H πιο δίκαιη απόλυση του Γιαννακόπουλου!

Ο Αντώνης Καλκαβούρας κάνει τον απολογισμό των ημερών του Σάσα Τζόρτζεβιτς στον πάγκο του Παναθηναϊκού και παρ’ ότι τάσσεται αναφανδόν υπέρ της ολοκλήρωσης του έργου ενός προπονητή, δικαιολογεί την απομάκρυνση του Σέρβου τεχνικού.

H πιο δίκαιη απόλυση του Γιαννακόπουλου!

Στις 30 του περασμένου Ιουνίου όταν η «πράσινη» ΚΑΕ ανακοίνωνε επίσημα τη διετή συνεργασία με τον Σέρβο ομοσπονδιακό τεχνικό, οι αρχές πάνω στις οποίες θα βασιζόταν η δουλειά του νέου προπονητή του «τριφυλλιού», ήταν η αξιοποίηση των έμπειρων Ελλήνων του ρόστερ αλλά και των νέων ταλαντούχων παικτών από τις ακαδημίες και η δημιουργία μίας ομάδας που θα παίζει σύγχρονο και ελκυστικό μπάσκετ και θα «κερδίσει» τον κόσμο της. Ο στατικός και αδιάφορος τρόπος παιχνιδιού της ομάδας επί των ημερών του Ντούσκο Ιβάνοβιτς, άλλωστε, ήταν και ο λόγος της πρόωρης λύσης του συμβολαίου του Μαυροβούνιου τεχνικού, που κι αυτός, όπως και ο Σάσα Τζόρτζεβιτς, έφυγε έχοντας κατακτήσει το Κύπελλο (αποκλείοντας τον Ολυμπιακό) και οδηγήσει την ομάδα στα προημιτελικά της Ευρωλίγκα.

Για τρίτη συνεχή χρονιά, λοιπόν, η άνοιξη, βρίσκει τον Παναθηναϊκό με υπηρεσιακό προπονητή. Στις 7 Μάρτη του 2014, η εντός έδρας ήττα από την Λαμποράλ Κούτσα στο πλαίσιο του Top-16, προκάλεσε την απόλυση του Αργύρη Πεδουλάκη, που προερχόταν από την κατάκτηση ενός «ντάμπλ» κι ενός ακόμη Κυπέλλου! Στις 3 Μαϊου του 2015 και μετά την εντός έδρας ήττα από την ΤΣΣΚΑ και τον αποκλεισμό από το Final 4 της Μαδρίτης (με 1-3 στις νίκες), ο διοικητικός ηγέτης του «εξάστερου», έδειξε την πόρτα της εξόδου στον Ντούσκο Ιβάνοβιτς, ενώ φέτος το «σκούπισμα» (0-3 στις νίκες) των Βάσκων στους Κυπελλούχους Ελλάδας, ήταν η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής» για τον 48χρονο προπονητή και παλαίμαχο αστέρα του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή του

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας... Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος οραματίστηκε την εφετινή σεζόν με μεγάλες προσδοκίες. Γι’ αυτό το λόγο «χτένισε» την αγορά και αναζήτησε έναν άφθαρτο και ανερχόμενο προπονητή, που να εμπνέει σεβασμό στους παίκτες και να διαθέτει την απαραίτητα λαμπερή προσωπικότητα και το όνομα, για να «φτιάξει» τον κόσμο. Έναν coach που θα είχε το ειδικό βάρος και τον χαρακτήρα να «ξορκίσει» (σε έναν βαθμό τουλάχιστον, για να μην γινόμαστε ιερόσυλοι) το «φάντασμα» του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, που πλανάται εδώ και 4 χρόνια πάνω από τον «πράσινο» πάγκο. Ο «Σάλε» που υπήρξε τεράστιος παίκτης, είχε αφήσει εξαιρετικά δείγματα γραφής με την Εθνική Σερβίας (έχοντας διαχειριστεί μεγάλες προσωπικότητες), συγκέντρωνε πλήρως τα παραπάνω χαρακτηριστικά και προέρχεται από την σερβική σχολή, που έχει την μεγαλύτερη αποδοχή στην Ευρώπη.

Είχε ένα μειονέκτημα, όμως... Δεν είχε δουλέψει ποτέ σε έναν σύλλογο που ανήκει στην «ελίτ» του ευρωπαϊκού μπάσκετ και δεν είχε περάσει ποτέ από την διαδικασία του «μονταρίσματος» μίας ομάδας, που θα χτιστεί από το μηδέν και μέσα από ένα διάστημα 10 μηνών – που περιλαμβάνουν «ντερφορμάρισμα», τραυματισμούς, πολλά ταξίδια, συνεχόμενα παιχνίδια και λίγες προπονήσεις, φθορά σχέσεων, πίεση για το αποτέλεσμα και διεκδίκηση στόχων – θα κρίνεται συνεχώς και θα πρέπει να παρουσιάσει ένα παρουσιάσει ένα έργο που θα κριθεί από το win or loose… Αυτό το μειονέκτημα, βέβαια, δεν του στερούσε το δικαίωμα να προσπαθήσει, ίσα-ίσα μάλιστα, που ίσως και να είχε αργήσει. Όλοι από κάπου αρχίζουν, άλλωστε, ενώ μην ξεχνάτε ότι ο τεράστιος «Ζοτς» «ξύπνησε» προπονητής, λίγες ώρες αφότου, είχε «σκοτώσει» τον παίκτη μέσα του!

