Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 54 (pics & vids)
ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord
Το πρώτο σίκουελ ελληνικής ταινίας, ο καυγάς Σακελλάριου-Κατσουρίδη και μια ταινία που έγινε μύθος

Πολλές φορές στην ιστορία του κινηματογράφου - όχι μόνο του ελληνικού, αλλά και του διεθνούς- , ταινίες που εμείς θεωρούμε ως «μελετημένα επιτυχημένες», πέτυχαν εξαιτίας και κάποιων τυχαίων γεγονότων, κάποιων διαφωνιών που κάποιοι άφησαν στην άκρη, επιλογών που τελικά κάποιοι άλλαξαν τυχαία και δικαιώθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος πολλές φορές μυθοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις και χρειάζεται ιδιαίτερα αντικειμενική θεώρηση, καθαρό μυαλό, αλλά και πληθώρα στοιχείων ώστε η θεώρηση των πραγμάτων να παραμείνει στη σωστή της διάσταση. Μια τέτοια ιστορία κρύβεται πίσω από την θρυλική ελληνική ταινία με τίτλο «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο», την οποία γύρισε ο Φιλοποίμην Φίνος το 1957, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου. Η ταινία αυτή ουσιαστικά ήταν το πρώτο σίκουελ στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, αφού αποτέλεσε τη συνέχεια της ταινίας με τίτλο «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» που είχε προηγηθεί δύο χρόνια νωρίτερα, το 1955, με τους ίδιους πρωταγωνιστές: Βασίλης Αυλωνίτης, Μίμης Φωτόπουλος, Τζένη Καρέζη. Η πρώτη αυτή ταινία σημείωσε εξαιρετική εμπορική επιτυχία, αφού ήρθε δεύτερη σε εισπράξεις τη σεζόν 1955-1956 και έχασε την πρώτη θέση διότι είχε την «ατυχία» να προβληθεί την ίδια σεζόν με μια άλλη μυθική ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, στην οποία πρωταγωνιστούσαν η Μελίνα Μερκούρη και ο Γιώργος Φούντας, ταινία που τη σεζόν εκείνη ήρθε πρώτη σε εισπράξεις. Όπως και να έχει όμως, το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» ήταν από τις κορυφαίες ταινίες του Φίνου, αλλά και του ελληνικού κινηματογράφου γενικότερα. Έτσι, η απόφαση να γυριστεί η συνέχειά της, δύο χρόνια αργότερα, ήταν σχεδόν μονόδρομος. Ωστόσο όσο εύκολο και λογικό φαίνεται σήμερα, άλλο τόσο πρωτοφανές ήταν εκείνη την εποχή, αφού θα ήταν η πρώτη φορά που μια ταινία θα αποκτούσε και συνέχεια, με τους ίδιους συντελεστές. Κι αυτό, από όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, είχε ένα ρίσκο. Ωστόσο τόσο ο Φίνος, όσο και ο Σακελλάριος ήταν άνθρωποι με πείσμα και τόλμη κι αυτό τους βοήθησε στην αποφασή τους. Παράλληλα, το γεγονός ότι όλοι οι ηθοποιοί της πρώτης ταινίας δέχθηκαν να συμμετάσχουν και στη δεύτερη, επίσης βοήθησε στην τελική απόφαση, αφού σε ανάλογες περιπτώσεις στην ιστορία του διεθνούς κινηματογράφου, ακόμα και ένας πρωταγωνιστής να λείπει, το αποτέλεσμα καθίσταται επισφαλές. Και κάπου εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας τύχη, που αναφέραμε στην αρχή. Ο Φίνος δεν ήθελε να συμμετάσχει στην ταινία ο Βασίλης Αυλωνίτης, καθώς πίστευε ότι είχε