Αμπελάρδο στο Gazzetta: «Οι αγώνες με τον Παναθηναϊκό ήταν ισάξιοι, ασφαλώς θυμάμαι το σουτ του Βλάοβιτς...»
Μία cult μορφή της δεκαετίας του '90. Ένας καραφλός... γίγαντας όπως τον έλεγαν στην Ισπανία και από τις ηγετικές μορφές της αμυντικής γραμμής στα ισπανικά γήπεδα. Πάνω από 190 συμμετοχές με την Σπόρτινγκ Χιχόν, σχεδόν 260 εμφανίσεις με την Μπαρτσελόνα και με απολογισμό δύο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο Κυπελλούχων, ένα UEFA Super Cup και δύο κύπελλα Ισπανίας.
Έχει χορτάσει el classico, έχει νιώσει τον παλμό της Εθνικής Ισπανίας στο πετσί του και σε όλες τις ομάδες έλαβε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Μέλος της ομάδας που αντιμετώπισε τον Παναθηναϊκό στα προημιτελικά του Champions League και ένας από τους παίκτες που είπαν... ουφ στο άστοχο σουτ του Γκόραν Βλάοβιτς.
Πλέον από την άκρη του πάγκου, ο 55χρονος Αμπελάρδο έχει κάτσει στον πάγκο ουκ ολίγων ισπανικών ομάδων όπως της Σπόρτινγκ Χιχόν, της Αλαβές, της Εσπανιόλ και της Καρταχένα ενώ το 2019 ακούστηκε για την τεχνική ηγεσία της ΑΕΚ.
Το Gazzetta τον εντόπισε και ο ίδιος αποφάσισε να... ανοίξει το κουτάκι των αναμνήσεων από τη ζωή του. Τα πρώτα χρόνια στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, η μεταγραφή στην Μπαρτσελόνα, οι υπέροχες νύχτες, οι φιλίες με Ενρίκε και Γκουαρδιόλα αλλά και ανοιχτή πόρτα για να προπονήσει στην Ελλάδα.
Μετάφραση: Μελίνα Μιχάλη
«Ο Λουίς Ενρίκε ήταν εξαιρετικός ποδοσφαιριστής αλλά είναι ακόμα καλύτερος προπονητής»
Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να παίζετε ποδόσφαιρο και ποιος ήταν το είδωλό σας όταν ήσασταν παιδί;
«Όταν ήμασταν παιδιά, παίζαμε στον δρόμο και ξεκίνησα να παίζω σε ακαδημία γύρω στα 9-10 ετών, όταν και εντάχθηκα στις ομάδες νέων της Σπόρτινγκ Χιχόν. Tο είδωλο μου ήταν ο Κίνι, ο επιθετικός της Σπόρτινγκ , που είχε παίξει και στην Μπαρτσελόνα, ο οποίος ήταν και ο καλύτερος σκόρερ στην Ισπανiκή λίγκα για πέντε χρόνια».
Πότε καταλάβατε ότι θα μπορούσατε να γίνετε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής;
«Υπήρξαν τρία χρόνια στην εφηβική μου περίοδο που δεν ήμουν στην Σπόρτινγκ αλλά επέστρεψα στη δεύτερη ομάδα της και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι μπορώ να γίνω επαγγελματίας και ξεκίνησα να παίζω στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ. Στα 19 μου χρόνια μπήκα στη βασική εντεκάδα και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι είσαι επαγγελματίας».
Πετύχατε 13 γκολ για τη Σπόρτινγκ. Έχετε κάποιο αγαπημένο;
«Το αγαπημένο μου ήταν αυτό που έβαλα στην Ρεάλ την πρώτη μου χρονιά. Ήταν μια φάση που γύρισα στην άμυνα, ξεκίνησα και κουβάλησα την μπάλα όλο το γήπεδο, έδωσα την μπάλα στη γραμμή σε έναν συμπαίκτη μου που έπαιζε επιθετικός ή κεντρικός μέσος, και εκείνος μου έδωσε ξανά και σκόραρα με το κεφάλι. Ίσως ήταν η πρώτη μου χρονιά ως επαγγελματίας και λόγω της σημασίας του να σκοράρεις απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, είναι το γκολ που θυμάμαι περισσότερο».
