Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 49 (pics & vids)
ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord
«Ο βασιλιάς της γκάφας» και οι «γέφυρες» του Βέγγου

Ο Θανάσης Βέγγος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου και είναι χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λίγους έλληνες ηθοποιούς που μπορεί να καυχηθεί ότι έχτισε την καριέρα του «εκτός Φίνου», εκτός αυτού του «ασφαλούς λιμανιού», το οποίο είχε τη μοναδική ικανότητα να «χτίζει» και να αναπτύσσει ηθοποιούς. Όπως πολύ εύστοχα έχει επικρατήσει να λέγεται «η Finos Film ήταν το Hollywood της Ελλάδας». Ο Βέγγος ωστόσο είχε ανέκαθεν «τάσεις ανεξαρτησίας» από τον Φίνο, τις οποίες βέβαια ενίοτε πλήρωσε πολύ ακριβά, όπως όταν χρεοκόπησε η δική του κινηματογραφική εταιρεία, παρά την εμπορική επιτυχία των ταινιών του. Με βάση τα παραπάνω, κάθε καριέρα ηθοποιού που χτίστηκε εκτός Finos Film ήταν απόδειξη των πολύ μεγάλων ικανοτήτων αυτού. Μια από τις ταινίες εκτός Φίνου που γύρισε ο Βέγγος, με εταιρεία παραγωγής την Καραγιάννης – Καρατζόπουλος, ήταν και εκείνη με τίτλο «Ο βασιλιάς της γκάφας», του 1962. Το σενάριο ήταν του Ναπολέων Ελευθερίου – αγαπημένου φίλου του Θανάση Βέγγου – και η σκηνοθεσία του επίσης αγαπητού του, Πάνου Γλυκοφρύδη. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής Ένας γκαφατζής που νομίζει ότι είναι μεγάλο λαγωνικό, ο Φρίξος, εργάζεται ως ντετέκτιβ σ’ ένα γραφείο ερευνών όπου μια μέρα του ανατίθεται να βρει την ανηψιά και μοναδική κληρονόμο του μεγαλοεφοπλιστή Μηνά Γιακουμή, η οποία έχει εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Ως βασικό αλλά και μοναδικό στοιχείο αναγνώρισης είναι μια ελιά που βρίσκεται στον αριστερό γλουτό της κοπέλας. Έτσι ο Φρίξος ψάχνοντας για την ελιά αναστατώνει όλο το νησί της Κω, όπου υπάρχουν υποψίες ότι βρίσκεται η εξαφανισθείσα, χωρίς βέβαια κανένα αποτέλεσμα. Ο ντετέκτιβ όμως ενός ανταγωνιστικού γραφείου, ο Πωλ, που έχει αναλάβει επίσης την ίδια αποστολή, τα καταφέρνει και ανακαλύπτει ότι το ζητούμενο πρόσωπο είναι η κοπέλα που έχει ερωτευτεί ο Φρίξος, δηλαδή η βοηθός του Μαίρη. Η ταινία μπορεί να μην διακρίνεται για το ευρηματικό της σενάριο ή για το πλούσιο καστ ηθοποιών της, ωστόσο είναι ευχάριστη, προκαλεί γέλιο, ενώ ο Βέγγος δίνει σαφή δείγματα του μεγάλου ταλέντου του, αν και παραμένει κάπως «μαζεμένος» σχετικά με τις πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες που είχε. Γνωρίζοντας την εξέλιξη του Βέγγου, εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι ερμηνείες του ίδιου όπως αυτή στην ταινία «Ο βασιλιάς της γκάφας» αποτέλεσαν την γέφυρα και το διαβατήριο του ίδιου για τις σπουδαίες ερμηνείες που ακολούθησαν, τόσο στον Φίνο, όσο και σε άλλους ανεξάρτητούς παραγωγούς. Με την έννοια αυτή, ταινίες όπως «Ο βασιλιάς της γκάφας» αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής διαδρομής του Βέγγου, με την δική τους, ξεχωριστή αξία. Στην εν λόγω ταινία, μαζί με τον Βέγγο πρωταγωνιστούσαν οι Πάρις Λεβέντη, Θανάσης Μυλωνάς, Γιάννης Βογιατζής, Δημήτρης Νικολαϊδης, Ζαννίνο και Κούλης Στολίγκας. Η μουσική ήταν του γνωστού μουσικού της εποχής Λέανδρου, ενώ «Ο βασιλιάς της γκάφας» στην πρώτη προβολή έκοψε 25.790 εισιτήρια, επίδοση μάλλον μικρή, που σίγουρα την αδικεί. Ωστόσο, η ταινία ήταν χαμηλού προϋπολογισμού, οπότε και οι οικονομικές απαιτήσεις από αυτήν μικρές.