πληγεί το προφίλ του εν λόγο ηθοποιού εξαιτίας της συμμετοχής του σε ταινίες δεύτερης διαλογής. Παράλληλα, δεν ήθελε επίσης ούτε την ανερχόμενη τότε ηθοποιό Τζένη Καρέζη. Ο Σακελλάριος όμως –ευτυχώς- επέμενε και για τους δύο και τελικά επικράτησε η γνώμη του. Και κάπως έτσι γράφτηκε αυτό το χρυσό κεφάλαιο του ελληνικού κινηματογράφου. Στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» εκτός από τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο και Καρέζη, πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι ηθοποιοί Αλέκος Αλεξανδράκης, Νίκος Φέρμας, Δημήτρης Βουδούρης, Λαυρέντης Διανέλλος, Περικλής Χριστοφορίδης, Γιώργος Γαβριηλίδης, Τάκης Χριστοφορίδης, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Γιάννης Βογιατζής, Χάρις Καμίλλη, Νίκη Λινάρδου, Ζωή Φυτούση, Λέτα Γιαννακοπούλου, Ρέα Μανέλλη, Στέλλα Μαργαριτίδου, Μαίρη Λάφη, κ.α. Από τις πολύ ευχάριστες στιγμές της δεύτερης ταινίας αποτελεί και η σκηνή που ο Σακελλάριος σατιρίζει την τόσο μεγάλη επιτυχία του τραγουδιού «Γαρύφαλλο στ’ αυτί», τους στίχους του οποίου είχε γράψει ο ίδιος ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης και τη μουσική ο Μάνος Χατζιδάκης. Έτσι, σε μια σκηνή της ταινίας ο Γιώργος Γαβριηλίδης «σιχτιρίζει» αυτό το τραγούδι, το οποίο ακούει συνέχεια παντού, από μια παρέα φίλων σε ένα αμάξι, μέχρι την κόρη του που το σιγοτραγουδά. Τα νεύρα του είναι τόσο πολλά που σε έκρυθμη κατάσταση αρχίζει να πετάει τις γλάστρες με γαρύφαλλα από τον κήπο του, ενώ η Ζωή Φυτούση στο ρόλο της συζύγου, προσπαθούσε να τον συγκρατήσει. Ένα ακόμα ενδιαφέρον tip για την ταινία αφορά στον Λαυρέντη Διανέλλο, ο οποίος εδώ υποδύεται τον έναν απο τους δύο ρόλους κακού που είχε παίξει στον ελληνικό κινηματογράφο. Η άλλη του ερμηνεία του «κακού» ήταν στην ταινία «Η Λίζα και η άλλη». Πέραν αυτού, στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» ο Μάνος Χατζηδάκης επαναλαμβάνει την επιτυχία του «Γαρύφαλλο στ' αυτί» με το καινούργιο τραγούδι του «Φούστα κλαρωτή και γαρύφαλλο στ' αυτί», καθώς επίσης γράφει και το «Αχ βρε παλιομισοφόρια» σε στίχους του ίδιου του Σακελλάριου. Τραγούδι που το απέδωσε μοναδικά ο Βασίλης Αυλωνίτης. Τη φωτογραφία της ταινίας επιμελήθηκε ο Ντίνος Κατσουρίδης, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει το μοντάζ στο προηγούμενου φιλμ. Μάλιστα, η συνεργασία του στην ταινία αυτή με τον Σακελλάριο είχε και αρκετές εντάσεις, αφού οι δύο μεγάλοι άνδρες ήρθαν και σε αντιπαράθεση κατά την διάρκεια των γυρισμάτων. Αιτία αποτέλεσε η σκηνή που ο Παυλάρας εξιστορεί το όνειρό του στον Πετράκη. Η φωτογραφία του Κατσουρίδη στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο θεωρήθηκε από τον Σακελλάριο ιδιαίτερα σκοτεινή και με έντονο κοντράστ, κάτι που δεν συνηθιζόταν για την εποχή. Ο σκηνοθέτης ζήτησε μάλιστα από εκείνον να την ξαναγυρίσει. Ο Κατσουρίδης όμως επέμενε σθεναρά σε αυτό το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και