Μοιραζόσασταν τα αποδυτήρια με τον Λουίς Ενρίκε. Πώς θα τον περιγράφατε ως προπονητή και ως άνθρωπο;
«Με τον Λουίς πήγαμε μαζί στο σχολείο, γνωριζόμαστε από όταν ήμασταν 7,8 χρονών. Έχουμε μοιραστεί αποδυτήρια στη Σπόρτινγκ, στη Μπαρτσελόνα και στην Εθνική Ισπανίας. Για μένα τώρα πιθανώς είναι ο καλύτερος προπονητής του κόσμου, είναι ένα πολύ κοντινό άτομο, ένας σπουδαίος άνθρωπος σαν οικογένεια για μένα. Είχα την τύχη να είμαι συμπαίκτης του πολλά χρόνια και πραγματικά είμαι πολύ περήφανος να τον βλέπω να πετυχαίνει, όχι μόνος ως παίκτης αλλά και τώρα ως προπονητής, που για μένα είναι ακόμα καλύτερος».
Πώς έγινε η μεταγραφή σας στην Μπαρτσελόνα; Τι θυμάστε από αυτή τη μεταγραφή;
«Το έτος 1994 ήμουν στην αποστολή με την Εθνική Ισπανίας για το Μουντιάλ στις ΗΠΑ και θυμάμαι να έχω μεγάλη χαρά. Είναι αλήθεια ότι ήμουν ευχαριστημένος στην Σπόρτινγκ Χιχόν αλλά για οποιοδήποτε ποδοσφαιριστή ήταν το μέγιστο στην Ισπανία, να παίξεις στη Μπαρτσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης. Ειδικά εκείνη την εποχή ήταν προπονητής της Μπαρτσελόνα ο Γιόχαν Κρόιφ οπότε για μένα ήταν κάτι συγκλονιστικό και μεγάλη χαρά να παίξω για αυτόν τον σύλλογο».
Τι νιώσατε όταν ακούσατε την προσφορά της Μπάρτσα και ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που κάνατε όταν οριστικοποιήθηκε η συμφωνία;
«Δεν το γιόρτασα πολύ γιατί ήμουν συγκεντρωμένος με την Εθνική Ισπανίας αλλά ένιωσα μεγάλη χαρά. Μίλησα με την οικογένειά μου, με την γυναίκα μου, με την κοπέλα μου που έγινε αργότερα γυναίκα μου. Ήταν πολύ σημαντικό βήμα για την καριέρα μου».
«Αυτά μας έκανε ο Γιόχαν Κρόιφ στις προπονήσεις»
Όταν φτάσατε στη Μπαρτσελόνα, τι σας εξέπληξε περισσότερο στον σύλλογο;
«Πρώτα από όλα η Βαρκελώνη δεν έχει καμία σχέση με την Χιχόν, είναι μια πόλη πολύ μεγάλη και δεύτερον το κλαμπ, η μεγαλοπρέπεια της ομάδας, το στάδιο, οι εγκαταστάσεις, το προπονητικό προσωπικό, οι συμπαίκτες. Την πρώτη μου χρονιά είχα την τύχη να παίξω με παίκτες όπως οι Ρονάλντο, Ρομάριο, Γκουαρντιόλα και μια σειρά παικτών που τους έβλεπες σαν είδωλα. Και εκείνη την χρονιά τους είχα ως συμπαίκτες και ως φίλους στην ομάδα».
Ποιος παίκτης σας εντυπωσίασε περισσότερο την πρώτη φορά που τον είδατε να προπονείται και γιατί;
«Ο παίκτης που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο Ρονάλντο. Πιστεύω τη σεζόν 96-97 ήταν η μοναδική του χρονιά στη Μπαρτσελόνα, αλλά θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη χρονιά της καριέρας του. Εκείνη τη χρονιά ήταν 20 χρονών και είχε βάλει 46 γκολ, μια απίστευτη επίδοση. Ήταν ο παίκτης που με είχε εντυπωσιάσει η τεχνική του, με απίστευτη ταχύτητα και ποιότητα. Και όσο αφορά την αθλητικότητα για μένα ήταν ο καλύτερος επιθετικός που έχω δει να παίζει».
Σας προπονούσε ο Γιόχαν Κρόιφ. Πείτε μου για αυτόν: τη φιλοσοφία του και τι νιώσατε όταν τον είδατε για πρώτη φορά στα αποδυτήρια.
«Τεράστιο σεβασμό γιατί ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες, ένας από τους κορυφαίους στην ιστορία και ένας από τους καλύτερους προπονητές. Η φιλοσοφία του κυρίως για το Total Football. Θυμάμαι ότι έπαιζε με σύστημα 3-4-3, πολύ συνηθισμένο, που μετέδιδε αυτή την ιδέα του ποδοσφαίρου. Στην αρχή δυσκολεύτηκα πολύ να προσαρμοστώ γιατί ήταν λογικό λόγω του ποδοσφαιρικού μου υπόβαθρου στην Σπόρτινγκ, με ένα διαφορετικό σύστημα. Αλλά ήμουν πολύ χαρούμενος που βρισκόμουν στις δικές του οδηγίες και που μάθαινα».

