ή αν βρίσκεται χωμένο στα κιτάπια της πολιτικής ιστορίας.
Η έρευνα με οδήγησε πίσω στον χρόνο κι ανακάλυψα ότι η στρατηγική χειραγώγηση του αθλητισμού επιταχύνθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1920 με την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Το βιβλίο γεννήθηκε από την επιθυμία να συνδέσω αυτά τα κομμάτια: να δείξω πώς από το Μουντιάλ του Μουσολίνι το 1934 φτάσαμε στο αντίστοιχο τουρνουά του Κατάρ το 2022 και στις σημερινές επενδύσεις δισεκατομμυρίων από τα κράτη του Περσικού Κόλπου ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι. Το βιβλίο αποτελεί με δύο λόγια μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις στο ποδόσφαιρο, φωτίζοντας «σκοτεινά δωμάτια» του χθες και του σήμερα.
Στην έρευνα που έκανες, τι κατάλαβες για την εξουσία και τι για το ποδόσφαιρο;
Αυτό που έγινε ξεκάθαρο για μένα είναι ότι πολιτικές ηγεσίες με ολοκληρωτικό προφίλ βλέπουν το ποδόσφαιρο ως το απόλυτο εργαλείο ομογενοποίησης μιας κοινωνίας στο εσωτερικό και επιβολής στο εξωτερικό. Για τέτοια καθεστώτα, ο αθλητισμός και ειδικά το ποδόσφαιρο δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε μέσο κοινωνικής και πολιτισμικής ανάπτυξης, αλλά εργαλείο για την επίτευξη πολιτικών στόχων, τη δημιουργία εθνικών μύθων και την επίκληση στο συναίσθημα. Η εξουσία τρέφεται από τη λάμψη των γηπέδων για να κρύψει τις ρωγμές της, χρησιμοποιώντας την μπάλα ως έναν «μεσσιανικό» μηχανισμό που υπόσχεται ευτυχία ενώ ταυτόχρονα απαιτεί υποταγή. Από την άλλη πλευρά, το ποδόσφαιρο αποδείχθηκε ότι είναι κάτι πολύ βαθύτερο από ένα απλό θέαμα: είναι το τελευταίο ιερό καταφύγιο αντιπροσώπευσης των καιρών μας. Παρά τις προσπάθειες χειραγώγησης, παραμένει ένας χώρος όπου αναδεικνύονται συλλογικές ταυτότητες και διαμορφώνονται κοινότητες. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις πώς το ίδιο άθλημα που χρησιμοποιεί ένα καθεστώς για προπαγάνδα, γίνεται στα χέρια των ανθρώπων μέσο αντίστασης, όπως συνέβη με την «Δημοκρατία της Κορίνθιανς» στη Βραζιλία.

«Παλαιότερα, η εμπλοκή της πολιτικής στον αθλητισμό θεωρούνταν συχνά ως μια φυσιολογική έκφραση εθνικισμού ή κρατικής υποστήριξης»
Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στην έρευνά σου;
Νομίζω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να διαπεράσω το πέπλο της προπαγάνδας και των αστικών μύθων που συνοδεύουν ιστορικά γεγονότα εδώ και δεκαετίες. Για παράδειγμα, η εξέταση της σχέσης του Φράνκο με τη Ρεάλ Μαδρίτης ή το «Ματς του Θανάτου» στην Ουκρανία απαιτούσε μια προσεκτική διασταύρωση πηγών για να ξεχωρίσει η ιστορική αλήθεια από τη μεταγενέστερη πολιτική εκμετάλλευση. Το να ισορροπήσεις ανάμεσα στην αθλητική αφήγηση και την πολιτική ανάλυση χωρίς να χάσεις την ουσία σε κανένα από τα δύο, ήταν μια διαρκής πρόκληση. Επίσης, ο εντοπισμός στοιχείων για πιο σύγχρονες περιπτώσεις, όπως η «διπλωματία των σταδίων» της Κίνας στην Αφρική, ήταν μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία. Εκεί δεν μιλάμε μόνο για ποδόσφαιρο, αλλά για δαιδαλώδεις οικονομικές συμφωνίες, εξαγωγές φυσικών πόρων και γεωπολιτική επιρροή που συχνά μένουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η προσπάθεια να «χαρτογραφήσω», για παράδειγμα, πώς μια κινεζική κατασκευαστική εταιρεία χτίζει ένα γήπεδο στην Ακτή Ελεφαντοστού με αντάλλαγμα το εμπόριο πετρελαίου, ήταν μια χρονοβόρα -αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα- άσκηση αναζήτησης και μελέτης.
