Μανόλης Αναγνωστάκης: Το ανεξίτηλο υστερόγραφο

Μανόλης Αναγνωστάκης: Το ανεξίτηλο υστερόγραφο

Gazzetta team

Η ποίηση συμπυκνώνει όλα όσα είσαι και δεν είσαι. Και το να μην είσαι στην ποίηση είναι το πιο δύσκολο να εκφραστεί. Πρόκειται για μια αναζήτηση που δεν σταματά και διαρκώς ζητά από τον ποιητή θάρρος, τόλμη, αποφασιστικότητα και ετοιμότητα να δεχτεί τα πάντα. Αυτό που δεν είσαι ορίζει την ποιητική έκφραση, στόχευση, φιλοδοξία και ολοκληρώνει το ποιητικό σύνολο. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης πορεύτηκε ποιητικά –και όχι μόνο- με αυτό που δεν ήταν. Δεν υπήρξε ηττημένος -περισσότερο αδικαίωτος-, αφού επέμεινε μέχρι τέλους στα λόγια του. Δεν υπήρξε οπορτουνιστής για να αρέσει, να ταιριάζει στα σαλόνια και στα σοφά αλώνια. Δεν υπήρξε ελιτιστής, στυγνός πραγματιστής, αλλά ποιητής του δρόμου και όχι του παράδρομου. Δεν υπήρξε ακατανόητα πεσιμιστής, μα ούτε και τιμητής. Ο Αναγνωστάκης γνώριζε ότι ο ποιητής πρέπει να λέει την αλήθεια κι ας υπήρχαν ενοχλητικές λεπτομέρειες στη διάρκεια της δημιουργίας, της ζωής του. Λεπτομέρειες σκόπιμα αφημένες από τους “νικητές” και τους συμβιβασμένους που επιβίωσαν, προχώρησαν. Δεν υπήρξε φλύαρος και σοβαροφανής, το λίγο ήταν πολύ και το τίποτα τα πάντα. Αγέρωχος και με τραύματα φανερά παρουσιάστηκε, προχώρησε, αποχώρησε. Κι αν ήταν σίγουρος γι’ αυτά που ήταν, ήταν ακόμη πιο σίγουρος γι’ αυτά που δεν ήταν. Ποιητής με υστερόγραφο που δεν έσβησε ποτέ!

image

Βιογραφικό σημείωμα και σημειώσεις

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού “Ξεκίνημα” (1944). Πήρε μέρος στην Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949). Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνιση του στον χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή “Εποχές”. Ακολούθησαν οι “Εποχές 2” (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια της προφυλάκισης του ποιητή), οι “Εποχές 3” (1951), η “Συνέχεια”, η συγκεντρωτική έκδοση “Τα ποιήματα 1941-1956” (1956), η “Συνέχεια 2” και η “Συνέχεια 3” (1962 –συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956). Στη συνέχεια σιώπησε ποιητικά ως το 1969, οπότε δημοσίευσε το “Περιθώριο”. Τον επόμενο χρόνο (1970), ποιήματα από τη συλλογή “Ο στόχος” περιλαμβάνονται στον τόμο “18 κείμενα”. Το 1971 εκδίδεται το σύνολο του ποιητικού του έργου με τον τίτλο “Τα ποιήματα 1941-1971”. To 1978 εκδίδονται τα “Αντιδογματικά” και το 1979 το “Περιθώριο 68-69”. To 1983 κυκλοφορεί το “ΥΓ.” και δύο χρόνια μετά τα “Συμπληρωματικά: Σημειώσεις κριτικής”. To 1987 εκδίδει το βιβλίο “Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης: Η ζωή και το έργο του”. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού “Κριτική”, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονα του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα “Αυγή” και τα περιοδικά “Ελεύθερα Γράμματα”, “Φιλολογικά Χρονικά”, “Νέα Ελληνικά”, “Διάλογος”, “Επιθεώρηση Τέχνης”, “Εποχές”, “Ο αιώνας μας”, “Θούριος”, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων. Έργα του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες, ενώ μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Και να που υπάρχει χώρος κάτω από το κείμενο. Πάντα υπήρχε χώρος στο κείμενο του Αναγνωστάκη. Τον γέμιζε όσο χρειαζόταν και μετά προχωρούσε. Στο υπόλοιπο λευκής σελίδας ας στερεώσουμε τις σημειώσεις μας, δίχως παίδεμα (θα γίνει παρακάτω), δίχως δισταγμό. Μία λέξη, μία φράση για να θυμηθούμε: Ποδόσφαιρο. Συνέπεια. Συνομιλία. Σιωπή. Σάτιρα. Ελευθερία. Ποιητής. Και όπως καρφώθηκαν, έτσι θα περιμένουμε τη γραμμή του αίματος των λέξεων, το μελάνι τους, να ακολουθήσουμε. Πάμε.