για αυτό η σκηνή ξαναγυρίστηκε μεν, αλλά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τελικά η σκηνή εντάχθηκε στην ταινία με τον τρόπο που ήθελε ο Κατσουρίδης. Στην συνέχεια ακολούθησε η ιστορική σκηνή που απεικονίζει τσιγγάνες να χορεύουν με συνοδεία την μουσική της λατέρνας, αλλά αμέσως μετά εμφανίζονται ντυμένες στα μαύρα να μοιρολογούν και να συμμετέχουν στην νεκρική πομπή της λατέρνας. Μάλιστα, στη σκηνή αυτή συμμετείχαν 200 περίπου τσιγγάνες. Δεν αναφερθήκαμε όμως στην υπόθεση της ταινίας: Οι δύο λατερνατζήδες, ο Πετράκης (Μίμης Φωτόπουλος) και ο Παυλάρας (Βασίλης Αυλωνίτης), έχουν αποκτήσει ένα τεράστιο ποσό ως αμοιβή που τους έχει δώσει ο πατέρας της δεσποινίδος Καίτης (Τζένη Καρέζη), όταν την βοήθησαν να βρει τη ευτυχία και να παντρευτεί τον νέο που αγαπούσε (Αλέκος Αλεξανδράκης). Τα χρήματα αυτά όμως κάποια στιγμή τελειώνουν και οι δύο φίλοι επέστρεψαν στη μιζέρια τους. Με τις αναδουλειές να αυξάνονται, ο Παυλάρας αρρωσταίνει και ο Πετράκης αναγκάζεται να πουλήσει κρυφά την λατέρνα για να τον κάνει καλά. Συγχρόνως, προσπαθεί να βρει τη δεσποινίδα Καίτη για να τους βοηθήσει, αλλά εκείνη έχει πια χωρίσει και μετακομίσει. Όταν συνέρχεται ο Παυλάρας, θυμώνει που πουλήθηκε η λατέρνα. (Σπαρακτική η σκηνή που μαθαίνει την αλήθεια). Στη συνέχεια όμως, βρίσκουν την δεσποινίδα Καίτη, την οποία βοηθούν να ξανασμίξει με τον άντρα της, ο οποίος δεν ξέρει καν πως έχει παιδί μαζί της. Η ταινία αποτελεί μια εξαιρετική ηθογραφία, ένα πραγματικό ντοκουμέντο από την Ελλάδα της δεκαετίας του 1950, η οποία παρά τις δυσκολίες, «βαστούσε», με αιχμή του δόρατος την εξαιρετικά ισχυρή κοινωνική συνοχή της, το αίσθημα αλληλλεγύης των πολιτών της, αλλά και την ικανότητα αυτών να αντιλαμβάνονται το πραγματικό νόημα της ζωής. Νόημα που αφορά στις ανθρώπινες σχέσεις και στα συναισθήματα, αδιαφορώντας – στο βαθμό του λογικού– για τα υλικά αγαθά. Οι ερμηνείες των Αυλωνίτη-Φωτόπουλου είναι γεμάτες συναισθηματισμό, τρυφερότητα, αλλά και έντονη δραματικότητα. Κάπως έτσι, ο θεατής που αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις και εμβαθύνει στο σενάριο, στις ερμηνείες, αλλά και στην ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, βουρκώνει. Όσες φορές κι αν δει την ταινία. Η σκηνή π.χ. που οι άφραγκοι φίλοι του Παυλάρα «τσοντάρουν» από το υστέρημά τους, για να του αγοράσουν φάρμακα, είναι μοναδική και ξυπνάει τα κρυμμένα συναισθήματα όλων μας. Η ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών - Πειραιώς - Προαστίων το 1957, έκοψε 113.641 εισιτήρια και βρέθηκε στην 3η θέση ανάμεσα στις 30 ταινίες της σεζόν εκείνης. Ακόμα και σήμερα αποτελεί μια από τις αγαπημένες ταινίες των καναλιών, αφού προβάλλεται αρκετά συχνά, ενώ σε κάθε της προβολή σημειώνει σημαντικές τηλεθεάσεις. Και ταινίες που μπορείς να δεις δεκάδες φορές, με την ίδια λαχτάρα κάθε φορά, είναι ελάχιστες. Το γιατί ας ψάξει ο καθένας μας να το βρει μόνος του.