Γιατί παλαιότερα δεν γινόταν λόγος για sportswashing;
Πολύ εύστοχη ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι, αν και ο όρος είναι σύγχρονος, η πρακτική είναι παλιά όσο και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Παλαιότερα, η εμπλοκή της πολιτικής στον αθλητισμό θεωρούνταν συχνά ως μια φυσιολογική έκφραση εθνικισμού ή κρατικής υποστήριξης. Τα καθεστώτα του Μουσολίνι, του Χίτλερ ή του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία χρησιμοποιούσαν τον αθλητισμό για να δείξουν την ανωτερότητα της «φυλής» τους, αλλά αυτό γινόταν σε μια εποχή όπου η ενημέρωση ήταν ελεγχόμενη και δεν υπήρχε η σημερινή παγκόσμια ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει λόγω της παγκοσμιοποίησης και της έκρηξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η ταχύτητα της πληροφορίας και η δράση διεθνών οργανώσεων κάνουν αδύνατη την απόκρυψη των σκοτεινών πλευρών ενός «κράτους-επενδυτή». Πλέον, όταν ένα καθεστώς με βεβαρημένο ιστορικό καταπάτησης ελευθεριών αγοράζει μια ιστορική ομάδα, ο κόσμος αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πρόκειται για μια στρατηγική «ξεπλύματος» της εικόνας του. Το sportswashing έγινε θέμα συζήτησης γιατί πλέον έχουμε τα εργαλεία να το δείξουμε, να το εντοπίσουμε, να το κατονομάσουμε και να το αμφισβητήσουμε.
Είναι αναπόφευκτο το sportswashing ή μπορεί να σταματήσει;
Θα έλεγα ότι τίποτα στην ιστορία δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά το sportswashing είναι εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει όσο το ποδόσφαιρο αρχίζει να λειτουργεί ως μια παγκόσμια βιομηχανία δισεκατομμυρίων που διψά για επιρροή. Θεσμικοί φορείς, όπως η FIFA, η UEFA ή κορυφαία πρωταθλήματα όπως Premier League, συχνά προτεραιοποιούν τα κέρδη και τη γεωπολιτική επέκταση έναντι των ηθικών φραγμών, επιτρέποντας σε κράτη-επενδυτές να αποκτούν συλλόγους και να επιβάλουν σχεδόν την ανάληψη μεγάλων διοργανώσεων. Όσο το χρήμα και η επιρροή παραμένουν ο μοναδικός ρυθμιστής, η πόρτα για τέτοιες πρακτικές θα μένει ορθάνοιχτη.
Για να συγκρατηθεί η έκταση του sportswashing, απαιτείται μια ριζική αλλαγή στο μοντέλο διοίκησης του ποδοσφαίρου, με αυστηρούς κανονισμούς που θα εξετάζουν και θα ενισχύουν τη λογοδοσία και τη διαφάνεια των επενδυτών. Δεν χρειάζεται να γίνουν αδιανόητα πράγματα ή κοσμογονικές αλλαγές, αλλά όπως διαμορφώνονται σήμερα οι παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες, ακόμη και η τήρηση της νομιμότητας και των διαφανών διεργασιών στη λήψη αποφάσεων φαίνεται εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία.