σώμα ανθεκτικό και πνεύμα θαλερό

image

Ποδόσφαιρο, συνέπεια, συνομιλία

Τρεις λέξεις, τρεις πτυχές, τρεις αυλακιές, χαραμάδες λυτρωτικές. Πάνω σε σώμα ανθεκτικό και πνεύμα θαλερό. Με σημάδια φυσικά, αφού ο χρόνος επιβεβαίωσε και οριστικοποίησε τα ζόρικα βιώματα. Αυτές οι λέξεις έγραψαν στο μέσα δέρμα του Αναγνωστάκη. Το πρώτο τρίπτυχο ξεκινά με το ποδόσφαιρο, με τον Άγιαξ, με την ομορφιά. Και ομορφιά σημαίνει ποίηση αναγνωρισμένη. Αυτήν παρατήρησε (ομορφιά) και αυτήν θαύμασε δίχως ενστάσεις και αστερίσκους. Με πάθος, χαρά, λαχτάρα, έγραψε το 1984 στην εφημερίδα “Αυγή” για την ομάδα που ξέφυγε από όρια και αριθμούς, για τον Άγιαξ της νιότης, της ανάμνησης, της ανάγκης του μέλλοντος. Ο Αναγνωστάκης εκφράζει την ένσταση του για ό,τι βλέπει στο ποδοσφαιρικό γήπεδο. Γι’ αυτόν δεν είναι αποκομμένο από το πολιτικό, κοινωνικό. Την ομορφιά, την ιδιοφυΐα, τη γοητεία, την ποίηση έψαχνε στο μαγικό χαλί του γηπέδου. Και η ποίηση βρισκόταν στο δεμάτι. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Το κείμενο αυτό είναι η φωνή του ποιητή, του πολιτικού όντος, του ανθρώπου που πάντα έθετε ερωτήματα, του Μ.Α.

Η δεύτερη λέξη του τριπτύχου είναι ζητούμενο, αιτία και μεγάλο βάρος για τον ποιητή, κάθε ποιητή. Το ερώτημα, λοιπόν, αναπόφευκτο: υπήρξε συνεπής ο Αναγνωστάκης; Ναι! Απόλυτο και αδιαμφισβήτητο “Ναι”. Η κατάφαση δεν αφορά μόνο τον ποιητή, αφορά και τον πολίτη Αναγνωστάκη. Η θέση του πολίτη με αυτή του ποιητή ταυτιζόταν. Μην το θεωρείτε δεδομένο, διότι εύκολα η μία ιδιότητα ακυρώνει την άλλη. Στον Αναγνωστάκη αυτό δεν συμβαίνει. Όταν οι τροχοί περνούν πάνω από κορμιά, μυαλά, ιδέες, όνειρα και οι εποχές σαρώνουν και σαρώνονται την ίδια στιγμή, αυτός είναι εκεί και βλέπει καθαρά τι γίνεται. Στα ποιήματα του, από την αρχή, ξέρει τι ζητάει, ξέρει σε τι ελπίζει και ξέρει που θέλει να πάει και πώς. Η νοσταλγία, η μνήμη, η απώλεια, η επιμονή, η ευθύνη, η μεγάλη προσδοκία, η ετοιμότητα για διάψευση ή επιβεβαίωση, συνθέτουν τη συμπεριφορά του M.A στο ξεκίνημα του ποιητικού βίου. Όλα αυτά εκκινούν από την ανάγκη του να δημιουργήσει εν μέσω ερειπίων, να δημιουργήσει πριν και μετά την ερείπωση: Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή [σ.σ από το ποίημα Επίγνωση]. Ο ποιητικός λόγος ωριμάζει, γίνεται ακόμη πιο αληθινός, ό,τι τον ενοχλεί, τον βασανίζει, τον τσιγκλάει δεν πέφτει στη λήθη, όχι, περνά από το κόσκινο του απαραίτητου –και γι’ αυτόν- αντιλόγου. Οι στίχοι του Μ.Α δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, δεν μπορούν να ιδωθούν με συμπάθεια και δεν μπορούν να αγνοηθούν. Στιβαροί και με μια ειρωνεία που τσακίζει κόκαλα. Ο ποιητής εξελίσσεται αλλά τίποτα δεν αλλάζει τις βαθύτερες σκέψεις του, την ανάγκη να ναι πιστός και έντιμος, να βάζει τα πράγματα στη θέση τους και να μη χαρίζεται σε κανέναν. Αν αυτό δεν είναι συνέπεια, τότε απλά ξύνουμε τσαλακωμένα χαρτιά.