Υπάρχει κάποια συμβουλή που σας έδωσε και θυμάστε ακόμα;
«Μια φράση που έλεγε συνέχεια είναι ότι το πιο δύσκολο στο ποδόσφαιρο είναι το να παίξεις εύκολα και αυτό είναι αλήθεια. Θέλεις να παίξεις εύκολα, αλλά αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Να παίρνεις σωστή θέση, να ξέρεις να επιλέγεις την καλύτερη επιλογή της πάσας. Επέμενε πολύ στα παιχνίδια κατοχής, κάτι που τώρα το κάνουν όλοι οι προπονητές του κόσμου. Ασκήσεις σε μικρούς χώρους για να βελτιώσεις το προφίλ σου, την τεχνική σου ώστε να σκέφτεσαι πιο γρήγορα. Μιλάω για το έτος 1994, εκείνη την εποχή δεν ήταν συνηθισμένο να γίνονται τέτοιου είδους προπονήσεις».
Πώς ήταν στην προπόνηση; Υπάρχουν πολλά βίντεο που τον δείχνουν να παίρνει μέρος με τους παίκτες.
«Πολλές προπονήσεις, πολλά παιχνίδια σε μικρούς χώρους, πολλά παιχνίδια κατοχής της μπάλας, πολλά μικρά παιχνίδια, γρήγορα τελειώματα φάσεων. Πολύ γρήγορες ασκήσεις, πολύ αναερόβιες που μας έκαναν να σκεφτόμαστε πολύ και να εκτελούμε τις τεχνικές ασκήσεις γρήγορα. Και αυτό βοηθούσε στο να βελτιώνεσαι και να γίνεσαι καλύτερος παίκτης».
Έχετε κάποια ιδιαίτερη ιστορία με τον Κρόιφ;
«Όχι κάτι ιδιαίτερο που θα μπορούσα να πω. Και μόνο η καθημερινότητα μαζί του σε έκανε να μαθαίνεις πολλά. Αυτό που σου μετέδιδε κάθε μέρα, που σου επέβαλε ως άνθρωπος και ως προπονητής. Μια πολύ θετική αύρα. Συμπεριφέρθηκε πολύ καλά σε εμένα και ένιωσα αλήθεια ότι είναι πολύ αγαπητός και πολύ σεβαστός».
«Είχα ξεχωρίσει τον Κωνσταντίνου, δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ κόντρα στον Παναθηναϊκό!»
Κερδίσατε δύο πρωταθλήματα με την Μπάρτσα. Ποιο ήταν το πιο ξεχωριστό για εσάς και γιατί;
«Θα πω το πρώτο που κατέκτησα. Είχαμε ήδη κερδίσει το Κύπελλο Κυπελλούχων με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον, είχαμε πάρει το UEFA Super Cup αλλά το πρώτο πρωτάθλημα ήταν ξεχωριστό, επειδή μέχρι τότε δεν είχα γιορτάσει κανέναν. Ήταν όμορφη στιγμή και γιορτάστηκε πολύ από όλους. Την θυμάμαι πολύ».
Τι νιώσατε όταν κέρδισες το Κύπελλο Κυπελλούχων με την Μπαρτσελόνα; Πείτε μου για εκείνον τον αγώνα εναντίον της Παρί Σεν Ζερμέν. Τι αναμνήσεις έχετε από εκείνη την ημέρα;
«Ο αγώνας με την Παρί... Θυμάμαι πολύ καλά εκείνη τη μέρα. Ήταν υπέροχο για εμένα, γιατί ήταν ο πρώτος μου ευρωπαϊκός τίτλος. Θυμάμαι που παίξαμε στον τελικό στο Ρότερνταμ, στην Ολλανδία στο γήπεδο της Φέγενορντ απέναντι στη Παρί, που είχε μια καλή ομάδα. Αλλά και εμείς αυτή τη χρονιά με τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον είχαμε ένα φανταστικό ρόστερ με τους Φίγκο, Ρονάλντο, Ενρίκε, Γκουαρντίολα, Τζιοβάνι. Νικήσαμε με 1-0 με γκολ από πέναλτι του Ρονάλντο, το θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν ένας δύσκολος τελικός, αλλά υπήρχε μεγάλη χαρά, υπήρχαν και πολλοί οπαδοί της Μπαρτσελόνα στις εξέδρες και το γιορτάσαμε πάρα πολύ όλοι μαζί».
Πάμε στο El Clásico Μπαρτσελόνα-Ρεάλ Μαδρίτης. Πώς ήταν οι προπονήσεις πριν, πώς ήταν να παίζετε σε αυτό το ντέρμπι και τι σημαίνει για την ομάδα να κερδίσει ή να χάσει έναν τέτοιο αγώνα;
«Είναι ο πιο σημαντικός αγώνας στην Ισπανία και για τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα σημαίνει τα πάντα. Δεν είναι απλώς τρεις βαθμοί στην κατάταξη. Είναι κάτι περισσότερο από τρείς βαθμοί. Είχα την τύχη να παίξω πολλούς αγώνες τόσο στο Nou Camp όσο και στο Santiago Bernabeu. Η ατμόσφαιρα είναι εκπληκτική και το ποδοσφαιρικό επίπεδο πολύ υψηλό. Οι νίκες και οι ήττες μετράνε πολύ γιατί όλοι ξέρουμε ότι για τους οπαδούς δεν είναι απλώς ένας αγώνας. Είναι ένα ντέρμπι που το ζουν πολύ έντονα και είναι πολύ ωραίο να κερδίζεις το classico».
Στο Κύπελλο UEFA, αγωνίστηκες και εναντίον της ΑΕΚ στην Αθήνα και κερδίσατε με 1-0. Τι θυμάστε από εκείνον τον αγώνα; Την ατμόσφαιρα, τους αντίπαλους παίκτες;
«Ήταν απίστευτη η ατμόσφαιρα. Μόλις μια ώρα πριν τον αγώνα και το γήπεδο ήταν γεμάτο και η ατμόσφαιρα εκπληκτική. Επίσης θυμάμαι έναν αγώνα με τον Παναθηναϊκό στη Ελλάδα για το Champions League. Η ατμόσφαιρα εκεί ήταν εξαιρετική. Στη Αθήνα το ποδόσφαιρο το ζουν με πολύ πάθος παρόμοιο με την Ισπανία. Είναι πραγματικά πολύ όμορφες εμπειρίες να παίζεις σε μια πόλη όπως η Αθήνα εναντίον ιστορικών συλλόγων. Και για εμάς τους παίκτες να παίζουμε σε τέτοιους αγώνες είναι κάτι που το εκτιμάμε πολύ και μας αρέσει πολύ».
Με τον Παναθηναϊκό, όλοι θυμούνται τη φάση με τον Γκόραν Βλάοβιτς και το σουτ που πήγε λίγο δίπλα από το δοκάρι. Εσείς ήσασταν που πήγατε σε εκείνο το μαρκάρισμα. Θυμάστε εκείνη τη φάση;
«Και βέβαια τη θυμάμαι. Ευτυχώς δεν ήταν γκολ (γέλια). Θυμάμαι ότι στον πρώτο αγώνα χάσαμε 1-0 και στο επαναληπτικό κερδίσαμε 3-1 και περάσαμε στα ημιτελικά του Champions League. Θυμάμαι ότι ο Παναθηναϊκός είχε πολύ καλή ομάδα και θυμάμαι επίσης ότι στον πρώτο αγώνα η ατμόσφαιρα ήταν εξαιρετική και ήταν δύσκολο για εμάς να τους αποκλείσουμε».

Πιστεύετε ότι ο Παναθηναϊκός άξιζε να περάσει εκείνο το βράδυ; Ποια είναι η γνώμη σας για εκείνη την ομάδα;
«Πιστεύω ότι και οι δύο αγώνες ήταν ισάξιοι, τόσο ο αγώνας στην Αθήνα όσο και ο αγώνας που παίξαμε στη Βαρκελώνη. Πιστεύω ότι και τα δύο παιχνίδια ήταν πολύ ισορροπημένα που κρίθηκαν στις λεπτομέρειες. Δεν θα μπορούσα να πω αν άξιζε να περάσει ο Παναθηναϊκός ή εμείς, πιστεύω κρίθηκε στις λεπτομέρειες. Όταν βλέπεις πόσο κοντά είναι οι δύο ομάδες και κυριαρχεί η ισορροπία, τότε με πολύ μικρά πράγματα κρίνονται οι μεγάλοι αγώνες».
Ποιος παίκτης του Παναθηναϊκού σας εντυπωσίασε περισσότερο;
«Ο παίκτης που με εντυπωσίασε κάπως, γιατί έπαιζε επιθετικός και εγώ έπρεπε να τον μαρκάρω ήταν ο Κωνσταντίνου. Είχε πολλούς καλούς παίκτες ο Παναθηναϊκός. Νομίζω ότι το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου εκείνη την εποχή ήταν πολύ καλό. Για αυτό άλλωστε είχαν φτάσει στα προημιτελικά και για λίγο δεν πήγαν στα ημιτελικά. Ήταν μια συμπαγής ομάδα, πολύ δύσκολη, καλά προετοιμασμένη και μας έβαλε πολλές δυσκολίες».
«Υποτιμήθηκε ο Τζιοβάνι αλλά αγαπήθηκε στον Ολυμπιακό, εκπλαγήκαμε όλοι όταν ο Φίγκο πήγε στη Ρεάλ Μαδρίτης»
Είπατε κάτι στους παίκτες του Παναθηναϊκού μετά τον αγώνα; Ή έχετε κάποια ιστορία από εκείνο το παιχνίδι;
«Όχι δεν θυμάμαι κάτι συγκεκριμένο, το τυπικό είναι στο τέλος του αγώνα να χαιρετάς όλους τους παίκτες με αθλητικό πνεύμα. Είχαν δώσει δύο μεγάλους αγώνες και ήθελα να τους συγχαρώ».
Είχατε έναν σοβαρό τραυματισμό στην καριέρα σας. Πώς συνέβη και ποια ήταν η πρώτη σας σκέψη εκείνη τη στιγμή;
«Είναι η χειρότερη στιγμή για έναν ποδοσφαιριστή, η χειρότερη ανάμνηση που είχα. Είχα έναν τραυματισμό στο γόνατο, έπρεπε να χειρουργηθώ και έμεινα εκτός 12 μήνες χωρίς να μπορώ να παίξω. Είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν ποδοσφαιριστή. Είναι δύσκολες στιγμές γιατί πρέπει να δουλεύεις μόνος σου, δεν αισθάνεσαι μέρος της ομάδας ή κοντά στους συμπαίκτες σου. Και είναι στιγμές που εκτιμάς περισσότερο τη δυνατότητα να προπονηθείς μαζί τους. Συνήθως στο ποδόσφαιρο συμβαίνει να έχεις κάποιον τραυματισμό, αλλά αυτός ήταν μεγάλης σοβαρότητας. Μετά, στο τέλος της καριέρας μου, νομίζω ότι τον τελευταίο μου χρόνο δεν απέδιδα στο επίπεδό μου λόγω αυτού του τραυματισμού».
Πώς το αντιμετωπίσατε και ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της ανάρρωσης;
«Πρέπει πάντα να το αντιμετωπίζεις με θετική στάση. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να δουλέψεις και να προσπαθήσεις να αναρρώσεις το συντομότερο δυνατό. Πολλές ώρες δουλειάς, πρωί και απόγευμα. Το πιο δύσκολο είναι να μην μπορείς να είσαι με τους συμπαίκτες σου, να μην μπορείς να ταξιδέψεις με τη ομάδα, να μην μπορείς να παίξεις, τίποτα. Δηλαδή σου λείπει η καθημερινότητα με τους συμπαίκτες σου».
Ποια θα λέγατε ότι ήταν η πιο ξεχωριστή σας στιγμή με την Μπαρτσελόνα;
«Δεν θα σου πω μόνο με την Μπαρτσελόνα αλλά σε όλα τις ομάδες που βρέθηκα. Τα τρόπαια ήταν όμορφα να τα κατακτάς αλλά πιστεύω ότι αυτό που μου λείπει περισσότερο στο κόσμο του ποδοσφαίρου είναι η καθημερινότητα στα αποδυτήρια, η σχέση με τους συμπαίκτες σου, οι συζητήσεις που είχαμε και τους φίλους μου. Η καθημερινότητα πιστεύω ήταν το πιο όμορφο. Είναι αλήθεια τα τρόπαια είναι εντυπωσιακά αλλά η καθημερινότητα με τις προπονήσεις, να απολαμβάνεις τους προπονητές και τους συμπαίκτες που είχα την τύχη να έχω τότε και παίκτες και φίλους που ακόμα έχω, αυτό είναι το πιο πολύτιμο».
Θα σας μιλήσω για μερικούς από τους πρώην συμπαίκτες σας και θα ήθελα να μου πείτε τη γνώμη σας για αυτούς και αν θυμάστε κάποιες ιστορίες. Ας αρχίσουμε με τον Φίγκο.
«Ήταν ένας εκπληκτικός παίκτης, καταπληκτικός. Προφανώς όταν βρέθηκε το 2000 στη Ρεάλ Μαδρίτης προκάλεσε σε όλους μεγάλη έκπληξη αλλά φυσικά ήταν μια προσωπική απόφαση και τη σέβομαι. Για εμάς όμως ήταν ένα πλήγμα γιατί ήταν ο καλύτερος που είχαμε. Είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ πάρα πολύ και ένας συμπαίκτης με τον οποίο απόλαυσα πολλά χρόνια μαζί».
Πεπ Γκουαρντιόλα.
«Επίσης ένας πολύ καλός φίλος ο «Πέπε». Τον γνώριζα και πριν την Μπαρτσελόνα, στην Εθνική Ισπανίας Κ21 και στην Ολυμπιακή Ομάδα. Ήταν ένας συμπαίκτης που είχα καλή σχέση και ήταν ένας άνθρωπος που από τότε που έπαιζε, με τον τρόπο που σκεφτόταν, ήξερα ότι θα γίνει προπονητής».
Ριβάλντο.
«Ένας παίκτης με μεγάλη τεχνική ποιότητα, απίστευτος παίκτης με εκπληκτικό αριστερό πόδι. Είχε πολύ καλή αντίληψη του παιχνιδιού και καλό σουτ ακόμα και με το κεφάλι. Είναι από τους καλύτερους που είχα την τύχη να παίξω».
Τζιοβάνι.
«Πιστεύω ότι είναι ένα παίκτης που υποτιμήθηκε αλλά για μένα ήταν ένας εξαιρετικός παίκτης. Είναι αλήθεια δεν έπαιξε πολύ αλλά στην Ελλάδα ήταν ένας δυνατός παίκτης, πήγαινε πολύ καλά, αγαπήθηκε από τον κόσμο του Ολυμπιακού. Σε χαρακτηριστικά, ήταν εξαιρετικός με το κεφάλι και είχε μεγάλη τεχνική ποιότητα, κινούνται πολύ γρήγορα παρά το ύψος του. Πολύ καλός άνθρωπος και συμπαίκτης και πραγματικά είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο έχω μεγάλη αγάπη».

Ρονάλντο.
«Φαινόμενο! Ο Ρονάλντο ήταν κάτι απίστευτο. Τα γκολ με την Μπαρτσελόνα, όχι μόνο η ποσότητα αλλά και ο τρόπος που τα πετύχαινε ήταν το κάτι άλλο. Περνούσε τρεις με τέσσερις παίκτες με ντρίπλα και τελείωνε τη φάση με εντυπωσιακό τρόπο. Εκπληκτική τεχνική ποιότητα, ταλέντο, πιστεύω ότι είχε τα πάντα. Είχε την κακή τύχη να τραυματιστεί σοβαρά στο γόνατο, κάτι που του στέρησε ότι θα μπορούσε να είχε καταφέρει».
Πουγιόλ.
«Βρεθήκαμε μαζί στα πρώτα του βήματα, δύο-τρία χρόνια μαζί στο κέντρο της άμυνας. Αυτός έπαιζε με το νούμερο 94 και εγώ με το 5. Ήταν σπουδαίος. Για μένα στην εποχή του ήταν ο καλύτερος κεντρικός της Ευρώπης. Τεράστιος αμυντικός με εξαιρετική ικανότητα πρόβλεψης και γρήγορος στο μαρκάρισμα, παρόλο που δεν ήταν ψηλός αμυντικά. Ηγέτης, δεν ξέρω αν ήταν ο καλύτερος αλλά ήταν από τους καλύτερους κεντρικούς στην ιστορία, τόσο την Μπαρτσελόνα όσο και στην Ισπανία».
Το ντουέτο Τσάβι-Ινιέστα.
«Πιθανώς για μένα είναι οι δύο καλύτεροι παίκτες που υπήρξαν στην Ισπανία. Πιστεύω ότι αυτό το δίδυμο ήταν απίστευτο, εγώ θα πρόσθετα και τον Μπούσκετς με τον οποίο είχα την τύχη να είμαι συμπαίκτης και εκείνος επίσης εκπληκτική τεχνική ικανότητα, όραμα, ταχύτητα εκτέλεσης, ικανότητα να βγαίνει από μικρούς χώρους, μεγάλη σαφήνεια στις ιδέες του. Πιστεύω ότι είχαμε την τύχη να τους απολαύσουμε, είναι ποδοσφαιριστές που αξίζει να τους βλέπεις να παίζουν γιατί ήταν το απόλυτο».
Ρομάριο.
«Υπήρξαμε συμπαίκτες για μόλις έξι μήνες και ήταν επίσης ενας απίστευτος παίκτης, με εκπληκτική τεχνική, ωραία ακρίβεια και πολύ γρήγορος στις κινήσεις του. Για μένα σηματοδότησε μια εποχή. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι έμεινε στη Μπαρτσελόνα μόνο 1,5 χρόνο αλλά τον θυμούνται πολύ γιατί σκόραρε πολλά εκπληκτικά γκολ».
«Δεν είχα την τύχη να παίξω στην Ελλάδα, δυσκολότερος αντίπαλος ο Ραούλ»
Πάμε λίγο στο κομμάτι της Ελλάδας. Σας έγινε ποτέ πρόταση να παίξετε εδώ; Αν ναι, από ποια ομάδα ήταν;
«Όχι δεν συνέβη αυτό, δεν είχα ποτέ κάποια πρόταση για την Ελλάδα, γιατί πέρασα μερικά χρόνια στην Μπαρτσελόνα και μετά έφυγα για ένα χρόνο στην Αλαβές. Ήταν η χρονιά που είχα πρόβλημα και στο γόνατο αλλά όχι ποτέ δεν είχα κάποια προσφορά, δεν είχα αυτή την τύχη να παίξω στην Ελλάδα».
Με την εθνική ομάδα της Ισπανίας, παίξατε σε δύο Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα και δύο Παγκόσμια Κύπελλα. Ποιο από αυτά τα τουρνουά ήταν το πιο ξεχωριστό για εσάς και γιατί;
«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο συγκεκριμένο. Πιστεύω ότι το να παίζεις με την Εθνική Ισπανίας είναι το απόλυτο για οποιονδήποτε Ισπανό παίκτη. Για μένα ήταν όνειρο να παίξω με αυτή την φανέλα και να μπορώ να εκπροσωπήσω την χώρα μου τόσο στο Μουντιαλ όσο και στο EURO. Ήταν το μέγιστο και μια αξέχαστη εμπειρία. Προφανώς όταν είσαι παιδί σκέφτεσαι πως θα ήταν όνειρο να παίξεις στην Εθνική και στην Μπαρτσελόνα. Αυτά τα όνειρα εκπληρώθηκαν και αλήθεια είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενος και ευγνώμων για όλα αυτά».

Τι σημαίνει για εσάς που φορέσατε το περιβραχιόνιο του αρχηγού της εθνικής ομάδας της Ισπανίας;
«Ήμουν αρχηγός στην Σπόρτινγκ, στην Μπαρτσελόνα και στην Εθνική. Το απόλυτο (γέλια). Είναι πολύ ωραίο να είσαι αρχηγός .Η αλήθεια είναι ότι είναι μεγάλη τιμή, πολύ μεγάλη τιμή. Το πιο όμορφο που μπορεί να συμβεί ,εκτός από το να φορέσουμε την φανέλα αυτών των μεγάλων ομάδων είναι να είσαι και αρχηγός. Πραγματικά πολύ όμορφο».
Ποια ήταν η καλύτερη στιγμή της καριέρας σας ως ποδοσφαιριστής;
«Από την καριέρα μου ως ποδοσφαιριστής, θα έλεγα ότι ξεχωρίζω τη σεζόν 98-99 στην Μπαρτσελόνα, οπού κερδίσαμε το δεύτερο πρωτάθλημα. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη στιγμή μου σε αγωνιστικό επίπεδο. Ήταν η χρονιά που ένιωσα καλύτερα ποδοσφαιρικά, μια απίστευτη σεζόν και ένιωθα πολύ καλά. Επίσης η τελευταία μου χρονιά στην Σπόρτινγκ, πριν τον τραυματισμό που θεωρώ ότι ήταν η χρονιά που το ποδοσφαιρικό μου επίπεδο ήταν στο υψηλότερο σημείο».
Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετωπίσατε;
«Yπήρχαν πολλοί, αλλά για να ξεχωρίσω έναν θα πω τον Ραούλ της Ρεάλ Μαδρίτης. Ήταν πολύ έξυπνος, πολύ δύσκολος να τον μαρκάρεις, πολύ ζωντανός στην περιοχή, ένας ολοκληρωμένος παίκτης».
Θυμάστε κάποια ιστορία από τα γήπεδα; Αστεία ή σοβαρή;
«Λίγοι το γνωρίζουν, αλλά μια ιστορία που θυμάμαι είναι λίγο παράξενη. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000 μου έκαναν δύο πέναλτι ενώ ήμουν κεντρικός αμυντικός. Ήταν εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Γαλλίας, στα προημιτελικά, ένα πέναλτι σε κάθε παιχνίδι. Είναι μια παράξενη αλλά και αστεία ιστορία, γιατί δεν είναι συνηθισμένο για έναν κεντρικό αμυντικό να έχει δύο τέτοιες φάσεις. Νομίζω ότι είναι μια καλή ιστορία για να τη διηγηθεί κανείς».
Ο καλύτερος συμπαίκτης που είχατε ποτέ;
«Ο Λουίς Ενρίκε. Ο καλύτερος συμπαίκτης από τα παιδικά χρόνια, γνωριζόμασταν, μοιραζόμασταν πράγματα. Είναι σαν ένα μέλος της οικογένειας και είναι ένα άτομο για τον οποίο έχω τεράστια εκτίμηση».
