Το μπάσκετ Γυναικών δεν ξεκίνησε το 2021
18/09/2026
ΜΠΑΣΚΕΤ

Το μπάσκετ Γυναικών δεν ξεκίνησε το 2021

Χριστίνα Κατσαμούρη

Η αποτίμηση της πενταετίας, η πραγματική εικόνα της Α1 Γυναικών και το ερώτημα που δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google

Υπάρχουν δηλώσεις που περνούν ως μια απλή αποτίμηση μιας διοίκησης και υπάρχουν δηλώσεις που, ακριβώς επειδή αφορούν έναν ολόκληρο αθλητικό χώρο, χρειάζονται δεύτερη ανάγνωση.

Στην πρόσφατη απολογιστική συνέντευξη Τύπου της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, ο πρόεδρος της ΕΟΚ Βαγγέλης Λιόλιος υποστήριξε ότι «στο μπάσκετ γυναικών από το 2021 ως το 2026 είναι ένας άλλος κόσμος» και χαρακτήρισε το 2021 την Α1 γυναικών «μη πρωτάθλημα», προσθέτοντας ότι η Α2 «κατέρρεε». Παράλληλα, ανέφερε ότι σήμερα το πρωτάθλημα είναι πολύ δυνατό, ότι οι ελληνικές ομάδες προχωρούν στην Ευρώπη και ότι η Α2 έχει γίνει πιο ελκυστική.

Η ίδια η ΕΟΚ, βεβαίως, καταγράφει ότι η Α1 Γυναικών 2020-21 διεξήχθη κανονικά, με τον Παναθηναϊκό να κατακτά το πρωτάθλημα απέναντι στον Ολυμπιακό. Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια, αλλά η αφετηρία της συζήτησης.

Γιατί όταν επιχειρείται να αποτιμηθεί η κατάσταση του ελληνικού μπάσκετ γυναικών το 2026, δεν γίνεται να δημιουργείται η εντύπωση ότι πριν από το 2021 υπήρχε ένα άθλημα χωρίς ιστορία, χωρίς ποιότητα, χωρίς παίκτριες, χωρίς ανταγωνισμό και χωρίς σημαντικές ομάδες. Το ελληνικό μπάσκετ γυναικών υπήρχε και μάλιστα είχε αφήσει σημαντικό αποτύπωμα.

εθνική

Η ιστορία δεν ξεκινά το 2021

Η Ελλάδα δεν έφτασε τυχαία στην τέταρτη θέση του Ευρωμπάσκετ του 2017. Η Εθνική Γυναικών εκείνης της γενιάς κέρδισε ομάδες όπως η Σερβία, η Ρωσία και η Τουρκία και εξασφάλισε την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018. Η ίδια η ΕΟΚ χαρακτηρίζει την τέταρτη θέση του 2017 ως τη μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής ομάδας σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.

Και δεν μιλάμε για μια γενιά που αναδείχθηκε σε κάποιο κενό. Μιλάμε για αθλήτριες όπως η Εβίνα Μάλτση, η Λολίτα Λύμουρα, η Ζωή Δημητράκου, η Στέλλα Καλτσίδου και πολλές ακόμη διεθνείς παίκτριες που αποτέλεσαν τον κορμό μιας Εθνικής ομάδας με παρουσία σε μεγάλες διοργανώσεις για πάρα πολλά χρόνια.

Οι κορυφαίες Ελληνίδες έπαιζαν στο ελληνικό πρωτάθλημα

Δεν ήταν αυτονόητο ότι μια Ελληνίδα διεθνής θα έφευγε από την Ελλάδα για να βρει ανταγωνισμό, χρήματα και πρωταγωνιστικό ρόλο στο εξωτερικό, όπως είναι πια τώρα. Υπήρχαν ελληνικοί σύλλογοι που επένδυαν στις κορυφαίες αθλήτριες και μπορούσαν να τις κρατήσουν ή να τις επαναφέρουν, όπως για παράδειγμα είχε συμβεί με την Εβίνα Μάλτση και την Ζωή Δημητράκου.