Η τρίτη λέξη δεν αφορά μόνο τον αναγνώστη. Ο ποιητής συνομιλεί με ομοτέχνους και με τον εαυτό του. Ας δούμε, λοιπόν, τη συνομιλία στον Αναγνωστάκη. Όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή (σ.46) του Παντελή Μπουκάλα, στην έκδοση “Έλληνες ποιητές” της “Καθημερινής”, Η μέθοδος αυτής της (κριτικής) συνομιλίας δεν ήταν άγνωστη στον Αναγνωστάκη, ο οποίος, επιπλέον, ενσωμάτωνε στο κείμενο του αρκετά συχνά στίχους (ή σπαράγματα) από το έργο άλλων ποιητών, ή προέβαινε σε διαυγείς μνείες. Για παράδειγμα, στο κρίσιμο ποίημα “Όταν αποχαιρέτησα” της Συνέχειας 2, γραμμένο την “9η Θερμιδώρ” κατά την υπαινικτική υποσημείωση, θέτει και πάλι το ερώτημα, περισσότερο πολιτικής τάξεως παρά λογοτεχνικής: “Πώς να μιλήσω;”. Και δυο στίχους παρακάτω: “Πώς να μιλήσω”, αυτή τη φορά δίχως ερωτηματικό, σαν να εννοείται ότι δεν υπάρχει απάντηση, ότι δεν θέλει απάντηση από κανέναν τρίτο. Τι δημιουργεί τον κόμπο στον λαιμό που εμποδίζει τις λέξεις να ειπωθούν και να δείξουν: Το “πού να στοιβαχτούνε τα γεγονότα”, βαριά γεγονότα, μολυβένια. Το πώς “τόσες φορές να ξαναγίνουν αριθμοί”. Κι έπειτα το “πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας/η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου/η 3η Μαϊου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»/ το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο”. Μόνο που το επίρρημα απλά δεν θα μπορούσε να πείσει ότι ο ποιητής είχε στο νου του τον “Γέροντα στην ακροποταμιά” του Σεφέρη (1944). Να όμως που σε τέσσερις-πέντε στίχους παρακάτω προχωρούμε από την υποδήλωση στην κατάδειξη. Γιατί ο Αναγνωστάκης αποφασίζει: “Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια/Με σκοτεινές παραβολές και παραμύθια/Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά από τις λέξεις/Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές/Το άψογο πρόσωπο της Ιστορία θολώνει”. Οι παραβολές και τα παραμύθια δεν είναι παρά ο Σεφέρης του “Τελευταίου Σταθμού” (1944): “Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές/είναι γιατί τ΄ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη/δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει”. Και συνεχίζει (σ. 46-47) ο Π. Μπουκάλας. Εξίσου δύσκολο θα ήταν να συνδυάσουμε το ίδιο επίρρημα απλά, με το γενέθλιο ποίημα μιας νέας Αριστεράς η οποία όμως δεν απέκτησε ποτέ υπόσταση. Μιλά για το Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, που εκδόθηκε το 1953, δυο χρόνια πριν το ποίημα του Αναγνωστάκη που συζητούμε. “Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη των ανθρώπων/και παρεμβαίνουν οι θύελλες/παρεμβαίνει το πλήθος στο στήθος μου/το τρομερό ηφαίστειο που λειτουργεί κατ’ από πέτρες./Τα φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμονα μαύρα υγρά ακατανόητα” έγραψε ο Κατσαρός, υποδεικνύοντας τον δικό του κόμπο. Και δυο σελίδες παρακάτω μιλάει κι αυτός για “τόσα γεγονότα”(που είναι αδύνατο να ιστορηθούν, άρα πώς να αφομοιωθούν και να ξεπεραστούν), και θέτει το ίδιο ακριβώς ερώτημα με τον Αναγνωστάκη: Πώς να καταχωρήσω τόσα γεγονότα-τόσες απόπειρες/Πώς να μιλήσω;”. Έχουν μεσολαβήσει άλλωστε οι στίχοι: “Δεν έχομε τίποτα να μας πούμε/έτσι που όλα προδοθήκανε”. Διπλός λοιπόν ο διάλογος του ποιήματος του Αναγνωστάκη.