Από τη διαπλοκή κυβερνητικής εξουσίας-ποδοσφαίρου, πόσο πληγωμένος βγαίνει ο θεατής που απλά ακολουθεί το άθλημα και την ομάδα του;
Ο απλός θεατής, ο ποδοσφαιρόφιλος, ο οπαδός θα λέγαμε ότι «πληρώνει» τις συνέπειες αυτής της διαπλοκής, καθώς βρίσκεται παγιδευμένος σε μια συναισθηματική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, βλέπει την ομάδα του να δαπανά πακτωλό χρημάτων και να φέρνει κορυφαίους παίκτες που θα διεκδικήσουν τρόπαια και θα γράψουν ιστορία, προσφέροντάς του το υπερθέαμα που πάντα ονειρευόταν. Από την άλλη όμως, αισθάνεται ότι η ομάδα του —ένα κομμάτι της ταυτότητάς του δηλαδή— μετατρέπεται σε ένα εργαλείο πολιτικής κάποιας πολιτικής ηγεσίας ή κάποιων συμφερόντων, «πληγώνοντας» τον δεσμό της με την τοπική κοινότητα, με αυτό που ονομάζουμε «οπαδική βάση». Αυτή η διαδικασία διαβρώνει σταδιακά τα θεμέλια του αθλήματος. Ο θεατής, ο οπαδός καλείται συχνά να κάνει τα «στραβά μάτια» σε εγκλήματα ή καταπατήσεις δικαιωμάτων προκειμένου να βλέπει την ομάδα του πετυχαίνει. Στο τέλος της ημέρας, ο οπαδός νιώθει ότι η μπάλα δεν του ανήκει πια· ανήκει σε συγκεκριμένους πολιτικο-οικονομικούς κύκλους ή κρατικά funds που τη χρησιμοποιούν για σκοπούς που δεν έχουν καμία σχέση με το παιχνίδι. Αυτή η σταδιακή αποξένωση είναι, νομίζω, η βαθύτερη πληγή που αφήνει το sportswashing στις καρδιές των οπαδών και φίλων του ποδοσφαίρου.

«Αν οι σημερινοί κορυφαίοι σταρ αρνούνταν να γίνουν τα «πρόσωπα» του sportswashing, το φαινόμενο θα γνώριζε μεγάλο πλήγμα»
Ο απλός κόσμος, γιατί δεν αντιδρά σε αυτό το φαινόμενο; Είναι η απόλυτη εξάρτηση από το όπιο του λαού, το ποδόσφαιρο;
Δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο «όπιο», αλλά το ποδόσφαιρο είναι σίγουρα μια μορφή διαφυγής και ένα τελετουργικό που προσφέρει ένα διαφορετικό νόημα στην καθημερινότητα. Ο κόσμος έχει ανάγκη την εκτόνωση που προσφέρει το γήπεδο, ειδικά σε περιόδους οικονομικής ή κοινωνικής κρίσης και στενέματος. Όταν η πραγματικότητα είναι δύσκολη, η νίκη της ομάδας σου λειτουργεί ως ένα προσωρινό βάλσαμο, κάνοντας την ανάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος να φαντάζει δευτερεύουσα ή ακόμα και ενοχλητική ενασχόληση. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι η κοινωνία δεν μένει πάντα απαθής. Στο βιβλίο καταγράφω εστίες αντίστασης, όπως τις «Μητέρες της Πλατείας Μαΐου» στην Αργεντινή που αμφισβήτησαν το Μουντιάλ των συνταγματαρχών ή τους οπαδούς στην Ιταλία και την Πορτογαλία που μετέφεραν την πολιτική σύγκρουση στις κερκίδες. Η αντίδραση συχνά αργεί γιατί ο μηχανισμός προπαγάνδας είναι πανίσχυρος, αλλά όταν το ποδόσφαιρο συνδεθεί με το αίτημα για ελευθερία, μπορεί να γίνει ο καταλύτης για μεγάλες αλλαγές.
Οι αθλητές θα μπορούσαν να το σταματήσουν;
Αυτό θα ήταν ιδανικό. Η αλήθεια είναι ότι οι αθλητές έχουν τη μεγαλύτερη συμβολική δύναμη, αλλά ταυτόχρονα είναι και οι πιο ευάλωτοι απέναντι στο σύστημα. Στο παρελθόν είδαμε ήρωες όπως ο Μπρούνο Νέρι που αρνήθηκε τον φασιστικό χαιρετισμό στην Ιταλία ή ο Σόκρατες στη Βραζιλία που ηγήθηκε ενός δημοκρατικού κινήματος μέσα στην ομάδα του, την Κορίνθιανς. Τέτοιες προσωπικότητες απέδειξαν ότι ένας παίκτης μπορεί να γίνει η φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που φιμώνεται. Αν οι σημερινοί κορυφαίοι σταρ αρνούνταν να γίνουν τα «πρόσωπα» του sportswashing, το φαινόμενο θα γνώριζε μεγάλο πλήγμα.