Το 1964 ήταν χωρίς καμία αμφιβολία η χρονιά που ανέτειλλε για τα καλά το άστρο του Χάρυ Κλύν. Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης είχε την ευκαιρία να αναδείξει το μεγάλο του ταλέντο σε δύο σημαντικές ταινίες της χρονιάς εκείνης. Η πρώτη αφορούσε στη συμμετοχή του στην ταινία «Γάμος αλά ελληνικά», στο πλευρό του Γιώργου Κωνσταντίνου και της Ξένιας Καλογεροπούλου και η δεύτερη – και πιο σημαντική για τον ίδιο – στον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην ταινία «Τα 201 καναρίνια». Μια ταινία που παρά το εξαιρετικό της ενδιαφέρον - τόσο λόγο του σεναρίου, όσο και λόγω των νεωτερισμών που ακολούθησε σε επίπεδο σεναρίου -, δεν έχει προβληθεί παρά ελάχιστες φορές από τα κανάλια, ενώ η τελευταία χρονιά που προβλήθηκε χάνεται κάπου στις αρχές του 2000. Τα «201 καναρίνια» ήταν μια παραγωγή του Τζέιμς Πάρις, παραγωγού που έμεινε πιο γνωστός για την παραγωγή ελληνικών ταινιών που αφορούσαν ιστορικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας (επανάσταση του 1821, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, γερμανική κατοχή κ.α.). Το σενάριο ήταν των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη, ενώ η σκηνοθεσία του Γρηγόρη Γρηγορίου. Ουσιαστικά επρόκειτο για μουσική κωμωδία, πλημμυρισμένη από τις εξαιρετικές μελωδίες του Γιώργου Κατσαρού. Η υπόθεση ήταν η εξής: Η Λίλα είναι σπουδάστρια της μουσικής και ζει μαζί με τον θείο της. Ο αγαπημένος της σύντροφος πηγαίνει να τη ζητήσει σε γάμο, ωστόσο εκεί μαθαίνει πως είναι απένταρη, επειδή ο θείος της κατασπατάλησε την περιουσία της. Έτσι ο νεαρός αναγκάζεται να φύγει για την Αγγλία προκειμένου να βρει λεφτά και η κοπέλα προσλαμβάνεται ως πιανίστρια μιας ιδιόρρυθμης γεροντοκόρης που θέλει να της παίζουν διαρκώς πιάνο προκειμένου να κελαηδούν συνεχώς τα καναρίνια της. Η γεροντοκόρη αυτή θα συμπαθήσει την κοπέλα και θα την πάρει υπό την προστασία της, ενώ παράλληλα θα την βοηθήσει να πάρει πίσω την περιουσία της από τον θείο της. Ο φίλος της κοπέλας θα την επισκεφθεί στο σπίτι που μένει με την εκκεντρική γεροντοκόρη και θα ανακαλύψει πως ο παλιός έρωτάς της δεν ήταν άλλος από τον πατέρα του νεαρού. Η γεροντοκόρη θα πεθάνει από την συγκινητική αυτή αποκάλυψη και θα την κληρονομήσει η κοπέλα. Πέρα από την ιστορία ωστόσο, αυτό που κάνει ξεχωριστή την ταινία και της δίνει μια ιδιαίτερη υφή είναι ο σύγχρονος για την εποχή τρόπος παρουσίασής της. Δεν είναι λίγες οι σκηνές όπου η ταινία θυμίζει παλιό, βουβό κινηματογράφο, τόσο λόγο της σκηνοθεσίας και της φωτογραφίας, όσο και λόγο της εξέλιξης του σεναρίου που σε κάποιες περιπτώσεις δείχνει να «σέρνεται». Πρόκειται όμως για συνειδητή επιλογή των δημιουργών της και τελικά φαίνεται ότι λειτουργεί θετικά στο όλο αποτέλεσμα. Η πραγματική αποκάλυψη όμως της ταινίας είναι ο Χάρυ Κλυν, ο οποίος αναδεικνύει ένα πρωτοφανές κέφι, μία εξαιρετική μιμητική ικανότητα, πολύ σκέρτσο, πολλές γριμάτσες και αυτοσχεδιασμούς χωρίς τέλος. Πραγματικά, ο Γρηγόρης Γρηγορίου θα πρέπει να...δεινοπάθησε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων για να κρατήσει την ερμηνεία του Κλυν στο πλαίσιο του σεναρίου. Ωστόσο, βλέποντας το τελικό αποτέλεσμα κατάλαβε και ο ίδιος ότι είχε μπροστά του ένα ακατέργαστο διαμάντι, οπότε κράτησε τους αυτοσχεδιασμούς. Και καλά έκανε. Ποιος θα ξεχάσει π.