ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΟ GAZZETTA.GR

Χίλσμπορο: Ο δρόμος της αλήθειας (pics)

Πέρασαν 27 χρόνια από εκείνη την αποφράδα ημέρα. Το Λίβερπουλ και το αγγλικό ποδόσφαιρο θρηνεί ακόμα τις 96 ψυχές που πήγαν στο γήπεδο και δεν γύρισαν ποτέ στο σπίτι τους. Το gazzetta.gr καταγράφει τον μακρύ δρόμο της υπόθεσης, μέχρι την δικαίωση για τον άδικο χαμό των οπαδών της Λίβερπουλ...

Χίλσμπορο: Ο δρόμος της αλήθειας (pics)

Πριν η Sun βγάλει το εμετικό πρωτοσέλιδο, με το οποίο έριχνε λάσπη στους νεκρούς, η σκευωρία εις βάρος των οπαδών είχε ήδη σχεδιαστεί. Λίγο μετά τη σέντρα του αγώνα της Λίβερπουλ με τη Νότιγχμαμ Φόρεστ στις 15 Απριλίου του 1989, όταν ελάχιστοι είχαν καταλάβει ότι κόσμος πέθαινε στο Χίλσμπορο του Σέφιλντ, η αστυνομία ζήτησε ενισχύσεις και σκυλιά, θεωρώντας πως οι άτακτοι χούλιγκαν επιχειρούν εισβολή στο γήπεδο, διαρρέοντας πως οι 96 θάνατοι ήταν αποκλειστικά ευθύνη δική τους. Από τότε, πέρασαν πολλά χρόνια, αλλά οι οικογένεις των θυμάτων δεν το έβαλαν κάτω. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στην αποκατάσταση της αλήθειας και στη δικαιοσύνη για τα θύματα.

Ανήμερα της 27ης επετείου, το gazzetta.gr, βασισμένο κατά κύριο λόγω στο μεγάλο αρχείο της Liverpool Echo, ξετυλίγει το κουβάρι της υπόθεσης, που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα.

Οι πρώτες λάθος πληροφορίες

Το ματς ήταν προγραμματισμένο για τις 3.00 μ.μ. Όταν έγινε κατανοητό πως κάτι δεν πάει καλά, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο γήπεδο, επιχείρησαν να κλείσουν αρχικά την είσοδο της θύρας που οδηγούσε στον αγωνιστικό χώρο, από την οποία μέρος του πλήθους βγήκε στο χορτάρι για να γλιτώσει τη συντριβή και έσπρωχναν πίσω εκείνους που σκαρφάλωναν τα κάγκελα για να σωθούν. Λίγη ώρα μετά, κατάλαβαν ότι οι πορτούλες αυτές αποτελούσαν στην πραγματικότητα την μοναδική διέξοδο για τον παγιδευμένο κόσμο. Αμέλεια δεν υπήρχε μόνο από τις αστυνομικές, αλλά και από τις νοσοκομειακές αρχές, όπως αποδείχθηκε από το πόρισμα της Ανεξάρτητης Επιτροπής που δημοσιεύτηκε το 2012. 

Στα ασθενοφόρα μεταφέρθηκε η πληροφορία πως το όλο συμβάν δεν είναι τίποτα άλλο παρά οπαδική σύγκρουση και στην αρχή κανείς δεν ειδοποίησε νοσοκομειακό προσωπικό και γιατρούς. Η παρέμβαση έγινε με μεγάλη καθυστέρηση και αφού οι ίδιοι οι οπαδοί, χρησιμοποιώντας διαφημιστικές πινακίδες για φορεία, μετέφεραν κόσμο στα ασθενοφόρα που βρίσκονταν  εκτός. Η πραγματικότητα, όπως την καταγράφει η Liverpool Echo, είναι τραγική. Γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό στέκονταν λίγα βήματα μακριά, αλλά δεν επενέβησαν, καθώς δεν τους επέτρεπαν την είσοδο. Η Αστυνομία του Νοτίου Γιόρκσαϊρ σε συνέντευξη Τύπου ανακοίνωσε στη συνέχεια πως «3.000 οπαδοί έφτασαν δέκα λεπτά πριν τη σέντρα», ενώ εκπρόσωπος των αρχών δήλωσε στο ITV ότι 500 επιπλέον μπήκαν χωρίς εισιτήριο.