Ωστόσο, οι πιο δημοφιλείς και κατά συνέπεια πιο επιδραστικοί παίκτες είναι εγκλωβισμένοι σε «χρυσά» συμβόλαια και σε έναν μηχανισμό που τους μετατρέπει σε brands. Η πίεση από τους μάνατζερ, τους χορηγούς και τις ομάδες είναι τεράστια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και εκείνοι στο τέλος της ημέρας είναι άνθρωποι σαν και εμάς, νέα παιδιά με όνειρα και φιλοδοξίες και οι περισσότεροι μεγαλωμένοι μέσα σε σκληρές συνθήκες. Παρόλα αυτά, βλέπουμε ακόμα και σήμερα παίκτες να παίρνουν θέση για κοινωνικά ζητήματα. Η λύση θα ήταν μια συλλογική στάση μέσω των ενώσεων ποδοσφαιριστών, ώστε το βάρος της αντίστασης να μην πέφτει μόνο σε μεμονωμένα άτομα που ρισκάρουν την καριέρα τους.
Κεφάλαιο για την Ελλάδα δεν υπάρχει και αναφέρεις ότι ο παραγοντισμός και τα φαινόμενα χουλιγκανισμού θέτουν εμπόδια στην ερευνητική δημοσιογραφία. Τι θα μπορούσε να προστατέψει τον δημοσιογράφο απ’ αυτά και να κάνει τη δουλειά του τώρα, στο σήμερα;
Στην Ελλάδα, φαινόμενα παραγοντισμού και χουλιγκανισμού έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η ερευνητική δημοσιογραφία συχνά αντιμετωπίζεται ως «εχθρική ενέργεια». Για να μπορέσει ένας δημοσιογράφος να κάνει τη δουλειά του σήμερα, χρειάζεται πάνω από όλα θεσμική θωράκιση και ανεξαρτησία των Μέσων Ενημέρωσης από επιχειρηματικά συμφέροντα που εμπλέκονται στο ποδόσφαιρο. Έχει να κάνει, δηλαδή, από το βαθμό δημοκρατίας και ασφάλειας σε μια χώρα. Από την ποιότητα της δημοκρατίας και την ελευθεροτυπία. Για παράδειγμα, στην Αγγλία και τη Γερμανία, ο καθένας γράφει και μιλάει ελεύθερα, με δεδομένο βέβαια ότι τεκμηριώνει αυτά που λέει και γράφει. Σε άλλες χώρες είναι διαφορετικά τα πράγματα, υπάρχει λογοκρισία ή αυτολογοκρισία λόγω πολιτικών συνθηκών. Στην Ελλάδα, νομίζω ότι είμαστε κάπου στη μέση.
Εγώ θεωρώ ότι η ένταση του sportswashing οφείλεται στον επαγγελματικό χαρακτήρα του ποδοσφαίρου. Συμφωνείς; Κι αν όχι, ποια θεωρείς αιτία του;
Συμφωνώ ότι ο επαγγελματισμός λειτούργησε ως επιταχυντής, καθώς μετέτρεψε τους συλλόγους σε εταιρείες που χρειάζονται συνεχή και τεράστια εισροή κεφαλαίων. Αυτή η συνθήκη άνοιξε διάπλατα την πόρτα σε κράτη-επενδυτές που μπορούν με ανεξάντλητα κεφάλαια να ασκήσουν τεράστια πολιτική επιρροή. Προσωπικά, θα έλεγα ότι η βαθύτερη αιτία δεν είναι τόσο το χρήμα, όσο η πολιτική απήχηση του αθλήματος. Ακόμα και πριν την πλήρη επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου, οι δικτάτορες του Μεσοπολέμου αντιλήφθηκαν ότι η μπάλα είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να ενώσει ή να υπνωτίσει πλατιά κοινωνικά στρώματα. Ο επαγγελματισμός απλώς «εκσυγχρόνισε» το sportswashing, μετατρέποντάς το από μια άτσαλη κρατική προπαγάνδα σε μια εξελιγμένη παγκόσμια επενδυτική δραστηριότητα με σκοτεινές όψεις.
Σε ευχαριστώ.
Και εγώ.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Ραπίδης σπούδασε πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις σε Αθήνα και Γενεύη. Εργάζεται ως σύμβουλος επικοινωνίας και πολιτικής στρατηγικής στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Υπήρξε συνιδρυτής της Rosa Media και συνεργάζεται με εξαιρετικούς επιστήμονες στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Συμμετέχει στο podcast Πελότα Λίμπρε, που εμβαθύνει στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική διάσταση του ποδοσφαίρου. Είναι επίσης συγγραφέας του «More Than A Game» που κυκλοφορεί από τις Απρόβλεπτες Εκδόσεις.