χ. τη σκηνή στο άλσος με τον Χάρυ Κλυν να τραγουδάει σαν «καρδερίνα» και να κυνηγάει με τον δικό του εξίσου μοναδικό τρόπο την Ματίνα Καρρά, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τραγουδάει, ενώ ταυτόχρονα παίζει σε ένα αόρατο σαξόφωνο τις νότες του τραγουδιού στο φτωχό δωματιάκι του. Δεν μιλήσαμε όμως για τους πρωταγωνιστές της ταινίας, οι οποίοι εκτός από την Ματίνα Καρρά που αναφέρθηκε νωρίτερα, ήταν ακόμα οι Ελένη Χαλκούση, Έρικα Μπρόγιερ, Κώστας Δούκας, Τέλης Ζώτος, Μαρία Φωκά, Γιάννης Κοντούλης, Λάζος Τερζάς, Παναγιώτης Καραβουσάνος, Γιώργος Οικονόμου, Αμαλία Λαχανά. Αυτό που εύκολα διαπιστώνει κανείς όταν διαβάζει το καστ των ηθοποιών είναι το γεγονός ότι απουσιάζει «εκκωφαντικά» το εμπορικό όνομα. Κι αυτό έγινε συνειδητά, θέλοντας οι δημιουργοί της ταινίας να διαπιστώσουν εάν μια ποιοτική ταινία, έστω και χαμηλού προϋπολογισμού και χωρίς τα «μεγάλα» ονόματα, μπορεί να σημειώσει επιτυχία. Το αποτέλεσμα ήταν ωστόσο απογοητευτικό: Η ταινία στην πρώτη της προβολή έκοψε μόλις 24.772 εισιτήρια και έλαβε την 75η θέση ανάμεσα στις 92 ταινίες της σεζόν. Ωστόσο, όπως λένε οι πληροφορίες, κανείς δεν μετάνιωσε για την υλοποίησή της, αφού η ταινία αυτή έδωσε απλόχερα και μια άλλη οπτική του ελληνικού κινηματογράφου, αρκετά μακριά από την αντίστοιχη του Φίνου ή του Κονιτσιώτη. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες κριτικές που έχουν γραφτεί για την ταινία, αναφέρει ότι μέρος της πλοκής της έχει να κάνει «με την κόντρα της αγνής νεολαίας εναντίον της βρώμικης ωριμότητας». Όπως αναφέρη ο ανώνυμος κριτικός, «είναι μία από τις σπάνιες στιγμές στην ιστορία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που οι νέοι παρουσιάζονται γεμάτοι ιδανικά και θέληση για ζωή, ενώ οι μεγάλοι με τις παρανομίες τους, τους κλείνουν το δρόμο». Και όπως λέει, «η ταινία δεν ξεφεύγει τελικά από την τυποποίηση, αφού η ηλικιωμένη κυρία θα οδηγήσει τους νέους στο δρόμο του εύκολου πλουτισμού και το μήνυμα της προσωπικής πάλης για την επιβίωση θα μείνει ξεχασμένο πίσω από μια κληρονομιά και από την ανάλαφρη ματιά του κινηματογράφου της εποχής». Δεν είναι άστοχη η κριτική αυτή. Κάπως έτσι συμβαίνει. Ωστόσο είναι μάλλον υπερβολικά «τεχνοκρατική», κάτι που δεν χρειάζεται όταν μιλάμε για Τέχνη. Σε κάθε περίπτωση εκείνο που συνειδητοποιεί κανείς μελετώντας τα στοιχεία της ταινίας είναι το γεγονός ότι οι καινοτομίες πέρα από το κόστος που έχουν, εμπεριέχουν και μπόλικο ρίσκο, ειδικά από τη στιγμή που – μιλώντας για κινηματογράφο-, οι θεατές δεν έχουν την ωριμότητα να τις αξιολογήσουν. Και εκείνη την εποχή φαίνεται ότι τα ζητούμενα για τους έλληνες σινεφίλ ήταν άλλα, πιο απλοϊκά, πιο ανάλαφρα. Κάτι για το οποίο σαφώς κανείς δεν μπορεί να τους αποδόσει ευθύνες. Τα «201 καναρίνια» είναι μια πολύ αξιόλογη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου και αξίζει την προσοχή του συνειδητοποιημένου θεατή. Ωστόσο αυτό που μένει αναπάντητο στην ταινία είναι το εξής: Τελικά, τα καναρίνια ήταν πράγματι 201;
Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