Σε άλλο σημείο (σ. 47) της ανάλυσης του Π. Μπουκάλα διαβάζουμε. Ο Αναγνωστάκης δεν παρέλειπε να αναψηλαφεί την ίδια του την ποιητική προϊστορία, ενθέτοντας παλαιότερους στίχους του σε νέα ποιήματα του, ενδεχομένως επειδή έβλεπε το σύνολο του έργο του όπως το βλέπει και ο προσηλωμένος αναγνώστης του: ως συνεχές κείμενο, ως ενιαία αφήγηση, με τις στάσεις και τις ανακλήσεις της. […] “Στον Αναγνωστάκη, οι διακειμενικές αναφορές μοιράζονται, θεωρητικά και πρακτικά, κατά βάση σε δύο κατηγορίες: σε αυτοαναφορές (αναφορές δηλαδή σε προηγούμενα ποιήματα του ίδιου του ποιητή) και σε ετεροαναφορές (αναφορές δηλαδή σε άλλους ποιητές και σε άλλα ποιήματα). […] η μέθοδος της ετεροαναφοράς επιχειρείται και πραγματοποιείται συστηματικά πρώτη φορά στα ποιήματα του Στόχου, όπου και γίνεται πυκνή και αναγνωρίσιμη εφαρμογή (παρατηρήσεις του Δ.Ν.Μαρωνίτη σ.47).[…]

Ίσως η πιο γνωστή ετεροαναφορά στο έργο του Αναγνωστάκη απαντά στο ποίημα Επίλογος, το τελευταίο του Στόχου. «Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος/ «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες»/ «Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». Στη συνήθη χρήση του το απόσπασμα μεταφέρεται ως δίστιχο, με αποτέλεσμα να αποδίδεται στον ίδιο τον Αναγνωστάκη ο απακαρδιωμένος λόγος, που ορίζει πολιτικά μάταιη την ποίηση. Δεν μνημονεύεται δηλαδή ο πρώτος στίχος, με τον οποίο ο Αναγνωστάκης δηλώνει την οφειλή του στον Τίτο Πατρίκιο, το ποίημα Στίχοι 2 του οποίου λειτούργησε σαν πηγή. (σ.50-51) Όλα τα προηγούμενα, μερικά παραδείγματα, δείχνουν πειστικά τη συνομιλία των ποιητών και τη συνομιλία του ποιητή με τον εαυτό του.

Πηγές

-“Έλληνες ποιητές. Μανόλης Αναγνωστάκης”, εφ. “Καθημερινή” [Εισαγωγή, ανθολόγηση, Παντελής Μπουκάλας]

-Ε.ΚΕ.ΒΙ [Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

image

Σιωπή, σάτιρα, ελευθερία

Το δεύτερο τρίπτυχο. Η πρώτη λέξη. Η πρώτη κατάσταση. Ίσως η πιο σημαντική. Σιωπή. Ο ποιητής απομακρύνεται; Ιδιωτεύει; Όχι ακριβώς. Σαστίζει, απορεί με την ψυχρότητα και την πολυπλοκότητα, τη βαρβαρότητα της νέας εποχής. Τον βρίσκουμε στο ποίημα Ο Στόχος: Το θέμα είναι τώρα τι λες/Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε/Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ/Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας/Το θέμα είναι τώρα τι λες. Ο Αναγνωστάκης μπροστά στην “ασφάλεια” του καταναλωτισμού, τη “σταθερότητα” της πολιτικής κατάστασης και την “ευτυχία” της “αλλαγής”. Ο Αναγνωστάκης δεν σιωπά σαν άλλος μοναχός που έχει πάρει όρκο σιωπής. Επιλέγει με ακόμη μεγαλύτερη σύνεση και ακρίβεια τις λέξεις και τις παρεμβάσεις του. Χρησιμοποιεί τον αντίλογο της ποίησης για να θυμίσει το πρόσφατο παρελθόν και να προειδοποιήσει για το αναίσθητο παρόν. Μένει πιστός στην πρώτη σκέψη και τη διαφωνία που τον χαρακτήρισαν, μένει στις αρχές, στις μνήμες, στον χαρακτήρα του. Η έκφραση περιορίζεται και οι νέες εποχές είναι πιο δυνατές. Τον αγώνα όμως τον δίνει, έστω και με λιγότερες δυνάμεις. Το βλέπουμε στα Το Περιθώριο και το Υ.Γ. το πρώτο είναι η Σιωπή του και το δεύτερο είναι μετά τη Σιωπή. Σε συνέντευξη του στη “Liberation” είχε πει: Ίσως να σταμάτησε η ανάγκη μου για την ποιητική έκφραση από τότε που σιγά σιγά, με την πάροδο των ετών και το βιολογικό καταστάλαγμα, άρχισαν να λιγοστεύουν οι αυταπάτες για τις δυνατότητες μιας τέτοιας επικοινωνίας, άρχισε να απομυθοποιείται το όνειρο.

