Όταν τα λόγια μετράνε
Το παλιό (;) σύνθημα έλεγε ότι το κόμμα είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό. Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης οι πλατείες γέμιζαν και οι πολίτες έβαζαν τα καλά τους ρούχα και περίμεναν να τσαλακωθούν, περίμεναν να στριμωχτούν και να αφήσουν το βλέμμα τους να «ταξιδέψει» ψηλά, να σταθεί στα μπαλκόνια και στα παράθυρα, να «συνομιλήσει» με αυτούς που υπόσχονταν, υπόσχονταν, υπόσχονταν! Και ο λαός περίμενε τα λόγια τα μεγάλα, περίμενε τη λύτρωση και το ρίξιμο στη λήθη των μαύρων εποχών. Ο λαός περίμενε καλύτερες μέρες μετά τη χούντα και σαν μεσσίες υποδέχτηκε πρόσωπα που είχαν τον τρόπο να τον έλκουν, να τον σαγηνεύουν και να τον πείθουν να πάει να τα ψηφίσει. Τα πρόσωπα όμως είναι πολυπρόσωπα και απρόσωπα την ίδια στιγμή και αντανακλούν σε όλους και σε κανέναν. Τα πρόσωπα αυτά απομόνωναν την εικόνα τους στον καθρέφτη και άφηναν την ασημένια λάμψη να καλύψει αυτούς που ζητούσαν, απαιτούσαν, διαφωνούσαν, σιωπούσαν. Τα πρόσωπα ήταν -και είναι- οι οικογένειες Παπανδρέου-Μητσοτάκη και παραμένουν μέχρι σήμερα ενωμένα και δυνατά. Ανάμεσα τους υπάρχει κάτι, κάποια συγκεκριμένα. Η δημοσιογράφος που ήξερε και ξέρεις τον ρόλο και την αποστολή της. Η Όλγα Μπακομάρου, στο βιβλίο της «Οικογένειες. Παπανδρέου-Μητσοτάκη. 20 συνεντεύξεις» (Εκδόσεις Αρμός) κοιτά στα μάτια αυτά τα πρόσωπα και μας μαθαίνει πολλά.
Η ευθύνη αυτού που ρωτά
Οι οικογένειες, όπως κα να το κάνουμε, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Τα ονόματα Παπανδρέου, Μητσοτάκη συνδέθηκαν με τη ζωή μας, άλλαξαν το πολιτικό τοπίο και μαζί την κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική πραγματικότητα. Αν η αλλαγή (αγαπημένο σύνθημα-λέξη του Ανδρέα Παπανδρέου) ήταν προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, αυτό έχει κριθεί από την Ιστορία. Το θέμα εδώ είναι πώς το κατάφεραν αυτό και πώς η δημοσιογράφος συνομίλησε μαζί τους. Και τέτοιες συνομιλίες δεν είναι εύκολες. Η ευθύνη αυτού που ρωτά είναι μεγάλη. Όταν έχεις απέναντι σου πρωθυπουργός, αρχηγούς αξιωματικής αντιπολίτευσης, προέδρους κομμάτων, οφείλεις να είσαι προετοιμασμένος, να έχεις κάνει την έρευνα σου, να γνωρίζεις άριστα τα της επικαιρότητας και να μη φοβάσαι να αντιπαρατεθείς διαλεκτικά. Η Μπακομάρου αποδεικνύει τι σημαίνει ως δημοσιογράφος να στέκεσαι απέναντι στην εξουσία, τι σημαίνει να την ελέγχεις και τι σημαίνει να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις. Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις καταλαβαίνεις τον αλληλοσεβασμό και την εκτίμηση που υπήρχε ανάμεσα στα δύο μέρη. Η Μπακομάρου ήξερε να παρουσιάζει και να «αφηγείται» τις κουβέντες της, ενώ οι ειδήσεις, οι ατάκες, έβγαιναν μέσα από τη γνώση, την αντικειμενικότητα και την τόλμη της. Στις συνεντεύξεις της δεν υπάρχει θράσος και κακή πρόθεση και αυτό είναι αξιομνημόνευτο.

Εικόνα μιας εποχής
Οι συνεντεύξεις καλύπτουν την περίοδο 1977-2004 και σ’ αυτό το διάστημα ο αναγνώστης διακρίνει τις αλλαγές, τις αναθεωρήσεις, τις διαψεύσεις και τις κουραστικές επαναλήψεις των προσώπων. Ο ριζοσπάστης, τολμηρός Ανδρέας Παπανδρέου του 1977 συμβιβάζεται και ακολουθεί την πεπατημένη. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, η Ντόρα Μπακογιάννη που δεν ήθελαν ποτέ πίσω στη Ν.Δ τον Αντώνη Σαμαρά… Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Μέσα από τις συνεντεύξεις παρουσιάζεται ανάγλυφα το πολωμένο πολιτικό σκηνικό, η «γέννηση» της διαπλοκής την περίοδο της Μεταπολίτευσης, τα έντονα εσωκομματικά πάθη, η μικροπολιτική, τα ήθη της εποχής, η στάση της κοινωνίας…
Η Όλγα Μπακομάρου δείχνει σε συναδέλφους, νεότερους και μη, πώς γίνεται μια συνέντευξη. Η προσαρμοστικότητα, η αποφασιστικότητα και οι κατάλληλες σημειώσεις, η προεργασία δηλαδή, θέτουν τις βάσεις για μια ουσιαστική συνομιλία. Ο λόγος της -οι ερωτήσεις- είναι δίκαιους, αμερόληπτος και φυσικά η φροντίδα της γλώσσας υψηλή. Οι συνεντεύξεις δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Γυναίκα» και την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Η έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό από το αρχείο της δημοσιογράφου.
