Ο Γιώργος Ζαμπέτας είναι κομμάτι του πολιτισμού μας. Κρυστάλλινος, μάγκας, μίλησε με το μπουζούκι του όσο λίγοι στην ψυχή του Έλληνα. Πάντα θα μας συντροφεύει...

Αλάνι από τα λίγα, μάγκας Αιγαλεώτης πάντα με τον σωστό λόγο. Τον τελευταίο δηλαδή. Και δεν ήταν πάντα λόγος. Μειδίαμα, πονηρή ματιά, αφοπλιστικό χαμόγελο, γέλιο εκκωφαντικό και μια σιγουριά που έλαμπε στο πρόσωπο του. Υπήρχε –και υπάρχει- όμως και κάτι άλλο: η μουσική του, το μπουζούκι του. Οι πενιές του σαν βουτιά μικρού παιδιού στη θάλασσα. Χαρούμενες, “τρελές”, παιχνιδιάρικες, αθώες και απαραίτητες. Για μουσικούς όπως αυτός, το μπουζούκι δεν ήταν όργανο, ήταν άνθρωπος! Δεν θα τον δεις σε καμία φωτογραφία χωρίς αυτό, γιατί αυτό ήταν η ζωή του όλη και γιατί αυτό –το μπουζούκι- έγινε στήριγμα του λαού. Δεν υπάρχει άλλο όργανο που να αγγίζει την ψυχή και την καρδιά του Έλληνα τόσο βαθιά και ουσιαστικά όσο το μπουζούκι. Ε, γι’ αυτό και ο τελευταίος λόγος, αυτός που βγαίνει από μια χορδή και ισορροπεί στις αδέσποτες ανάσες μας του ανήκει. Μάγκας Αιγαλεώτης, λεβεντόπαιδο και με το μπουζούκι επ’ ώμου μας χάρισε απλόχερα τον τελευταίο λόγο, αυτόν που είχαμε και έχουμε ανάγκη. Τον λόγο τον λυτρωτικό, τον ζωογόνο, τον χαρούμενο, τον σοβαρό, τον ανέμελο… Κι όταν έδινε ό,τι ήταν να δώσει, έπαιρνε το χειροκρότημα, το “γεια σου ρε Γιωργάρα!”, έβγαζε το καπέλο του και μας χαιρετούσε, όμορφα κι ωραία. Γεια σου ρε Γιωργάρα Ζαμπέτα!

[Ευχαριστούμε πάρα πολύ την κύρια Κατερίνα Γ. Ζαμπέτα που δέχτηκε να μας μιλήσει για τον πατέρα της. Δίχως τη βοήθεια της το αφιέρωμα αυτό δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Οι φωτογραφίες του άρθρου προέρχονται από το προσωπικό της αρχείο. Ευχαριστίες και στις εκδόσεις Άγκυρα για την αποστολή του βιβλίου της κ. Ζαμπέτα “Γιώργος Ζαμπέτας: Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω…”]

Το ξεκίνημα, η δισκογραφία, το εκπληκτικό παίξιμο του

Ο Γιώργος Ζαμπέτας γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στο Μεταξουργείο, αλλά είχε καταγωγή από την Κύθνο. Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, κουρέας, και η Μαρίκα Μωραϊτη, ανιψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής. Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική. Ενώ βοηθούσε τον πατέρα του στο κουρείο, δημιουργούσε κρυφά στο μπουζούκι –το οποίο έπαιζε ο πατέρας του- τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του. Η επαφή με τους ήχους των πουλιών, των βατράχων, επηρέασε τη δημιουργία, τη μουσική του αντίληψη.

Το 1932, σε ηλικία εφτά ετών, κερδίζει το πρώτο του βραβείο. Μαθητής της Α’ δημοτικού ξεχωρίζει στον σχολικό διαγωνισμό παίζοντας το πρώτο του τραγούδι. Παρά τις αντιδράσεις (κυρίως του πατέρα του) συνέχισε με απόλυτη προσήλωση να υπηρετεί τη μεγάλη του αγάπη, ενώ η γνωριμία του το 1938 με τον Βασίλη Τσιτσάνη έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας. Το 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακομίζει στο Αιγάλεω και από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απέκτησε άρρηκτο δεσμό με την πόλη. Μάλιστα, της χάρισε το προσωνύμιο “Σίτι” μετά από περιοδεία του στη Βρετανία. Το 1942, στη διάρκεια της Κατοχής, δημιουργεί το πρώτο του συγκρότημα με το οποίο τραγουδά καντάδες σε κορίτσια.