Από τη Σιωπή που απαντά στη φασαρία της αμνήμονος προόδου, στη σάτιρα του κόσμου της λογοτεχνίας. Πώς; Μέσα από το άλλο εγώ του ποιητή, τον Μανούσο Φάσση. Όπως εξηγεί ο Παντελής Μπουκάλας στην έκδοση της “Καθημερινής” “Έλληνες Ποιητές” (σ.42), κατασκευάζει (ο Αναγνωστάκης) και βιογραφεί ένα ποιητή. Αυτό μοιάζει σχετικά εύκολο, άλλωστε πρόκειται για την τυπική δουλειά της πεζογραφίας, που πλάθει ήρωες, με χαρακτήρα, βίο και πολιτεία. Ο Αναγνωστάκης όμως βάζει εμπόδια στον εαυτό του, ή μάλλον βάζει σοβαρότερο στοίχημα. Και εκτός από τον ποιητή, τον βίο και τον μικρόκοσμο του κατασκευάζει και τα ποιήματα του –αν και εμφανίζεται κυρίως παραδοσιακός. Και μάλιστα εντάσσει τον ήρωα του (ένα προϊόν της μυθοπλαστικής του όρεξης, το οποίο πολύ απέχει από το να θεωρηθεί ιδεώδες) στο πραγματικό, το ιστορικό περιβάλλον. […] Στην ουσία, ο Αναγνωστάκης κατασκευάζει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία όχι για να αποδείξει πως είναι πειραχτήρι και μάστορας της ρίμας, αλλά για να σχολιάσει και να σατιρίσει τον κόσμος της λογοτεχνίας όπως τον γνώρισε. Για να ξηλώσει ό,τι είχε υφάνει η ματαιοδοξία και τα κλισέ αυτού του κόσμου. Άλλα μάλλον κι αυτό θα του φαινόταν εύκολο. Έτσι, αν η προζαϊκή σάτιρα του αφορά κυρίως τα λογοτεχνικά καθέκαστα, στιχουργημένη στρέφεται ευθύβολη στον κόσμο πέρα από τον λογοτεχνικό και ιδιαίτερα στον κόσμο της Αριστεράς, με τα πάθη και τα παθήματα του. […] Διαβάζουμε, λοιπόν, φαρμακερά σχόλια για ανθρώπους των γραμμάτων (Λουντέμη, Αργυρίου, Ρίτσο, Σαββίδη, Σεφέρη), αλλά διαβάζουμε και οξύτατα σχόλια για τον εαυτό του και τη γενιά του. […] Είχε δίκιο ο Μιχάλης Κοπιδάκης όταν έγραφε: Επιτέλους πρόζα και στίχοι γελαστοί. Μια λαμπρή μενίππεια σάτιρα καλού τεχνίτη.

Και το τρίπτυχο, το δεύτερο, τελειώνει με την πτυχή που χωρά και απορρίπτει όλες τις πτυχές. Ελευθερία. Εκεί δοκιμάζεται και πραγματώνεται ο ποιητής. Ο ποιητής δεν ομνύει μπροστά στην ελευθερία της έκφρασης. Πάνω απ’ όλα υπερασπίζεται την ελευθερία της ύπαρξης. Το να υπάρχεις σημαίνει να είσαι και ο Αναγνωστάκης ήταν ελεύθερος. Δεν είναι ότι έμεινε σταθερός στις αρχές, τις διαφωνίες του, την κριτική του, ιδιαίτερα προς την Αριστερά, ήταν η εμμονή του να δικαιώσει την ύπαρξη. Τα ποιήματα του ακούνε την αγωνία και το παράπονο της ύπαρξης, βοηθάνε την αυτονομία της φύσης της, την καταλαβαίνουν. Στον λόγο του κρύβεται και σώζεται η απόγνωση της ύπαρξης και όταν αυτή χάνεται κρατά το αποτύπωμα της. Και τα ερωτήματα δεν σταματούν, όπως και ο λόγος του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Πηγές

-“Έλληνες ποιητές. Μανόλης Αναγνωστάκης”, εφ. “Καθημερινή” [Εισαγωγή, ανθολόγηση, Παντελής Μπουκάλας]

-Ε.ΚΕ.ΒΙ [Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

Φόρτωση BOLM...