Οι ευθύνες στον κόσμο

Την επόμενη μέρα, η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ φτάνει στον τόπο της τραγωδίας. Ο Γραμματέας Τύπου της κυβέρνησης, Μπέρναρντ Ίνγκαμ δηλώνει: «Η τραγωδία του Χίλσμπορο δεν θα είχε γίνει ποτέ, αν ο όχλος, ξεκάθαρα μεθυσμένος, δεν προσπαθούσε να μπει με τη βία στο γήπεδο». Οι έλεγχοι για αλκοόλ που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της νεκροψίας γίνονται μέχρι και σε παιδάκια 10 ετών, αφού η αστυνομία έψαχνε στηρίγματα για τους ισχυρισμούς της. Τέσσερις μέρες μετά το συμβάν και με τον κόσμο να είναι ακόμα συγκλονισμένος, η Sun βγάζει το επίμαχο πρωτοσέλιδο. 

Κατηγορεί τους μεθυσμένους οπαδούς ότι έκλεβαν πτώματα και ουρούσαν πάνω σε αστυνομικούς και νοσηλευτές, ενώ προσθέτει ότι  κάποιοι επιτέθηκαν σε γιατρούς που προσπαθούσαν να κάνουν τεχνητή αναπνοή στα θύματα. Το "ρεπορτάζ" βασίζεται σε διαρροές από την αστυνομία και την κυβέρνηση και μέρος του φιλοξενήθηκε και σε άλλα Μέσα. Δυο μέρες μετά, ο Υπουργός Εσωτερικών κάνει λόγο για 19 τραυματίες αστυνομικούς, δίνοντας ουσιαστικά βάση στα δημοσιεύματα. Ποτέ όμως δεν δόθηκαν στοιχεία και αποδείξεις για τις δηλώσεις του. Δεν υπήρξε ούτε μια καταγραφή από μαρτυρία και οπτικοακουστικό υλικό που να δείχνει κάτι τέτοιο και ο Λόρδος Τέιλορ στην μετέπειτα αναφορά του δεν έλαβε υπόψη τις καταγγελίες.

Η πρώτη δικαίωση

Η αναφορά του δικαστή Τέιλορ, που ανέλαβε την υπόθεση, ολοκληρώθηκε στις 4 Αυγούστου. Το πόρισμά του βγήκε μετά την εκτίμηση 3.776 εγγράφων καταθέσεων, 1.550 επιστολών, 71 ωρών βίντεο και εξέταση 174 μαρτύρων.  Είδε το φως τις δημοσιότητας ολόκληρο τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς, αλλά το σημαντικό ήταν πως σύμφωνα με τον δικαστή, η τραγωδία οφειλόταν στην αποτυχία του αστυνομικού ελέγχου. Απέδωσε ευθύνες τόσο στις Αρχές, όσο και στην Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, στο Δημοτικό Συμβούλιο του Σέφιλντ για το γήπεδο, αλλά και στη Σέφιλντ Γουένσντεϊ.  Όμως, απάλλαξε τους οπαδούς της Λίβερπουλ από κάθε κατηγορία και μάλιστα τους απένειμε τα εύσημα για την συμμετοχή τους στην επιχείρηση διάσωσης. 

Κυρίως, έριχνε την ευθύνη στον Ντέιβιντ Ντάκενφιλντ, επικεφαλής της Αστυνομικής δύναμης για την αναμέτρηση. Αφενός για την απόφασή του να ανοίξει τη θύρα χωρίς να μπορεί να καθοδηγήσει τον όγκο των οπαδών, αλλά και για την αποτυχία του να δράσει εγκαίρως μετά το συμβάν και για τη διάδοση ψευδών στοιχείων. Στις 11 Ιουλίου, αμέσως μετά την κατάθεση του πορίσματος, ο Ντάκενφιλντ τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ξεκίνησε ΕΔΕ για τις κατηγορίες που τον βάραιναν. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά παραιτείται από το σώμα για λόγους υγείας και ο πειθαρχικός έλεγχος δεν προχωρά.