Το 1950 αρχίζει να εργάζεται επαγγελματικά σε λαϊκά κέντρα. Το 1953 μπαίνει και στη δισκογραφία. Τη δεκαετία του ’50 γράφει τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα με γνωστούς ερμηνευτές όπως: Πρόδρομος Τσαουσάκης (Σαν σήμερα, σαν σήμερα…), Στέλιος Καζαντζίδης (Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω), Μανώλης Καναρίδης (Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα), Πόλυ Πάνου (Να πας να πεις στη μάνα μου). Από κείνη την περίοδο αρχίζει να “κεντά” με τις πενιές του τα τραγούδια των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση κι άλλων μεγάλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη, Παπαγιαννοπούλου, με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη-Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, Αλέκο Σακελλάριο.  Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε σολίστ στις συνθέσεις του. Η γνωριμία με τον Χατζιδάκι του άνοιξε επαγγελματικούς δρόμους. Το ταλέντο του φάνηκε πολύ γρήγορα, όπως και το εκπληκτικό, μοναδικό παίξιμο του. Φυσικά παραμένει ο “σόου μαν” του χώρου.

Τα τραγούδια του έχουν χαραχτεί στη συλλογική μνήμη

Επιτυχία, ανεξίτηλα κομμάτια και πάνω απ’ όλα ήθος

Την επόμενη δεκαετία τα τραγούδια του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία, καθώς πραγματοποιεί εμφανίσεις στα σπουδαιότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης. Ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ευρώπη, Αμερική) και παράλληλα συμμετέχει σε περισσότερες από 100 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πάνω από 250 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν επιτυχίες. Κομμάτια όπως “Πατέρα κάτσε φρόνιμα”, “Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά”, “Σταλιά-σταλιά”, “Τι σου κανα και μ’ εγκατέλειψες”, “Τι γλυκό να σ’ αγαπούν”, “Ο πενηντάρης”, “Μάλιστα κύριε”, “Ο πιο καλός ο μαθητής”, “Πού σαι Θανάση”, “Βρόχα”, “Δειλινά”, κ.α έχουν χαραχτεί για πάντα στη συλλογική μνήμη. Μέσα από τις δημιουργίες του ανέδειξε πλήθος τραγουδιστών όπως τους: Τόλη Βοσκόπουλο, Δημήτρη Μητροπάνο, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτη Κόκοτα, Δούκισσα… Πήρε μέρος σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις. Για τον Ζαμπέτα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει δηλώσει: “Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σόου μαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!”. Χαρακτηριστική του ήθους του Ζαμπέτα είναι και η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου: “Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα”. Τη δεκαετία του ’70 κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σόου. Δεν διαρκεί πολύ όμως και τη δεκαετία του ’80 έρχεται η παρακμή, το περιθώριο. Αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του και οι αξίες του παρελθόντος δεν αναγνωρίζονται. Στις αρχές του 1992 μπαίνει στο νοσοκομείο (έχει προσβληθεί από καρκίνο). Αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο “Σωτηρία” στις 10 Μαρτίου 1992.

Κεντούσε με τις πενιές του

Κατερίνα Ζαμπέτα: “Για τον πατερά μου το μπουζούκι του ήταν ο δεύτερος εαυτός του!”

Η Κατερίνα Γ. Ζαμπέτα, δεύτερη κόρη του Γιώργου Ζαμπέτα, δέχτηκε να μας μιλήσει για τον πατέρα της. Η κ. Ζαμπέτα έχει γράψει το βιβλίο  “Γιώργος Ζαμπέτας: Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω…” (οργάνωση υλικού επεξεργασία Γιώργος Π. Τσάμπρας, εκδ. Άγκυρα). Πολύτιμο για όποιον θέλει να μάθει πραγματικά ποιος ήταν ο Γιώργος Ζαμπέτας. Την ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη.

Γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ ο πατέρας σας;

Ο πατέρας μου ήταν γνήσια λαϊκός, αληθινός, ζούσε βιωματικά τις ανησυχίες και τα προβλήματα του κόσμου, αγαπούσε τον κόσμο και όλα αυτά ο κόσμος τα εισέπραττε και του τα ανταπέδιδε με περίσσια αγάπη.