Μην ξεχνάμε την ομάδα του Ολυμπιακού που για χρόνια το ρόστερ του αποτελούσε τις: Εβίνα Μάλτση, Στέλλα Καλτσίδου, Εβίνα Σταμάτη, Όλγα Χατζηνικολάου, Κατερίνα Σωτηρίου, Αγγελική Νικολοπούλου και άλλες. Ή την ομάδα του Αθηναϊκού το 2010 με την κατάκτηση τριών κυπέλλων με την ομάδα να κατακλύζεται από Ελληνίδες, Λολίτα Λύμουρα, Δήμητρα Καλέντζου, Κατερίνα Χαλικιά, Κατερίνα Σωτηρίου, Όλγα Χατζηνικολάου και άλλες, όλες παίκτριες εθνικής ομάδας.

αθηναικοσ

Καθώς υπήρχε τόσο το μπάτζετ όσο και ο χώρος στο πρωτάθλημα ώστε να πρωταγωνιστήσουν, με τις ξένες να είναι μόνο δύο μέχρι και το 2017 που έγιναν τρεις. Άρα οι ελληνίδες ήταν ο βασικός κορμός του ελληνικού πρωταθλήματος.

Υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων, πέρα από τα δύο μεγαλύτερα ονόματα. Ο Φάρος Κερατσινίου, η Δάφνη Αγίου Δημητρίου, ο ΠΑΟΚ, ο Πανιώνιος, η Νίκη Λευκάδας, ο Πρωτέας Βούλας και άλλες ομάδες είχαν πρωταγωνιστικό ή ανταγωνιστικό ρόλο. Η ΕΟΚ, για παράδειγμα, καταγράφει το 2017-18 τον Φάρο Κερατσινίου στη δεύτερη θέση της βαθμολογίας μετά από 13 αγωνιστικές, ενώ η Δάφνη Αγίου Δημητρίου βρισκόταν στην τέταρτη θέση.

Λίγους μήνες αργότερα, σε ένα πρωτάθλημα που μόνο «άδειο» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, η Δάφνη και η Νίκη Λευκάδας έπαιξαν έναν αγώνα που χρειάστηκε έξι παρατάσεις για να κριθεί, με τη Νίκη να επικρατεί 109-106.

Αυτά δεν αποδεικνύουν ότι το παρελθόν ήταν τέλειο, αποδεικνύουν όμως ότι η ιστορία του μπάσκετ γυναικών δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία φράση περί «μη πρωταθλήματος».

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το πρωτάθλημα βελτιώθηκε

Το πρωτάθλημα του 2026 έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν κάποιες ομάδες που έχουν αυξήσει σημαντικά τους προϋπολογισμούς τους, επενδύουν σε ξένες αθλήτριες, συμμετέχουν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και προσπαθούν να δημιουργήσουν συνθήκες υψηλότερου επιπέδου. Επιπλέον έχουν επιστρέψει αντίστοιχα και στην Ελλάδα μερικές από τις κορυφαίες Ελληνίδες όπως η Μαριέλλα Φασούλα, Πηνελόπη Παυλοπούλου, Άρτεμις Σπανού και άλλες. Αυτό είναι πραγματικό και πρέπει να αναγνωριστεί.

Η ίδια η ΕΟΚ παρουσιάζει την Α1 της σεζόν 2025-26 ως πρωτάθλημα με 11 ομάδες και περισσότερες από 200 αθλήτριες, ενώ για πρώτη φορά δημοσιεύει οργανωμένα βραβεία και καλύτερες πεντάδες, μεταξύ αυτών και ξεχωριστή καλύτερη πεντάδα Ελληνίδων.

Όμως εδώ βρίσκεται και η ουσία. Αλλο η αύξηση του αγωνιστικού προϊόντος στην κορυφή και άλλο η συνολική ανάπτυξη του μπάσκετ γυναικών. Το ένα δεν συνεπάγεται αυτομάτως το άλλο.

Το γεγονός ότι ορισμένοι σύλλογοι έχουν πλέον μεγαλύτερα μπάτζετ δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το οικοδόμημα γύρω από το πρωτάθλημα έχει γίνει ισχυρότερο. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κενό στη σημερινή συζήτηση.

Ποιος δημιούργησε μεγάλο μέρος της σημερινής αγωνιστικής εικόνας;

Η βελτίωση της Α1 δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της ομοσπονδίας, είναι σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα των ίδιων των συλλόγων. Οι ομάδες που σήμερα διαθέτουν μεγαλύτερα μπάτζετ, αναζητούν καλύτερες ξένες, επενδύουν σε προπονητές, οργανώνουν καλύτερα τα ρόστερ τους και προσπαθούν να σταθούν στην Ευρώπη, το κάνουν επειδή αντιλαμβάνονται ότι το επίπεδο του μπάσκετ γυναικών διεθνώς ανεβαίνει.

Οι σύλλογοι βλέπουν τι συμβαίνει στην Ευρώπη και προσπαθούν να ακολουθήσουν. Άρα η αύξηση του ανταγωνισμού είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αποδοθεί μονοδιάστατα. Και υπάρχει ένας τρόπος να το δούμε πολύ απλά, αν αύριο κάποιοι από τους συλλόγους που σήμερα επενδύουν περισσότερο σταματήσουν να επενδύουν, πόσο από αυτό το «νέο μοντέλο» θα παραμείνει;

Η θέση της Ελληνίδας αθλήτριας

Η ανάπτυξη ενός πρωταθλήματος γυναικών δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσο καλές είναι οι ξένες που έρχονται. Πρέπει να μετριέται και από το πόσο σημαντικές είναι οι Ελληνίδες που παίζουν σε αυτό. Ποια είναι η θέση των κορυφαίων ελληνίδων στο ελληνικό πρωτάθλημα όταν πλέον οι επιτρεπτές ξένες είναι πέντε; Και πως μπορούν οι διεθνείς μας αθλήτριες να πρωταγωνιστήσουν πραγματικά.

Στην καλύτερη πεντάδα της Α1 για τη σεζόν 2025-26, όπως την ψήφισαν προπονητές, προπονήτριες και αθλήτριες, υπάρχει μία Ελληνίδα, η Ελεάννα Χριστινάκη. Στη δεύτερη καλύτερη πεντάδα υπάρχουν δύο ακόμη Ελληνίδες, η Πηνελόπη Παυλοπούλου και η Ιωάννα Κριμίλη. Η ΕΟΚ ανέδειξε επίσης ξεχωριστή καλύτερη πεντάδα Ελληνίδων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται Παυλοπούλου, Κριμίλη, Χριστινάκη, Άρτεμις Σπανού και Διαμάντω Αλεξιά.

Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ελληνικό ταλέντο, ταυτόχρονα, όμως, γεννά ένα εύλογο ερώτημα, πόσο χώρο έχει πραγματικά η Ελληνίδα για να εξελιχθεί μέσα στο κορυφαίο επίπεδο; Δεν είναι πρόβλημα να έρχονται ξένες αθλήτριες υψηλού επιπέδου, το αντίθετο. Ο ανταγωνισμός με καλύτερες παίκτριες μπορεί να ανεβάσει και τις Ελληνίδες.

Πρόβλημα δημιουργείται όταν η ξένη αθλήτρια δεν λειτουργεί ως συμπλήρωμα ενός αναπτυξιακού μοντέλου αλλά ως υποκατάστατο της παραγωγής και εξέλιξης Ελληνίδων παικτριών. Γιατί τότε μπορεί να έχουμε καλύτερες ομάδες, χωρίς να έχουμε αναγκαστικά καλύτερη παραγωγή Ελληνίδων παικτριών και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.

Τα 4 εκατομμύρια ευρώ και η δύσκολη ερώτηση

Ο πρόεδρος της ΕΟΚ υποστήριξε ότι το 2021 το αναπτυξιακό πρόγραμμα της Ομοσπονδίας ήταν ουσιαστικά μηδενικό και ότι σήμερα η ΕΟΚ δαπανά 4 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για το αναπτυξιακό πρόγραμμα, χρήματα που, όπως είπε, προήλθαν από χορηγούς.

Αν το ποσό αυτό είναι πράγματι ο ετήσιος πόρος που κατευθύνεται στην ανάπτυξη, τότε η συζήτηση δεν πρέπει να σταματά στο «πόσα χρήματα δαπανώνται», αλλά πρέπει να συνεχίζεται με πιο δύσκολα ερωτήματα, όπως τι ακριβώς παράγουν αυτά τα χρήματα για το μπάσκετ Γυναικών;

Πόσα παιδιά μπαίνουν στα γήπεδα, πόσα παραμένουν, πόσες αθλήτριες φτάνουν στην Α1, πόσες φτάνουν στην Εθνική, πόσες έχουν τη δυνατότητα να προπονούνται σε αξιοπρεπείς εγκαταστάσεις, πόσα σωματεία έχουν σταθερή πρόσβαση σε προπονητικές ώρες, πόσες διοργανώσεις δημιουργούνται αποκλειστικά για να προσελκύσουν κορίτσια στο μπάσκετ, πόσο από αυτό το ποσό καταλήγει μετρήσιμα και άμεσα στο μπάσκετ γυναικών;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν, γιατί η ανάπτυξη δεν είναι ένας αριθμός στον προϋπολογισμό αλλά το αποτέλεσμα που φαίνεται.

Γιατί δεν αρκεί ένα μεγαλύτερο μπάτζετ

Οι εγκαταστάσεις παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού αθλητισμού. Δεν γίνεται να μιλάμε για υψηλό επίπεδο και την ίδια στιγμή αθλήτριες να προπονούνται ή να αγωνίζονται σε γήπεδα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου πρωταθλήματος, να είναι σπασμένα και παλιά.

Δεν γίνεται να ζητάμε από την Εθνική Γυναικών να πρωταγωνιστεί και να μην υπάρχει ένα σταθερό, υψηλού επιπέδου πλαίσιο για την προετοιμασία της, γήπεδο, πλάνο κτλ. Δεν γίνεται επίσης να μιλάμε για ανάπτυξη χωρίς να συζητάμε συστηματικά για την ασφάλιση, την ιατρική κάλυψη, τις συνθήκες εργασίας και την προστασία των αθλητριών, τόσο της εθνικής όσο και της Α1 κατηγορίας.

Και, κυρίως, δεν γίνεται να μιλάμε για ανάπτυξη όταν το μπάσκετ γυναικών εξακολουθεί να μην έχει την ίδια προβολή, την ίδια επικοινωνιακή στρατηγική και την ίδια εμπορική αντιμετώπιση που έχει αυτό των αδνρών. Για πρώτη φορά μεταδίδονται τηλεοπτικά σε κρατικό κανάλι παιχνίδια του πρωταθλήματος, αυτό είναι γεγονός και δεν αμφισβητείται.

Η εγκατάλειψη μιας ομάδας δεν είναι «ανάπτυξη»

Ένα πρωτάθλημα δεν κρίνεται μόνο από την ποιότητα των δύο ή τριών κορυφαίων ομάδων, κρίνεται και από το αν οι ομάδες που συμμετέχουν μπορούν να ολοκληρώσουν τη σεζόν με στοιχειώδεις προδιαγραφές.

Όταν ένας σύλλογος μπαίνει σε μια εθνική κατηγορία χωρίς να έχει πραγματικά εξασφαλίσει ότι μπορεί να ανταποκριθεί οικονομικά και οργανωτικά και στη συνέχεια αποχωρεί ή καταρρέει στη μέση της αγωνιστικής περιόδου, δεν επηρεάζεται μόνο ο ίδιος. Επηρεάζονται οι αντίπαλοι, η βαθμολογία, τα αποτελέσματα, ο προγραμματισμός, οι αθλήτριες και οι εργαζόμενοι και τελικά αλλοιώνεται η αξιοπιστία της ίδιας της διοργάνωσης.

Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο η έννοια της «αναβάθμισης» πρέπει να αποκτήσει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο, δηλαδή, ποια είναι τα ελάχιστα οικονομικά, διοικητικά, γηπεδικά και ασφαλιστικά κριτήρια που πρέπει να πληροί ένας σύλλογος πριν πάρει θέση σε μια εθνική κατηγορία;

Το ερώτημα δεν είναι τιμωρητικό, είναι προστατευτικό και πρώτα απ' όλα για τις ίδιες τις αθλήτριες, γιατί ξαφνικά και οι ίδιες ενώ έχουν υπογράψει ιδιωτικά συμφωνητικά, βρίσκονται στο τίποτα, χωρίς ομάδα και οικονομικές απολαβές.

Επαγγελματισμός στα λόγια, ερασιτεχνισμός στην πράξη;

Στην ίδια συνέντευξη ο πρόεδρος της ΕΟΚ μίλησε για «επαγγελματικά σωματεία, ημιεπαγγελματικά και ερασιτεχνικό αθλητισμό». Εδώ χρειάζεται επίσης ακρίβεια στους όρους. Το ότι ένας σύλλογος λειτουργεί με μεγαλύτερο προϋπολογισμό, πληρώνει αθλήτριες και έχει επαγγελματικά χαρακτηριστικά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το πρωτάθλημα έχει μετατραπεί σε θεσμικά οργανωμένη επαγγελματική λίγκα.

Το ισχύον αθλητικό πλαίσιο διαχωρίζει τον επαγγελματικό από τον ερασιτεχνικό αθλητισμό και προβλέπει ειδική θεσμική δομή για τις επαγγελματικές κατηγορίες. Η Α1 Γυναικών δεν έχει μετατραπεί σε αντίστοιχη επαγγελματική λίγκα με τη δομή που συναντάται στην επαγγελματική καλαθοσφαίριση των αδνρών.

Αυτό έχει σημασία γιατί η λέξη «επαγγελματισμός» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως περιγραφή ενός μεγαλύτερου μπάτζετ. Ο πραγματικός επαγγελματισμός σημαίνει θεσμούς, συμβάσεις, εργασιακές εγγυήσεις, ασφάλιση, ελεγχόμενες συνθήκες εργασίας, οικονομική διαφάνεια και σταθερότητα. Και εκεί βρίσκεται ακόμη ένας δρόμος που πρέπει να διανυθεί.

Η ανάπτυξη δεν είναι μόνο η κορυφή

Η ΕΟΚ έχει κάνει αναμφίβολα βήματα στο αναπτυξιακό κομμάτι. Η ίδια η Ομοσπονδία παρουσιάζει σειρά δράσεων για κορίτσια, προπονήσεις μικτών ομάδων και Τουρνουά Ενώσεων, ενώ υπάρχουν πλέον οργανωμένες δράσεις ανάπτυξης σε επίπεδο κοριτσιών και αυτό είναι πολύ θετικό.

Αλλά ακριβώς επειδή υπάρχουν πλέον πόροι και οργανωμένες δράσεις, οι απαιτήσεις πρέπει να είναι μεγαλύτερες. Δεν αρκεί να δημιουργούνται προπονήσεις, πρέπει να δημιουργείται διαδρομή. Από το σχολείο στον σύλλογο, από τον σύλλογο στην ένωση, από την ένωση στις μικτές ομάδες, από τις μικτές στις εθνικές ηλικιακές ομάδες και από εκεί στην Εθνική Γυναικών και στην Α1. Αν σε κάποιο σημείο αυτής της αλυσίδας η αθλήτρια χάνεται, τότε η ανάπτυξη δεν ολοκληρώνεται.

Το μπάσκετ γυναικών χρειάζεται δική του στρατηγική

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπίζεται το μπάσκετ γυναικών ως μια μικρότερη εκδοχή των αδνρών, γιατί δεν είναι. Έχει διαφορετική αγορά, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικό ιστορικό, διαφορετικές ανάγκες προσέλκυσης αθλητριών και διαφορετικές κοινωνικές προκλήσεις.

Χρειάζεται δική του στρατηγική, marketing, τηλεοπτική και ψηφιακή προβολή. Χρειάζεται ιστορίες αθλητριών, γεμάτα γήπεδα όχι μόνο όταν παίζει η Εθνική, διοργανώσεις για κορίτσια που να είναι γιορτή του μπάσκετ, συνεργασία με σχολεία. Χρειάζεται περισσότερες γυναίκες προπονήτριες, διαιτητές, στελέχη και δημοσιογράφους. Και χρειάζεται, κυρίως, να αντιμετωπίζεται η αθλήτρια όχι ως «προϊόν» μιας διοργάνωσης αλλά ως ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο χτίζεται η διοργάνωση.

