των Πηνελόπης Γκιώνη και Δήμητρας Πραντάλου
Πολλά είναι τα άρθρα τα οποία έχουμε αφιερώσει στην πρωταθλήτρια του τζούντο, Ελισάβετ Τελτσίδου. Για τις νίκες, για τις ήττες, για τις κουβέντες γεμάτες νόημα και ουσία, για την προσπάθειά της, για το ήθος της, για μία προσωπικότητα που ξεχωρίζει. Όμως, τα κείμενα που αφορούν στο ίδιο το άθλημα που την έχει βοηθήσει να διαμορφώσει τον χαρακτήρα της, είναι λίγα ενώ εικόνες από τους αγώνες είναι ελάχιστες.
Στην Ελλάδα, ο «ερασιτεχνικός» αθλητισμός παραμένει στη σκιά των μεγάλων επαγγελματικών αθλημάτων, αναζητώντας τον χώρο του. Το τζούντο, παρ’ ότι είναι γνώριμο ως άκουσμα, δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από την σκιά των “μεγάλων”. Μέχρι να έρθει η ταινία «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», του Γιώργου Γεωργόπουλου από την Tanweer, και το έφερε στο προσκήνιο.
Η ιστορία αφορά σε ένα κορίτσι που ξεκινά από την Ικαρία για την Αθήνα, κυνηγώντας το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων στο πλευρό ενός έμπειρου προπονητή. Προπονείται σκληρά, πιέζεται έντονα, απογοητεύεται όμως δεν σταματά να προσπαθεί. Τότε η Ελισάβετ Τελτσίδου είδε τη ζωή ενός πραγματικού πρωταθλητή να μετουσιώνεται στην τέχνη και να γίνεται ταινία.
Ο Μορτ Κλωναράκη στον ρόλο της Δάφνης Παττύρη, μελέτησε την Τελτσίδου και υποδύθηκε την τζουντόκα που διεκδικεί το όνειρο και σκοπεύει να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να το καταφέρει.
Το Gazzetta Women σε συνεργασία με το Jenny.gr έφεραν τις δύο πρωταγωνίστριες στο ίδιο τατάμι. Η Τελτσίδου μας άνοιξε το «σπίτι» της, το προσωπικό της προπονητήριο το οποίο η ίδια με την οικογένειά της έχουν δημιουργήσει σε ιδιωτικό χώρο, έκανε… μαθήματα τζούντο με τον Μορτ και μαζί συζήτησαν για όλα όσα συνθέτουν την ουσία του αθλήματος.
«Τζούντο σημαίνει ο δρόμος της ευγένειας. Πάντα κάνουμε υπόκλιση στον αντίπαλο, πάντα χαιρετάμε. Είμαστε φίλοι έξω από τον αγώνα. Χρησιμοποιείς τη δύναμη του αντιπάλου για να τον ρίξεις. Πάντα υπάρχει σεβασμός, παρ’ ότι είναι μαχητικό άθλημα. Δεν είναι επιθετικό», εξηγεί η Ελισάβετ Τελτσίδου, δίνοντας το στίγμα της φιλοσοφίας της.
Η ίδια παραδέχεται πως η ταινία την έκανε να αναρωτηθεί για τη δική της εικόνα: «Είδα πολύ ρεαλιστικές σκηνές, οι ηθοποιοί ήταν τόσο μέσα στον ρόλο που φαίνονταν αγριεμένες. Όταν τις γνώρισα από κοντά, καμία σχέση… Και τότε σκέφτηκα αν είμαι κι εγώ έτσι, τόσο διαφορετική μέσα στον αγώνα και στην πραγματική ζωή».
Η καθημερινότητά της στο προσωπικό της προπονητήριο είναι μια οικογενειακή υπόθεση: «Στο κτήριο αυτό μένει ο αδερφός μου. Τα ανίψια μου μόλις ακούσουν τη μουσική και καταλάβουν πως ξεκινάει η προπόνηση, κατεβαίνουν αμέσως και κάνουν μαζί μου. Άκρως επηρεασμένα από τη θεία τους… παίρνουν μετάλλια και τους φαίνονται μικρά γιατί τα συγκρίνουν με τα δικά μου». Με αυτές τις απλές κουβέντες, η Τελτσίδου εξηγεί πώς δημιουργούνται οι αυριανοί πρωταθλητές: «Πρέπει να δίνονται κίνητρα στα παιδιά να κάνουν πρωταθλητισμό. Η Ελλάδα είναι η γενέτειρα χώρα των Ολυμπιακών Αγώνων. Πρώτοι μπαίνουμε στο στάδιο με τη σημαία, πρέπει να έχουμε παρουσία.
Η υποκριτική με τον αθλητισμό μοιάζουν. Θέλει πάρα πολύ πειθαρχία, πάρα πολύ προσήλωση. Είναι μια μικρογραφία της ζωής».
Από την άλλη πλευρά, ο Μορτ Κλωναράκη εξηγεί πώς βίωσε τη διαδικασία της εκμάθησης του τζούντο και τι αποκόμισε τελικά από όλο αυτό: «Η ταινία είναι πολύ… ελληνική. Δείχνει την αλήθεια, δείχνει τα προβλήματα, δείχνει τη φτώχεια. Δείχνει πως το να πάρει μετάλλιο ένα παιδί είναι και θέμα κοινωνικό.
Εμείς έπρεπε να μάθουμε τζούντο από την αρχή, δεν μπορούσαμε να μπούμε απλά σε χορογραφίες. Οπότε τις πρώτες εβδομάδες κάναμε προπονήσεις, κάναμε τούμπες… Κάναμε 4-6 ώρες προπόνηση την ημέρα».
Παρά την προηγούμενη εμπειρία του με τις πολεμικές τέχνες, αυτή η πρόκληση ήταν διαφορετική: «Επειδή έκανα τάε κβον ντο νόμιζα ότι θα το έχω αλλά… δεν το είχα. Είχα μάθει να κουράζομαι και να πονάω αλλά τελικά δεν είχε σχέση. Εμείς κάναμε προπόνηση και πέρα από το πλαίσιο της ταινίας πια και ήμασταν ψημένοι να κατέβουμε μέχρι και σε αγώνα.
Είναι πολύ δύσκολη η ζωή του πρωταθλητή γιατί δεν είναι μόνο η προπόνηση. Το πρωί έχεις δουλειά, μετά βάρη, τρέξιμο, συγκεκριμένο φαγητό. Δεν μπορείς να ξενυχτήσεις, δεν μπορείς να πιεις μια μπίρα. Και κατάλαβα πως στο τατάμι κλείνουν όλα. Το σώμα σου αντιδρά εμπειρικά. Δεν θυμάμαι τι κάνω πολλές φορές όταν παίζω».