Η κουδούνα, ο Λαμπιρίκος και «Τα βατράχια» του Χρηστάκη
Ο Ορέστης Λάσκος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα ελλήνων σκηνοθετών, οι οποίοι έκαναν καριέρα τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ο ίδιος είχε πολύχρονη και ιδιαίτερα φιλική σχέση με τον Φιλοποίμην Φίνο, κάτι που σαφώς δεν προκαλεί εντύπωση, δεδομένου ότι ο «πατριάρχης» του ελληνικού σινεμά διατηρούσε φιλικούς δεσμούς σχεδόν με όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες της εποχής εκείνης. Θα περίμενε λοιπόν κανείς, η φιλία των δύο ανδρών να είχε μετουσιωθεί αρκετές φορές σε συνεργασία τους, σε κάποια κινηματογραφική παραγωγή. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη αφού με τον Φίνο ο Λάσκος γύρισε μόλις 4 ταινίες: Την "Γκόλφω" το 1955, με την οποία ξεκίνησε η μόδα των φουστανελάδικων ταινιών που κράτησε μια 15ετία τουλάχιστον, την "'Αγνωστο" το 1956, το "Αντίο Ζωή" το 1960 και το "Για Ποιον Χτυπάει Η Κουδούνα" το 1968. Η τελευταία είναι μια ταινία ιδιαίτερα αγαπημένη των ελληνικών καναλιών, τα οποία την προβάλλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Δεν αποτελεί από τις καλύτερες της Finos Film, παρά το γεγονός ότι το καστ της αποτελούνταν από μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως ήταν ο Κώστας Βουτσάς, η Νόρα Βαλσάμη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, αλλά και η Μπεάτα Ασημακοπούλου, αγαπημένη σύζυγος του Λάσκου. Ίσως να φταίει το σενάριο, το οποίο παρά τα ευρηματικά στοιχεία που διέθετε, πολλές φορές έρεπε προς την υπερβολή των καταστάσεων, η οποία μάλλον λειτουργούσε ανασταλτικά στο όλο αποτέλεσμα. Και για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, ίσως τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό το γεγονός φέρει ο Παπαγιαννόπουλος, ο οποίος ανέλαβε έναν ρόλο με πολύ αδύναμο σενάριο, τον οποίο παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του, δεν κατάφερε να αναδείξει. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται, με τα σημερινά κριτήρια. Σίγουρα δεν ήταν μια κακή ταινία, ωστόσο δεν ξεπερνούσε τον μέσο όρο ποιότητας της Finos Film. H υπόθεση ήταν η εξής: Ένας έξυπνος υπάλληλος μιας υποδηματοποιίας, ο Κώστας (Κώστας Βουτσάς), βγάζει το καταχρεωμένο αφεντικό του Τόλη Λαμπιρίκο (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), από τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, με το κόλπο της εικονικής αυτοκτονίας. Συνεργοί του, η γυναίκα του Φλώρα (Μπεάτα Ασημακοπούλου) και η κόρη του Αλίκη (Νόρα Βαλσάμη). Κλείνει τον Τόλη σε μια παράγκα του σπιτιού του, απ’ όπου εκείνος βγαίνει μόνο με το συνθηματικό χτύπημα μιας κουδούνας. Ο υποτιθέμενος θάνατός του γίνεται πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, οι πιστωτές σταματούν να τον πιέζουν, οι χρεώστες πληρώνουν και οι παραγγελίες πηγαίνουν πολύ καλύτερα. Οι μεγάλοι πελάτες της εταιρείας λυπούνται την οικογένεια Λαμπιρίκου και θέλοντας να της συμπαρασταθούν, εξοφλούν άμεσα τα χρέη τους προς αυτήν (Χμ...!!!). Τελικά, η υποδηματοποιία Λαμπιρίκου σώζεται. Τα πράγματα περιπλέκονται όμως, όταν ένας από τους προμηθευτές ζητεί να παντρευτεί τη χήρα Λαμπιρίκου, αλλά ο πονηρός Κώστας «ανασταίνει» τον Τόλη και κερδίζει την Αλίκη, με την οποία ήταν ερωτευμένος από πάντα. Στην ταινία «Για ποιον χτυπάει η κουδούνα» συμμετέχουν ακόμα οι Περικλής Χριστοφορίδης, Χρήστος Δοξαράς, Άννα Παϊτατζή, Σιμόνη Ξυνοπούλου, Νάσος Κεδράκας, Μάκης Δεμίρης, Άρης Τσιούνης, Ανθή Γούναρη, Τάσος Κονταξής, Σταμάτης Δελαβίνιας, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Χρηστάκης, Δέσποινα Σταυρουλάκη, αλλά και ο Γιάννης Γκιωνάκης, σε έναν μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο. Η ταινία προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών - Πειραιώς - προαστίων το 1968, έκοψε 393.900 εισιτήρια και ήρθε στην 13η θέση στις 108 ταινίες της σεζόν. Καθόλου άσχημα λοιπόν Το σενάριο ήταν του Χρήστου Κυριακού, η μουσική του Κώστα Σεϊτανίδη, ενώ τραγουδούν ο Χρηστάκης και η Δέσποινα Σταυρουλάκη. Αξέχαστη η ερμηνεία του Χρηστάκη στο σουξέ της εποχής «Τα βατράχια», το οποίο ερμηνεύει με τον δικό του μοναδικό και αξεπέραστο τρόπο, ο μεγάλος αυτός λαϊκός ερμηνευτής.

Ήταν η ταινία που αναμφισβήτητα σημάδεψε τη ζωή της Νόρας Βαλσάμη, αφού κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η γνωστή ηθοποιός γνώρισε τον άνθρωπο που ερωτεύθηκε και στη συνέχεια παντρεύτηκε, τον σκηνοθέτη Ερρίκο Ανδρέου. Η αναφορά είναι στην ταινία «Τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι», η οποία γυρίστηκε στο τέλος του 1968 από την Finos Film και αποτέλεσε την πρώτη ταινία στην οποία πρωταγωνιστούσε η Νόρα Βαλσάμη, μετά από τρία χρόνια συνεργασίας με την εταιρεία του Φίνου. Ο Ερρίκος Ανδρέου, σκηνοθέτης της ταινίας, εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Δημήτρης Μήκας, για λόγους που παραμένουν άγνωστοι – αν και σε ανάλογες περιπτώσεις κάτι τέτοιο συνέβαινε για φορολογικούς λόγους. Η «παρακαταθήκη» της ταινίας αυτής λοιπόν, ήταν όπως είπαμε ο γάμος του Ερρίκου Ανδρέου με την Νόρα Βαλσάμη, γάμος που διατηρείται μέχρι σήμερα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για καλλιτεχνικά ζευγάρια. Η ταινία «Τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι» ωστόσο ξεχωρίζει και από ένα άλλο χαρακτηριστικό της, το οποίο όμως μάλλον αρνητικά λειτουργεί. Και αναφερόμαστε στην επιλογή