Και μια τελευταία παρατήρηση

Στην ίδια την απολογιστική συνέντευξη του προέδρου της ΕΟΚ, ο Βαγγέλης Λιόλιος αναγνώρισε ότι «ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε μια γυναίκα δημοσιογράφος», σημειώνοντας μάλιστα ότι υπάρχουν πολύ καλές γυναίκες επαγγελματίες στον χώρο και ότι «η ευθύνη είναι δικιά μου».

Αυτό δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια της συγκεκριμένης συνέντευξης, είναι ένα σύμπτωμα του προβλήματος. Όταν συζητάμε για το μπάσκετ γυναικών, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ακούγονται οι αθλήτριες, οι προπονήτριες, οι παράγοντες των ομάδων γυναικών. Οι γυναίκες που εργάζονται στο άθλημα και, φυσικά, οι γυναίκες δημοσιογράφοι που καλύπτουν καθημερινά τον χώρο, επειδή η πολυφωνία σε ένα άθλημα που θέλει να αναπτυχθεί είναι απαραίτητη.

ethnikh

Δεν χρειάζεται να μηδενίσουμε το σήμερα για να υπερασπιστούμε το χθες

Το ελληνικό μπάσκετ γυναικών του 2026 δεν χρειάζεται να απολογηθεί επειδή έχει γίνει καλύτερο σε ορισμένα επίπεδα. Αλλά ούτε χρειάζεται να ξαναγραφτεί η ιστορία για να αποδειχθεί αυτή η βελτίωση.

Το πρωτάθλημα του παρελθόντος είχε σπουδαίες Ελληνίδες, σημαντικές ομάδες, ανταγωνισμό και μια Εθνική ομάδα που έφτασε στην τέταρτη θέση της Ευρώπης και συμμετοχή σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα. Το σημερινό πρωτάθλημα έχει περισσότερες οικονομικές δυνατότητες σε ορισμένους συλλόγους, μεγαλύτερη παρουσία ξένων αθλητριών, ομάδες που επενδύουν περισσότερο και μια Ομοσπονδία που υποστηρίζει ότι διαθέτει πλέον σημαντικούς πόρους για την ανάπτυξη.

Μπορούν να ισχύουν και τα δύο και ακριβώς γι' αυτό η συζήτηση πρέπει να πάει ένα βήμα παραπέρα. Το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε αν το 2021 ήταν «μη πρωτάθλημα» ή αν το 2026 είναι «ένας άλλος κόσμος». Το ζητούμενο είναι να απαντήσουμε σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, τι πρωτάθλημα θέλουμε να έχουμε το 2030;

Ένα πρωτάθλημα με δύο-τρεις ομάδες που μπορούν να επενδύσουν και τις υπόλοιπες να προσπαθούν να επιβιώσουν;
Ή ένα πρωτάθλημα στο οποίο οι ομάδες θα είναι οικονομικά βιώσιμες, οι αθλήτριες θα έχουν πραγματικές εργασιακές και ασφαλιστικές εγγυήσεις, οι Ελληνίδες θα έχουν ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής και διαδρομή εξέλιξης, οι εγκαταστάσεις θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις, τα παιδιά θα γνωρίζουν το άθλημα από μικρή ηλικία και το προϊόν θα έχει τη θέση που του αξίζει στην αθλητική αγορά;

Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση και αυτή δεν αφορά μόνο την ΕΟΚ. Αφορά τα σωματεία, τις ενώσεις, τους προπονητές, τις αθλήτριες, τους χορηγούς, τα μέσα ενημέρωσης και την Πολιτεία.

Γιατί το μπάσκετ Γυναικών δεν χρειάζεται να του χαριστεί τίποτα, χρειάζεται να του δοθεί αυτό που του αναλογεί.

Ακολούθησε το GWomen στο instagram

Στείλε μας νέα, ιδέες, προτάσεις, απορίες για τον γυναικείο αθλητισμό στο [email protected]