«Τυχαίοι θάνατοι»

Ένα χρόνο μετά την τραγωδία, ξεκινούν οι ανακρίσεις, παρότι η εισαγγελία δεν έχει ακόμα αποφασίσει για το αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις. Λεπτομέρειες για κάθε θύμα, συμπεριλαμβανομένων και των ιατροδικαστικών ευρημάτων για το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα τους διαβάζονται στο σώμα ενόρκων από τους εκπροσώπους της Αστυνομίας, οι οποίοι κατηγορούνται ξανά για καταγγελίες χωρίς την δυνατότητα κατ' αντιπαράστασης εξέτασης, δηλαδή χωρίς να ακούγονται και οι δύο πλευρές και χωρίς να είναι παρόντες όλοι οι εμπλεκόμενοι. Στις 14 Αυγούστου του 1990, ο εισαγγελέας αποφασίζει να μην ασκήσει ποινικές διώξεις, λόγω ελλιπών αποδεικτικών στοιχείων. 

Μετά και την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ο ανακριτής καταλήγει ότι τα θύματα είχαν χάσει τη ζωή τους από ασφυξία μέχρι τις 3.15, «ακυρώνοντας» έτσι όλες τις καταγγελίες για την έλλειψη αποτελεσματικής παρέμβασης από τις αρχές, με το επιχείρημα ότι "ήταν πολύ αργά". Αρκετές μαρτυρίες προέρχονται από κατοίκους και άτομα που βρέθηκαν έξω από το γήπεδο, στηρίζοντας τις κατηγορίες για μεθυσμένους οπαδούς χωρίς εισιτήρια, παρά το πόρισμα του δικαστή Τέιλορ που τις είχε απορρίψει. Στις 28 Μαρτίου του 1991, μετά από 90 μέρες, βγαίνει η ετυμηγορία: Τυχαίοι θάνατοι. 

Η μάχη των οικογενειών

Εννιά μήνες μετά το τέλος της ανακριτικής διαδικασίας και μη μπορώντας να χωνέψουν τα περί τυχαίων θανάτων, έξι οικογένειες που εξασφάλισαν αναφορές από γιατρούς για το ότι οι συγγενείς τους δεν ήταν νεκροί μέχρι τις 3.15 ούτε πέθαναν από τραυματική ασφυξία, κατέθεσαν υπομνήματα στην Εισαγγελία ζητώντας νέες ανακρίσεις. Η αίτησή τους απορρίφθηκε, αλλά συνέχισαν και τελικά, περίπου δύο χρόνια αργότερα, η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο και πάλι. Ο δικαστής ΜακΚόουαν συμφωνεί με την εκδοχή του ανακριτή, απορρίπτοντας τα στοιχεία που έδειχναν ότι υπήρχαν ζωντανοί μετά τις 3.15, με την αιτιολογία πως ο φάκελος του ιατροδικαστή που έδειχνε το αντίθετο ήταν πλήρης. Οι οικογένειες όμως ήταν αποφασισμένες να συνεχίσουν. 

Η Αν Γουίλιαμς, η οποία έχασε τον 15χρονο γιο της στο Σέφιλντ, ξεκινά να επικοινωνεί με ΜΜΕ, δίνοντάς τους τα στοιχεία που εκείνη και οι υπόλοιποι συγγενείς θυμάτων είχαν συγκεντρώσει. Τον Ιούνιο του 1994, βγαίνει στον «αέρα» στην εκπομπή επικαιρότητας Τhe Cook Report του ITV. Ο βουλευτής Σερ Μάλκολμ Θόρντον, οκτώ μήνες αργότερα, παρουσιάζει στη Βουλή των Κοινοτήτων τους ισχυρισμούς της και ο Γενικός Εισαγγελέας ζητάει τις αποδείξεις γραπτώς. Κλειδί για την υπόθεση αποτελεί η νέα μαρτυρία του Τόνι Έντουαρντς, ενός νεαρού τότε βοηθού σε ασθενοφόρο, ο οποίος αφού κατάφερε να σπάσει τον αστυνομικό κλοιό, μπήκε στο γήπεδο στις 3.35.