του Φίνου να ντουμπλάρει στην ταινία αυτή δύο εκ των πρωταγωνιστών, οι οποίοι δεν μιλούν με τη δική τους φωνή. Έτσι, ο έτερος πρωταγωνιστής της ταινίας Λάκης Κομνηνός ντουμπλάρεται από τη φωνή του Αλέκου Αλεξανδράκη, ενώ ο Παύλος Λιάρος από τη φωνή του Αλέκου Τζανετάκου. Όσο κι αν τέτοιες «πατέντες» συνέβαιναν τα παλαιότερα χρόνια - τις δεκαετίες του 40’ και του 50’, όταν η τεχνολογία ήταν ακριβή για την Ελλάδα -, δεν έχει γίνει γνωστό γιατί ο Φίνος επέλεξε να την εφαρμόσει στην συγκεκριμένη ταινία, ειδικά από τη στιγμή που από το 1960 και μετά η τεχνολογία είχε βελτιωθεί πολύ στον κινηματογράφο και ο ίδιος είχε όλες τις υποδομές για να γυρίζει σύγχρονες για την εποχή ταινίες. Ίσως η συγκεκριμένη επιλογή να έγινε για λόγους κόστους, αν και πάλι πρόκειται για δική μας «αυθαίρετη» εκτίμηση. Σίγουρα πάντως, ξενίζει σήμερα να παρακολουθείς μια κατά τα άλλα ενδιαφέρουσα ταινία και άλλον να βλέπεις και άλλον να ακούς. Ειδικά από τη στιγμή που και οι δύο είναι τόσο γνωστοί και αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Η Μάρω, μια νεαρή δακτυλογράφος σε μια επιχείρηση, γνωρίζει την αντιπάθεια του γιου του αφεντικού της εξαιτίας της μάλλον άσχημης και απεριποίητης εμφάνισής της. Με τη βοήθεια όμως και τις συμβουλές της φίλης και συγκατοίκου της, της Σίσσυς, μεταμορφώνεται σε μια μοντέρνα και γοητευτική δεσποινίδα. Ο Γιώργος όμως εξακολουθεί να της φέρεται περιφρονητικά. Η στάση του αυτή εξοργίζει τις δυο κοπέλες οι οποίες χρησιμοποιούν ένα σωρό τεχνάσματα για να τον συγκινήσουν και να τον κάνουν να παρατήσει τη φιλενάδα του και να προσέξει τη Μάρω. Κάποια στιγμή τα πράγματα αντιστρέφονται και ο Γιώργος αρχίζει να την κυνηγάει, αφού την έχει ερωτευθεί. Η Μάρω όμως ανταποδίδει τη συμπεριφορά του με ανάλογο σνομπάρισμα. Παρά το ενοχλητικό ντουμπλάρισμα, η ταινία είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, έστω κι αν το σενάριο του Γιώργου Κατσαμπή, δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Το δίδυμο των πρωταγωνιστών δίνει τον καλύτερο εαυτό του, ωστόσο η έλλειψη της μεταξύ τους χημείας είναι αισθητή πολύ εύκολα. Το καστ ηθοποιών της ταινίας συμπληρώνουν ακόμα οι Νίκος Τσούκας, Γιώργος Γαβριηλίδης, Μαρία Μπονέλου, Χρήστος Δοξαράς, Άγγελος Μαυρόπουλος, Χρήστος Στύπας, Βιολέττα Σούλη, Γιούλη Σταμουλάκη, Κόκα Στυλιανού, Θανάσης Παπαδόπουλος, Γιώργος Μάζης, Ειρήνη Κουμαριανού, Ελένη Παπουκίδη. Η μουσική είναι του Νότη Μαυρουδή, η χορογραφία του Γιάννη Φλερύ, ενώ τραγουδά ο Γιάννης Πουλόπουλος. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθηνών-Πειραιώς στις 17 Φεβρουαρίου 1969 και έκοψε 174.693 εισιτήρια.
Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας


