Το διασημότερο έργο του Σαρλ Μπωντλαίρ. Τόσο ανήθικο που διαλύει την ψευδοηθική του κόσμου τουτού. Αξεπέραστο!

Η λογοτεχνία είναι ο παραμορφωτικός καθρέπτης των ανεπίληπτων! Και το φως επιστρέφει αλλάζοντας συνεχώς κατευθύνσεις… Μια αλλόκοτη διάθλαση, αφού ο ψεύτικα εύθραυστος συναντά τον εύθραυστο (κόσμο) και μόρια φωτός έρπονται, σηκώνουν σκόνη και αποκαλύπτουν δυο κόσμους, τον εξής ένα: Αυτός που δεν μπορεί τον ψόγο, συναντά αυτόν που δεν μπορεί τον άψογο και η μεγάλη κατάφαση οδηγεί στο Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό. Ο άμεμπτος θα βρει το μεμπτό και θα το μισήσει ή θα το αγαπήσει μέχρι θανάτου. Ο λογοτέχνης θα βρει το Ωραίο και θα πεθάνει με αυτό. Ναι, αυτός που τα λόγια χρησιμοποιεί για να βρει τους αρμούς αυτού του κόσμου, να ανοίξει τα αυλάκια του ουρανού και να μαζέψει το φως του, αυτός στέκεται απέναντι στον κρυστάλλινο άνθρωπο. Πρόθεση του; Καμία άμεσα. Βλέπει, καταγράφει, γράφει και αποκαλύπτει ή αποκαλύπτεται. Ο εραστής του Ωραίου  που το πλησιάζει μόνο με το μελάνι, με την πένα του. Μια αρετή υπάρχει και αυτή είναι της ομορφιάς, αλλά δύο οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτήν. Του ανεπίληπτου και του λογοτέχνη. Ο δεύτερος είναι πιο δύσκολος, πιο επικίνδυνος, αλλά και πιο άξιος. Η λογοτεχνία προχωρά, οι μη έχοντες λόγο να αισθάνονται ντροπή προχωρούν και ο Σαρλ Μπωντλαίρ στα σύννεφα πάνω να ποτίζει “Τα άνθη του κακού”.

Ά-χρηστος και αθώος

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ θα μπορούσε να είναι όλοι οι άλλοι. Οι αστοί, οι μικροαστοί, οι εργάτες, οι λούμπεν, οι αριστοκράτες. Παρακμιακός και κλασικός, δανδής και αναχωρητής. Πριν τον Ρεμπώ, μετά τον Πόε, μαζί με τον Φλομπέρ και κομμάτι της σκιάς του Όσκαρ Ουάιλντ. Αρνητής του χρόνου, αποδέκτης του βίαιου βίου και της ηδονής, στα θολά νερά το ασαφές είδωλο του Μαρκησίου ντε Σαντ και μετά ταιριαστό κομμάτι όλων “ισμών”. Μηδενισμός, ρομαντισμός, ριζοσπαστισμός, συμβολισμός, πεσιμισμός… Ανάμεσα στις γραμμές και ακριβώς στον ρυθμός της εποχής, των εποχών, των τόπων. Ακόμη και δω, στην Ελλάδα. Ο Γάλλος, ο μέγας Κάρολος, να βοηθά και να προχωρά τη σκέψη και το έργο του Καρυωτάκη, αλλά και του Καββαδία, του Ουράνη. Τα θεμελιώδη ζητήματα της ποίησης κάτω από υγρά βλέμματα και πάνω στην “ουρά” αστεριών που καίγονται σε εκατομμύρια βαθμούς κελσίου. Ο Μπωντλαίρ σημείο αναφοράς και θάρρους για τους μεταγενέστερους, συνεχιστής για τους προηγούμενους και πάνω απ’ όλα ά-χρηστος και αθώος, ο πιο αμαρτωλός από τους αμαρτωλούς! Ο μέγας Κάρολος και τα ασθενικά του άνθη, επιμένουν και θα επιμένουν για πάντα. Τίποτα δεν μένει και τίποτα χάνεται στον Μπωντλαίρ. Ο φίλος του Γκ. Φλωμπέρ, διαβάζοντας “Τα άνθη του κακού”, τον τοποθέτησε μεταξύ μαρμάρου και εγγλέζικης ομίχλης. “Είσθε σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη”. Όλα εδώ λοιπόν, μπροστά μας. Τα άνθη, ο χρόνος, ο θάνατος, η ζωή και η συνέχεια…

Η κριτική μπορεί να περιμένει

Τα λόγια που προηγήθηκαν

Η τολμηρή, γιατί θέλει τόλμη και θράσος, κριτική/παρουσίαση μπορεί να περιμένει. Τέτοια δημιουργήματα εξάλλου είναι ανεξάντλητα σε προκλήσεις και προσκλήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την κριτική. Κάθε φορά είναι πρώτη φορά που τα διαβάζεις. Όλα είναι θέμα εξέλιξης και απώλειας. Στα “Άνθη του κακού” δεν υπάρχει απώλεια και η εξέλιξη ισοδυναμεί με τη σταθερότητα. Η απόλυτη κίνηση δηλαδή. Δεν ισχύει το ίδιο για όσους τα διαβάζουν, τα μεταφράζουν και τα κρίνουν. Πριν την εκπλήρωση της φιλοδοξίας εκ μέρους του αναγνώστη, τα λόγια που προηγήθηκαν. Πρώτα του Βάλτερ Μπένγιαμιν (σ.σ φιλόσοφος, συγγραφέας, μεταφραστής, κ.α.). “Τίποτα δεν πλησιάζει περισσότερο το εγχείρημα του αρχαίου ήρωα στην μπωντλερική αίσθηση, πέρα από το να δοθεί μορφή στη νεωτερικότητα”. Τα λόγια αντήχηση του ίδιου του Μπωντλαίρ. “Ποιος από μας, στις φιλόδοξες στιγμές του, δεν ονειρεύτηκε μια ποιητή πρόζα, μουσική, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύπλαστη και τραχιά, ώστε να προσαρμόζεται στις λυρικές παρορμήσεις της ψυχής, τους κυματισμούς της ονειροπόλησης, τους σαρκασμούς της συνείδησης;" Η απορία καρφώθηκε στην απευθείας στην αστικοποιημένη αίσθηση της εποχής με τις νέες αποξενώσεις και τους παλιούς της λαβύρινθους. Πάλι ο Μπωντλαίρ. “Αυτό το στοιχειωμένο ιδανικό γεννήθηκε μακριά από την εξερεύνηση μεγάλων πόλεων, μακριά από τους αναρίθμητους συσχετισμούς”.

Τα λόγια της Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1848 η Ευρώπη συνταράσσεται από την “Άνοιξη των Εθνών” ή αλλιώς το “Έτος της Επανάστασης”. Ο Μπωντλαίρ βρίσκεται στα οδοφράγματα κρατώντας ένα κλεμμένο τουφέκι. Κατηγορείται για τον πυροβολισμό του στρατηγού Απίκ. Μήνες αργότερα τα βάζει με τους εξεγεργμένους και υπερασπίζεται το νέο συντηρητικό καθεστώς! Τότε και στη διάρκεια ανοικοδόμησης του Παρισιού άρχισαν να σχηματίζονται “Τα άνθη του κακού”. Τα ποιήματα ανακαλύπτουν εικόνες της εισβολής της μοντέρνας ζωής, αλλά η μορφή τους μένει κλασική. Η παραδοξότητα έχει την εξήγησή της. Για κάθε ριζική αλλαγή στην πόλη, υπήρχαν παλαιότερες κοινωνικές επιταγές που προσπαθούσαν να επιβάλλουν τη δύναμη τους. Τα ποιήματα του Μπωντλαίρ εισέρχονται σε αυτό το δραματικό πλαίσιο με απαράμιλλη μελαγχολική απόγνωση.

Το άχραντο άρωμα των λουλουδιών

Και η σελίδα ανοίγει…

Και η σελίδα ανοίγει, πλησιάζεις και μυρίζεις το άχραντο άρωμα των λουλουδιών Τα άνθη που δεν βουτάνε σε δροσερή πηγή για να κρατήσουν τη στάση τους και το φως του ήλιου απλά δείχνει τη γύμνια τους. Χωρίς να το καταλάβεις το ψέμα διαλύεται σαν λευκό, δειλό, αεράκι και η πλαστική λάμψη, η πλαστική άνοιξη μαραίνεται και χάνεται. Ο ποιητής με νέφη στη θέση των χεριών ίπταται και όλο κύκλους κάνει και τολμάει, βουτάει, μεθάει και με τον θάνατο ξενυχτάει. Και όπως καθίζει την ομορφιά στα πόδια του, την ξαπλώνει σε τάφο υγρό και αβαθή και στο μαύρο της αλήθειας, στην κατάφαση των σκουληκιών, εκεί τη ρίχνει, τη φιλά, την ξυπνά και το χώμα φτύνει στα ουράνια, στα μακάβρια του ουρανού σεντόνια. Ο ποιητής σαν άλλος Δάντης τους κύκλους τους σεπτούς, του ιερούς και τρομακτικούς θωρεί και αποφασίζει να τους ανέβει. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η πτώση ήταν βίαιη και ο άνθρωπος αντί να ελευθερώσει και να ελευθερωθεί, φυλάκισε και φυλακίστηκε και τον δαίμονα υποτίμησε. Γι’ αυτό η πτώση παρέσυρε τα πάντα στον πάτο της γης, στο κούφιο σημείο του μυαλού και ο Σατανάς ξύπνησε και ευλόγησε με τη φωτιά των ματιών του τη δίχως τέλος άνοδο. Κρασί και όπιο και αληθινά ψέματα την ώρα που ο κόσμος τινάζει το μάταιο και δηλητηριώδες φάρμακο της “ανθρωπιάς”. Αυτά σώζουν, αυτά πληγώνουν και η μνήμη γίνεται σύρμα ατσάλινο που πάνω του κρέμονται κρίματα, τάματα, βέβηλα αντικείμενα, ανίερες χειρονομίες, αγάπες άγριες, πανίσχυρες και ο κόμπος χάνεται, δεν λύνεται, όλο μεγαλώνει και τον Χρόνο γραπώνει. Πλέον, ο ποιητής γίνεται χιλιόχρονος και θυμάται, θυμάται, θυμάται… Η Μελαγχολία τον βρίσκει και με αυτή θα πορευθεί ως το τέλος που δεν έρχεται. Ποτέ δεν έρχεται! Κάτι βαραίνει οριστικά μέσα του. Τα φτερά μένουν δεμένα σε αγκαθωτά κατάρτια και η αγωνία γίνεται πανί τρανό και αφερέγγυο και ο άνεμος το αμόλυντο άρωμα μεταφέρει και τα άνθη ποτέ, μα ποτέ, δεν μαραίνονται.

Μελαγχολία! Εκεί ο Σατανάς, εκεί ο Θεός

Η έρημος πάντα προηγείται

Ο Μπωντλαίρ γράφει δίχως να περιμένει, δίχως να ζητά απάντηση και δίχως να περιμένει λύτρωση. Εξομολογείται στον εαυτό του και δεν μετανοεί για τίποτα. Κι αν τα κρίματα του είναι βαριά δεν τον πειράζει. Αμετανόητος και αληθινός. Αληθινός γιατί βλέπει την αμαρτία και δεν την προσπερνά, της τραβά το ακίνητο βέλο και μάτια διάπλατα ανοίγουν, ο κόσμος καταρρέει και ρέει στο έρημο τοπίο. Γιατί η έρημος πάντα προηγείται του κήπου της Εδέμ και είτε το θέλουμε είτε όχι, όλα εκεί καταλήγουν. Εκεί, λοιπόν, φυτρώνουν τα Άνθη του, στην έρημο του μυαλού του και στην όαση των ματιών του. Δεν υπάρχει όμως τίποτα βιβλικό, μα ούτε και ανίερο. Φαίνεται βλάσφημος ο λόγος του και τα Άνθη του βέβηλα. Δεν είναι όμως. Ο Μπωντλαίρ βρήκε και ανέδειξε την κατάσταση που όλα είναι πιθανά και απίθανα. Με μια λέξη: Μελαγχολία! Εκεί ο Σατανάς, εκεί ο Θεός. Εκεί η ομορφιά, εκεί η αγωνία. Εκεί το κρασί, εκεί το όπιο. Εκεί ο άγγελος, εκεί ο ποιητής. Εκεί ο έρωτας, εκεί η ηδονή. Γι’ αυτό και ο Μπωντλαίρ γίνεται χιλιόχρονος και του χρόνου τα άφθαρτα αποτυπώματα διακρίνει και αγγίζει. Τα ποιήματα είναι δομημένα με τον τρόπο που γεννιέται η μουσική, δηλαδή άψογα. Ρυθμός, μέτρο, τοποθέτηση λέξεων και σύνδεση αυτών με σύνεση και ευφυΐα. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει με ποταμό που κυλά ορμητικά και τα νερά του μένουν κρυστάλλινα και απρόσβλητα από κάθε βρωμιά. “Τα άνθη του κακού” σύμβολο παντοτινό και οι σκέψεις που γεννούν σύμβολα που δεν σβήνουν ποτέ!

Πηγές

-Πριν τη λευκή σελίδα, “Τα άνθη του κακού” [Το Περιοδικό]

-Μπωντλαίρ, “Τα άνθη του κακού” [εκδ. Γράμματα, μετάφραση Γιώργος Σημηριώτης]