Ένιωθε ωραία με τον κόσμο, ήταν εκδηλωτικός…

Πάρα πολύ… Ο πατέρας μου είχε πάρει πολλή αγάπη από τη μάνα του, την οικογένεια του. Είχε αγάπη μέσα του να δώσει και το έδειχνε με πράξεις. Η αγάπη θέλει πράξεις έλεγε ο πατέρας μου.

Η αγάπη ήταν το παν γι’ αυτόν. Έλεγε “αφού έχω την αγάπη του κόσμου…”

μ’ αυτή πορεύομαι. Γι’ αυτό, λοιπόν, αγαπήθηκε πάρα πολύ.

Έδινε και έπαιρνε αγάπη

Ναι. Μόνιμα έδινε. Έλεγε Εγώ την αγάπη μου την απέδειξα με πράξεις! Δημιούργησα, δημιούργησα ταλέντα, έβρισκα τους εκάστοτε τραγουδιστές και τους βοήθησα να αναδειχτούν.

Ο πατέρας σας ανέδειξε ξεχωριστές προσωπικότητες και διαχρονικές στο λαϊκό τραγούδι;

Πράγματι, ο πατέρας μου έδωσε την ευκαιρία να αναδειχτούν στο στερέωμα του λαϊκού τραγουδιού προσωπικότητες όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Ελένη Ροδά, η Μαρινέλα ο Πάνος Τζανετής, ο Σταμάτης Κοκότας κ.λπ. Ειδικά ο Μητροπάνος έλεγε Με όσους συνεργάστηκα κάτι έπαιρνα και κάτι έδινα, μόνο από τον Ζαμπέτα πηρά χωρίς ποτέ να μου ζητήσει να του δώσω κάτι. Η Μοσχολιού και ο Βοσκόπουλος τον αποκαλούσαν πατέρα.

Ήταν γενναιόδωρος;

Επειδή ο πατέρας μου προερχόταν από πολύ φτωχή οικογένεια και είχε βιωματική σχέση με την ανέχεια, ήταν πολύ γενναιόδωρος σε όσους πίστευε ότι είχαν πραγματική ανάγκη. Δεν ήθελε όμως ούτε εμείς να γνωρίζουμε ποιους και με ποιον τρόπο βοηθούσε. Μετά τον θάνατο του έμαθα μερικές περιπτώσεις και νοιώθω υπερήφανη γι αυτόν

Τι χαρακτήριζε το παίξιμο του; Έλεγε ότι ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίσει. Εσείς που τον ζήσατε και ακούγατε τα τραγούδια του, ζητούσε τη γνώμη σας, τι πιστεύετε ότι τον χαρακτήριζε δημιουργικά;

Πανθομολογείται από ειδικούς και μη ειδικούς, ότι το παίξιμο του πατερά, η πενιά του ήταν μοναδική, ξεχωριστή, με τη δική της σφραγίδα. Ο πατέρας άνοιξε δικό του δρόμο στο παίξιμο του μπουζουκιού. Πιστεύω ότι οι μεταγενέστεροι θα διαθέσουν πολύ χρόνο και κόπο για να καταλάβουν και να κατανοήσουν σε βάθος το παίξιμο του.

Τι ήταν το μπουζούκι για τον πατερά σας;

Ήταν απόλυτα ταυτισμένος με αυτό! Για τον πατερά μου το μπουζούκι του ήταν ο δεύτερος εαυτός του!

Το εντυπωσιακό είναι ότι ήταν αυτοδίδακτος και δεν διάβαζε νότες

Δεν ήξερε να διαβάζει ούτε και να γράφει νότες. Δεν ήξερε “μουσική” του ωδείου. Αν γνώριζε νότες και είχε πάει ωδείο, είχε μουσική παιδεία, θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη του. Όλοι οι δημιουργοί ήθελαν τη συνεργασία του πατέρα στα έργα τους. Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο

Ο αυτοσχεδιασμός, λοιπόν, τον χαρακτήριζε

Ναι. Τα ταξίμια του πατέρα είναι μοναδικά, ξεχωριστά, ολοκληρωμένα μουσικά έργα. Ο ίδιος έλεγε ότι εγώ είμαι ο πιο παραγωγικός σε instrumental από όλους

Αφομοίωσε βέβαια στοιχεία από τους παλιούς

Προφανώς. Όλοι αφομοιώνουν, όλοι έχουμε πρότυπα.

Έτσι είναι. Προσπαθείς φυσικά να εξελιχθείς, να δουλέψεις, να κάνεις κάτι δικό σου.