«Δεν είχα πρόταση από την ΑΕΚ το 2019 αλλά θα ήθελα να προπονήσω στην Ελλάδα»
Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω, υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε;
«Όχι δεν θα άλλαζα κάτι, ίσως να αφαιρούσα τον τραυματισμό στο γόνατο μου , μόνο αυτό. Αλλά δεν θα άλλαζα τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ήμουν πολύ τυχερός στο επάγγελμά μου, είχα πολλές όμορφες στιγμές, είχα την τύχη να φτάσω στην κορυφή. Τώρα είμαι πολύ χαρούμενος και περήφανος για την καριέρα μου και πραγματικά δεν θα άλλαζα τίποτα».
Πώς αποφασίσατε να γίνετε προπονητής;
«Μου άρεσε, άρχισε να μου τραβάει την προσοχή τα τελευταία χρόνια ως επαγγελματίας και γι αυτό πιστεύω ότι ήθελα να συνεχίσω να συνδέομαι με το ποδόσφαιρο. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με φανταστικούς προπονητές και να μάθω πράγματα από αυτούς. Μου άρεσε η ιδέα».
Ποιος προπονητής σας έχει εμπνεύσει περισσότερο;
«Θα έλεγα από όλους πήρα κάτι. Είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς προπονητές και να μάθω από όλους πολλά πράγματα. Είχα την τύχη να δουλέψω με τον Κρόιφ και τον Φαν Γκάαλ σε τακτικό επίπεδο, ήταν ίσως ένας από τους καλύτερους προπονητές που είχα, και με τον Κλέμεντ στην Εθνική Ισπανίας , επίσης εξαιρετικός προπονητής. Έχω μάθει πολλά και έχω την τύχη να έχω προπονηθεί και να τους έχω απολαύσει. Και έφτασα να παίξω στις καλύτερες ομάδες είναι πιθανότατα επειδή είχα επίσης τους καλύτερους προπονητές».

Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως προπονητής;
«Η φιλοσοφία μου ως προπονητής, προφανώς όλοι οι προπονητές θέλουμε να έχουμε την μπάλα και να απολαμβάνουμε το επιθετικό ποδόσφαιρο. Πιστεύω επίσης είναι σημαντική η άμυνα και ότι οι ομάδες πρέπει να λειτουργούν ως ομάδα. Υπάρχουν μονάδες που ξεχωρίζουν αλλά για μένα το σημαντικότερο είναι η ομάδα. Να είμαι ειλικρινής με τους παίκτες μου, αυτό είναι θεμελιώδες, να μην κοροϊδεύεις τον ποδοσφαιριστή. Θέλω μια κοντινή σχέση και άμεση, να απολαμβάνουν οι παίκτες τις προπονήσεις και τους αγώνες».
Είχε γραφτεί ότι ήσασταν κοντά στο να έρθετε στην ΑΕΚ το 2019 ως προπονητής. Τι συνέβη τελικά;
«Όχι, δεν υπήρξε κάποια επίσημη πρόταση από την ΑΕΚ. Ίσως, αν κάποια επίσημη πρόταση, θα πήγαινα γιατί μου φαίνεται μια ομάδα ιστορική, υπέροχη για να την προπονήσεις και η Αθήνα είναι μια πόλη που θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω και να απολαύσω. Από αυτή την άποψη θα μου άρεσε πολύ, ίσως κάποια στιγμή να μπορέσω να πάω».
Θα θέλατε να γίνετε προπονητής στην Ελλάδα κάποια μέρα;
«Ναι φυσικά. Μου αρέσει πολύ το πάθος για το ποδόσφαιρο εκεί. Τώρα για παράδειγμα βρίσκεται εκεί ο Μεντιλίμπαρ και μου φαίνεται υπέροχο γιατί έχω πολύ καλή σχέση μαζί του, και υπήρξαν πολλοί Ισπανοί προπονητές που έχουν δουλέψει στην Ελλάδα. Για μένα θα ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία και θα μου άρεσε πολύ».
Ποια είναι η γνώμη σας για τον Μεντιλιμπάρ, ο οποίος τα πηγαίνει εξαιρετικά στον Ολυμπιακό;
«Πολύ καλός και σπουδαίος προπονητής. Στην Ισπανία ήταν πάντα σε ομάδα όπου κατάφερνε να πετύχει τους στόχους και να τις βελτιώσει. Είναι ένας προπονητής που του αρέσει να πιέζει τις ομάδες ψηλά και οι ομάδες του είναι πολύ έντονες και πολύ οργανωμένες. Για μένα είναι από τους προπονητές πρότυπα στους οποίους έχω επίσης βασιστεί και επιπλέον είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Χαίρομαι πάρα πολύ που όλα του πάνε καλά, που κατέκτησε το Conference, το πρωτάθλημα και το κύπελλο. Χαίρομαι πολύ γι αυτόν και ελπίζω να συνεχίσει να έχει πολλές επιτυχίες εκεί».