Οι αναφορές τις αστυνομίας ξεκαθάριζαν πως δεν μπήκε ποτέ ασθενοφόρο στο γήπεδο εκείνη την ώρα, αλλά το υλικό από το βίντεο τις διέψευσε! Ο Τέιλορ, ο μοναδικός νοσηλευτής που έφτασε στο πέταλο, δεν κλήθηκε ποτέ ως μάρτυρας. Η κατάθεσή του επιβεβαίωσε τις αποδείξεις που είχαν συγκεντρώσει οι οικογένειες από τον εκτός υπηρεσία αστυνομικό εκείνη τη μέρα Ντέρεκ Μπρέντερ και την Ντέμπρα Μάρτιν. Και οι δύο είπαν ότι 15χρονος, του οποίου η μητέρα έφτασε το θέμα στη Βουλή, δεν είχε πεθάνει πριν της 4.00. Ο Μπρέντεν ανέφερε ότι είχε σφυγμό στις 3.37 που τον έπιασε, ενώ η Μάρτιν τόνισε πως άνοιξε τα μάτια του και ψέλλισε «μητέρα» πριν πεθάνει. Και των δύο οι επίσημες καταθέσεις άλλαξαν μετά από επισκέψεις αξιωματούχων της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα να μην φτάσουν ποτέ στο δικαστήριο. Η Αν Γουίλιαμς κατέθεσε και δεύτερο υπόμνημα οκτώ μήνες μετά, το οποίο απορρίφθηκε επίσης.

Ένα νέο ντοκιμαντέρ που βγήκε το 1996 έφερε ξανά το θέμα στην επικαιρότητα, ενώ τον Μάιο του 1997, 34.000 άνθρωποι έδωσαν το «παρών» σε συναυλία που έγινε για να ακουστούν οι φωνές των οικογενειών και να συγκεντρωθούν χρήματα για τον σκοπό τους. Η προσφάτως εκλεχθείσα κυβέρνηση του εργατικού κόμματος υπόσχεται να «ακούσει» εκείνους που ζητούσαν δικαιοσύνη. Τον επόμενο μήνα, ο Υπουργός Εσωτερικών Τζακ Στρόου αναθέτει στον δικαστή Στούαρτ Σμιθ να εξιχνιάσει τις αποδείξεις. Καταλήγει στο ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για νέα έρευνα. Το Hillsborough Family Support Group αποφασίζει να δράσει μόνο του και κινείται νομικά κατά του επικεφαλής της Αστυνομίας Ντέιβιντ Ντάκενφιλντ και του επιθεωρητή Μπέρναντ Μάρεϊ, κατηγορώντας τους για ανθρωποκτονία και εσκεμμένη κακοδιαχείριση, καθώς και για παρεμπόδιση δικαιοσύνης. Μετά από δίκη έξι εβδομάδων, ο Μάρεϊ αθωώνεται. Για τον Ντάκενφιλντ το σώμα ενόρκων δεν καταλήγει σε κάποια απόφαση, ζητώντας περισσότερο χρόνο, τον οποίο ο δικαστής αρνείται. Μια ακόμα προσπάθεια πέφτει στο κενό.

Ο δρόμος της Ευρώπης

Τον Μάρτιο του 2001, η Αστυνομία του Νότιου Γιορκσάιρ αρνείται να αποκαλύψει τους αριθμούς των αποζημιώσεων που δόθηκαν σε αστυνομικούς και οικογένειες. Οι οικογένειες στέκονται στην άρνηση, τονίζοντας ότι αποδεικνύει πως δόθηκαν περισσότερα χρήματα σε αστυνομικούς, παρά για αποζημίωση των θυμάτων. Είχαν δίκιο. Ο αστυνομικός γιατρός Μάρτιν Λινγκ έλαβε 330.000 λίρες για μετατραυματικό σοκ, ενώ 1.2 εκατομμύρια μοιράστηκαν σε 14 αστυνομικούς. Ο Φιλ Χάμοντ, ο οποίος έχασε τον 14χρονο γιο του και έλαβε μόλις 3.500 λίρες, κάνει ανοιχτά λόγο για συγκάλυψη.

Τον Νοέμβριο του 2006, δύο χρόνια μετά τη συγγνώμη της Sun, ο εκδότης Κέλβιν ΜακΚένζι τονίζει ότι ο μόνος λόγος που η εφημερίδα απολογήθηκε ήταν επειδή το ζήτησε ο ίδιος ο Ρούπερτ Μέρντοχ και υποστηρίζει την αρχική εκδοχή της Sun ως την πραγματική. Ο κόσμος ξεσηκώνεται εκ νέου και η Αν Γουίλιαμς, μετά και την τρίτη απόρριψη του υπομνήματός της, αποφασίζει να ξεπεράσει τα σύνορα του Νησιού. Απευθύνεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τρία χρόνια μετά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αίτηση της κατατέθηκε ετεροχρονισμένα, καθώς έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε διάστημα έξι μηνών μετά την απόφαση του δικαστή Στιούαρτ Σμιθ. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από την τραγωδία και οι οικογένειες συνέχιζαν να συναντούν παντού «Πόντιους Πιλάτους».

Η σύσταση της Ανεξάρτητης Επιτροπής

Η 20η επέτειος του Χίλσμπορο συγκέντρωσε περίπου 30.000 ανθρώπους, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι η τοπική κοινωνία δεν ξεχνά, συνεχίζοντας τον αγώνα για δικαιοσύνη. Το παρών στο μνημόσυνο έδωσε ο Υπουργός αθλητισμού Άντι Μπέρνχαμ, ο οποίος βίωσε από πρώτο χέρι τις εκκλήσεις του κόσμου. Έτσι, αποφασίζει να δράσει. Μαζί με την βουλευτή Μαρία Ιγκλ ζητά πλήρη αποκάλυψη όλων των εγγράφων σχετικά με το Χίλσμπορο. Σχεδόν 4000 Μέρσεϊσαϊντερς κάνουν πορεία και παραδίδουν τις υπογραφές 40.000 ανθρώπων που ζητούν επιπλέον έρευνα.

 Ένα μήνα μετά, το Υπουργείο Εσωτερικών απαντά θετικά και ανακοινώνει ότι θα δώσει στη δημοσιότητα όλες τις πληροφορίες και ότι θα αναθέσει σε μια Ανεξάρτητη Επιτροπή την επίβλεψη τις διαδικασίας.  Την Επιτροπή αποτελούν ο καθηγητής εγκληματολογίας και συγγραφέας του «Hillsborough the Truth» Φιλ Σκρέιτον, η τηλεοπτική παραγωγός Κέιτι Τζόουνς, η οποία βρισκόταν πίσω από το σχετικό ντοκιμαντέρ, ο παρουσιαστής και δημοσιογράφος Πίτερ Σίσονς, ο γιατρός Μπιλ Κίρκαπ, ο πρώην αναπληρωτής Αστυνομικός Διευθυντής της Βορείου Ιρλανδίας Πολ Λέιτον, το μέλος του γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κριστίν Γκίφορντ και η Σάρα Τιάκ, πρώην εκτελεστικός διευθυντής του Ιδρύματος Εθνικών Αρχείων και υπεύθυνη για τα δημόσια έγγραφα. Ο Επίσκοπος του Λίβερπουλ προεδρεύει.

Η κυβέρνηση αντιστέκεται. Ζητά να μην δημοσιοποιηθεί κανένα έγγραφο που να σχετίζεται με την Μάργκαρετ Θάτσερ. Αυτή τη φορά συγκεντρώνονται διαδικτυακά 100.000 υπογραφές και το θέμα φτάνει στην Βουλή των Κοινοτήτων, η οποία τίθεται υπέρ της δημοσίευσης όλων των στοιχείων. Ο βουλευτής του Λίβερπουλ, Στιβ Ροδεραμ, ολοκληρώνει την ομιλία του διαβάζοντας τα ονόματα των θυμάτων και προκαλώντας ανατριχίλα. Αρκετοί βουλευτές μιλούν ανοιχτά για τα εμπόδια που αντιμετώπισαν όλα αυτά τα χρόνια όσοι ζητούσαν την αλήθεια. Πλέον, οι οικογένειες βλέπουν φως. Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Γενικός Εισαγγελέας Ντόμινικ Γκριβ δηλώνει δημόσια ότι περιμένει από την Επιτροπή στοιχεία, προκειμένου να ανοίξει ξανά την υπόθεση του 15χρονου Κέβιν Γουίλιαμς, η μάχη της μητέρας του οποίου συγκίνησε πολλούς. 

Η μεγάλη δικαίωση

Τα πρώτα έγγραφα που διαρρέουν δείχνουν ευθύνη αστυνομίας. Επίσης, αποδεικνύουν πως στελέχη της δηλώνουν ξεκάθαρα στον σύμβουλο της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι για όλα έφταιγαν οι «μεθυσμένοι και χωρίς εισιτήρια οπαδοί». Οι οικογένειες εξαγριώνονται, αλλά περιμένουν. Και στις 12 Σεπτεμβρίου, επιτέλους δικαιώνονται. Η αναφορά της Ανεξάρτητης Επιτροπής δημοσιεύεται και αθωώνει πλήρως τους οπαδούς.  Επιρρίπτει ευθύνες στην Αστυνομία για εγκληματικά λάθη, συγκάλυψη και παραποίηση καταθέσεων. Η μπάλα παίρνει και τις νοσοκομειακές αρχές. Σύμφωνα με το πόρισμα, η εσφαλμένη ενημέρωση ξεκίνησε από πρακτορείο ειδήσεων στο Σέφιλντ, αξιωματούχους της αστυνομίας, από τον εκπρόσωπο Τύπου της αστυνομίας και από ένα μέλος του κοινοβουλίου από την περιοχή. Παράλληλα, το συμπέρασμα ήταν πως αν υπήρχε διαφορετική προσέγγιση από όλες τις εμπλεκόμενες αρχές, 41 από τα 96 θύματα θα μπορούσαν να έχουν σωθεί, την ώρα που ο προβληματισμός της Θάτσερ ήταν το αν θα αμαυρωθεί η εικόνα της Αστυνομίας.

«Υπήρχαν ξεκάθαρες επιχειρησιακές αποτυχίες κατά τη διάρκεια της τραγωδίας και μετά από αυτήν υπήρχαν έντονες προσπάθειες να επιρρίψουν τις ευθύνες στους οπαδούς.Η λεπτομερής έκθεση της Επιτροπής δείχνει πόσο ευάλωτα είναι τα θύματα, οι επιζήσαντες και οικογένειες όταν η διαφάνεια και η λογοδοσία είναι σε κίνδυνο. Οι συνάδελφοί μου και εγώ ήμασταν από το ξεκίνημα της δουλειάς μας εντυπωσιασμένοι από την αξιοπρεπή επιμονή των θυμάτων», τόνισε ο Επίσκοπος Τζέιμς Τζόουνς, αναγκάζοντας τον Πρωθυπουργό Κάμερον να ζητήσει συγγνώμη, μαζί με τη Sun. Λυτρωμένα, τα μέλη των οικογενειών, δεν έμειναν εκεί. Ζήτησαν νέες έρευνες και δήλωναν αποφασισμένα κυνηγήσουν ποινικές διώξεις.

«Τα ευρήματα από την Ανεξάρτητη Επιτροπή για το Χίλσμπορο ήταν πραγματικά σοκαριστικά, αλλά αν και οι οικογένειες έχουν μάθει την αλήθεια, δεν τους έχει αποδοθεί δικαιοσύνη», δήλωσε η Υπουργός Εσωτερικών Τερέσα Μέι, δείχνοντας την πρόθεση να συνεχίσει την υπόθεση, που φτάνει ξανά στο Κοινοβούλιο, προκαλώντας νέες θετικές αντιδράσεις στις οικογένειες.