Ναι, να το δουλέψεις και να γίνει από σένα.

Διάβασα ότι πήγαινε στη φύση να ακούσει τα αηδόνια και τα βατράχια. Εκεί έμαθε τη μουσική

Εκεί έβρισκε την έμπνευση. Στο σπίτι που μένω τώρα, στην Πεντέλη, είναι το δάσος κοντά κι αν ακούσετε πώς τιτιβίζουν τα πουλιά το γλυκοχάραμα… Ε, αυτόν τον τρέλαινε. Πότε ξεκίναγε το ένα πουλί, πότε το άλλο. Αυτό είναι συγχορδία της φύσης, συμφωνία, έλεγε.

Του άρεσε να πηγαίνει για κυνήγι αλλά δεν σκότωνε ζώο.

Ναι, πήγαινε γιατί ήθελε να ξεδώσει. Να ρίξει έτσι μερικές τουφεκιές, να μυρίσει το μπαρούτι στον αέρα. Η διαδικασία του άρεσε. Να βάλει τα ρούχα, να πάρει την καραμπίνα… Έπινε και τον καφέ του γλυκοχάραμα αφού φεύγαμε από το μαγαζί που δούλευε στις πέντε τα ξημερώματα. Στο σπίτι είχε μια βέργα και καθάριζε το όπλο, το λάδωνε…. Η διαδικασία του άρεσε περισσότερο. Μια φορά πάει σε ένα μαγαζί που πουλούσε φυσίγγια και έρχεται σπίτι περιχαρής λέγοντας Πήρα κάτι φυσίγγια για αγριογούρουνο. Του απαντά η μάνα μου τότε Τι θα σκοτώσουμε Γιώργο; Γαύρο, η κολιό; Πράγματι, όταν γυρίζαμε από το κυνήγι αγοράζαμε ψάρια για να φάμε!

Θυμάμαι πόσο στεναχωρήθηκε όταν έμαθε για τον θάνατο του Βασιλειάδη. Αυτός μάλιστα του άφησε κληρονομιά το κομμάτι “Πού σαι Θανάση”

Πράγματι, αυτό το τραγούδι είναι το κύκνειο άσμα του Βασιλειάδη. Περιγράφει ο Βασιλειάδης τη δική του διαδρομή. Είναι το μόνο βιωματικό τραγούδι του Βασιλειάδη. Το “πού σαι Θανάση” έχει αλληγορική σημασία και αναφέρεται στο πρόσωπο του πατερά μου. Μεταξύ τους είχε αναπτυχτεί αμοιβαίος σεβασμός και εκτίμηση. Εγώ προσωπικά τον αγαπούσα σαν παππού μου. Το ότι εμπιστεύτηκε τον πατέρα μου να μελοποιήσει το τελευταίο του τραγούδι το θεωρώ ιδιαίτερα τιμητικό για τον πάτερα μου

Δενόταν με τους συνεργάτες του ο πατέρας σας;

Βεβαία, ήταν πολύ δοτικός και καθόλου ανταγωνιστικός! Στον χώρο του είχε μόνο φίλους.

Τι θα μας έδινε σήμερα καλλιτεχνικά;

Πιστεύω επειδή ήταν εργασιομανής και αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε, θα μας έδινε παρά πολλά !

Έχει πει ότι “Δεν υπάρχει λαϊκό τραγούδι, υπάρχει ελληνικό”

Ακριβώς. Ο πατέρας υποστήριζε το ελληνικό τραγούδι και την ελληνική μουσική! Ήταν κάθετα αντίθετος στη μεταφορά ξένης μουσικής δοσμένης με ελληνικό στίχο. Πίστευε ότι οι Έλληνες δημιουργοί πρέπει να αντλούν τις εμπνεύσεις τους από την ελληνική μουσική παράδοση.

Η μητέρα σας βοήθησε τον πατέρα σας να διεκδικεί. Τον επηρέασε θετικά

Η μητέρα συνέβαλε αποτελεσματικά στην όλη εξέλιξη του πατέρα μου! Ειδικά στο κομμάτι της αυτονομίας του από τους άλλους και στην χάραξη της προσωπικής του πορείας!

Αν πήγαινε σήμερα στη Βουλή, όπως έκανε τότε με Αβέρωφ, θα τον δεχόντουσαν;

Και βεβαία θα τον δεχόντουσαν. Γιατί ενώ σατίριζε όλους τους πολιτικούς από το πάλκο, συγχρόνως είχε κερδίσει τον σεβασμό και την εκτίμηση τους ανεξαρτήτως πολίτικου χρώματος. Ο πατέρας ήταν ένας αριστοφανικός χαρακτήρας!

Είναι η μοίρα των μεγάλων καλλιτεχνών να μπαίνουν στο περιθώριο στο τέλος της καριέρας τους;

Ο πατέρας μου αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο. Ο κόσμος τον λάτρεψε. Ωστόσο, όταν μεγαλώνει ο καλλιτέχνης και κάπως αρρωστήσει, ένας-ένας εξαφανίζονται από δίπλα του. Υπάρχει αγνωμοσύνη. Αυτό εισέπραξε στο τέλος.

Ενώ ο πατέρας σας κράτησε όσο μπορούσε τους παλιούς δίπλα του;

Βεβαία. Μάλιστα έκανε και το τραγούδι “Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω”. . Είναι ένα τραγούδι πολύ βαρύ. Αυτό το τραγούδι, σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη, το μελοποίησε σε ηλικία 27 ετών με αφορμή τη συμπεριφορά των νεότερων προς τους παλαιότερους δημιουργούς και τραγουδιστές Τον είχε επηρεάσει αυτό και φοβόταν την αγνωμοσύνη. Λίγο πριν πεθάνει –ήταν πέντε χρόνια άρρωστος- έφτασε στο σημείο να νιώσει ακριβώς το ίδιο. Σε μια συνέντευξη που έδωσε στον ΑΝΤ1, στο σπίτι μας, τον ρωτήσανε γιατί δεν ήταν τόσο ευχάριστος, γιατί δεν έλεγε καλαμπούρια. Ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα, ήταν μελαγχολικός. Ε, όταν καθίσανε για τη συνέντευξη τον ρωτάνε Κύριε Ζαμπέτα πώς νιώθετε; Πώς είστε; Δεν βλέπανε να είναι ο Ζαμπέτας που ήξεραν! Εκείνος παίρνει το μπουζούκι του και αρχίζει να τραγουδά στενοχωρημένα…. Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω να με σκεπάσει το νερό τη δύστυχη ζωή που κάνω να την αντέξω δεν μπορώ. Να με ξεχάσουν φίλοι, να με ξεχάσουν συγγενείς και να χαθώ σ’ αυτά τα βάθη που δεν τα πάτησε κανείς. Δάκρυσαν τα μάτια του. Τότε, πέφτει η πενιά και τους λέει Μάγκες μου αυτό είναι, το τίμημα του μύθου.

Κλείνοντας αυτήν τη συνέντευξη θέλω να παρουσιάσω στον κόσμο την άποψη του μεγάλου μας λόγιου στιχουργού και ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου.

Ο Ζαμπέτας είναι η χάρις του ελληνικού λαού, είναι το τραύμα του ελληνικού λαού, δηλαδή ο πόνος του ελληνικού λαού, ο οποίος πάντοτε προσπάθησε με ένα χοντρό χιούμορ να ξεπεράσει αυτή την πληγή και αυτό το τραύμα.

Σε άλλο σημείο γράφει:

Είναι ένα περίεργο, ιδιότυπο πρόσωπο μέσα στην ελληνική μουσική λαϊκή ζωή, που θα χρειαστεί πολλή προσοχή να το παρακολουθήσουν πώς από το κλοουνέσκ στοιχείο φτάνει στο δραματικό στοιχείο του τραγουδιού, πώς φτάνει σε αυτά τα ύψη λεπτής μελωδίας και ρυθμού…

Τελειώνοντας γράφει για τον πατέρα:

Έτσι τολμώ να πω ότι αν δεν υπήρχε η διδασκαλία του Ζαμπέτα, δεν θα είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε ούτε τον Μάνο Χατζιδάκι, ούτε τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί με αυτούς ένα σωρό ποιητές που πέρασαν τους στίχους τους στην σύνθεση.

Για τις φωτογραφίες

-Στη βασική φωτογραφία και στις δύο ενότητες που ακολουθούν την εισαγωγή είναι ο ίδιος με το μπουζούκι του

-Στην ενότητα της συνέντευξης της κ. Ζαμπέτα, απεικονίζεται ο ίδιος με την κόρη του. [Οι φωτό από το αρχείο της κ. Ζαμπέτα]