Πάμε να δούμε όμως, τι έκανε ο Σάσα Τζόρτζεβιτς στους 9,5 περίπου μήνες που δούλεψε στον Παναθηναϊκό, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, ότι ο διαφορετικός στόχος (τον οποίο καλλιέργησε και για τον οποίο επένδυσε περισσότερα χρήματα η διοίκηση) σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια ήταν, η επιστροφή της ομάδας στο Final 4 της Ευρωλίγκα. Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

Οι μετεγγραφές και η υπερβολή με Καλάθη!

Εκτιμώντας ότι το σύγχρονο μπάσκετ βασίζεται στα αθλητικά προσόντα, την ταχύτητα και την έκρηξη, ο Τζόρτζεβιτς προσπάθησε να ταιριάξει τον βαρύ και αργοκίνητο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό στην επίθεση, Μίροσλαβ Ραντούλιτσα (κοστολογήθηκε 1 εκατομμύριο Ευρώ, μετά από ένα 5μηνο πέρασμα από την Κίνα και λίγα παιχνίδια με τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς) και τον Γκιστ, με έναν κοντύτερο αθλητικό ψηλό και κατέληξε στον Τάϊους, ο οποίος, όμως, «έκλεισε» στην Εφές Αναντολού ξεπερνώντας το ένα εκατομμύριο Ευρώ για μονοετές συμβόλαιο. Η περίπτωση του Λάσμε (υπέγραψε στην Γαλατασαράϊ) δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα και η εμπλοκή του Παναθηναϊκού, έγινε μόνο λόγω της επιθυμίας του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ο Σέρβος τεχνικός «βολεύτηκε» με τον συμπατριώτη του Όγκνιεν Κούζμιτς, προσθέτοντας στο ρόστερ της ομάδας, έναν τρίτο «seven-footer» (μετά τους Ραντούλιτσα και Παπαγιάννη), όταν οι περισσότερες ομάδες της σύγχρονης εποχής, παίζουν χωρίς τον κλασσικό βαρύ σέντερ. Όλα αυτά, βέβαια, έγιναν λόγω του περιορισμού του budget που εν τω μεταξύ, ούτως ή άλλως είχε «ξεχειλώσει» λόγω του υπέρογκου συμβολαίου – που εκ του αποτελέσματος – αποδεικνύεται ότι προσφέρθηκε στο Νικ Καλάθη και το οποίο ήταν προϊόν υπόσχεσης από το καλοκαιρι του 2014! Ο Σάσα Πάβλοβιτς αποκτήθηκε ως μία έμπειρη λύση για να βοηθήσει στο «3» και το «2» (όσο θα έλλειπε και ο Παππάς) και να πλαισιώσει τους Φελντίν, Γιάνκοβιτς και Χαραλαμπόπουλο.    

Το κομμάτι της προετοιμασίας και η πρώτη «ανάγνωση»

Το βασικό στάδιο πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του Μίλαν Μίνιτς, του Σάνι Μπετσίροβιτς (βοηθός και team manager) και του Νίκου Παππά, με τους Τζόρτζεβιτς και Μπιέντοφ (ο στενότερος συνεργάτης) να βρίσκονται με την Εθνική Σερβίας (προετοιμαζόταν για το Ευρωμπάσκετ) και να είναι σε ανοιχτή γραμμή με το Καρπενήσι και την Αθήνα. O Παναθηναϊκός είχε τρεις απουσίες λόγω των Εθνικών ομάδων (Καλάθης, Ραντούλιτσα και Κούζμιτς), ο παίκτης Νίκος Παππάς, που αναμενόταν να έχει σημαντικό ρόλο, βρισκόταν εν μέσω αποθεραπείας από σοβαρό τραυματισμό, ενώ την πρώτη μέρα που επέστρεψαν ο «Σάλε» και οι διεθνείς, οι «πράσινοι» έχασαν τον Λευτέρη Μποχωρίδη (θα είχε τον ρόλο του 3ου πλέϊ-μέϊκερ) που «χτύπησε» στο επετειακό φιλικό με την Παρτίζαν κι έμεινε νοκ-άουτ για 3 και πλέον μήνες.

Η πρώτη πιο επιφανειακή «ανάγνωση» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απουσία του προπονητή από την περίοδο που «χτίζεται» μία ομάδα και μπαίνουν οι βάσεις της για μία μεγάλη και απαιτητική σεζόν, δεν «πλήγωσε» τον Παναθηναϊκό κι αυτό φάνηκε από τις δύο σερί νίκες επί του Ολυμπιακού (σε 10 μέρες), οι οποίες ουσιαστικά του «χάρισαν» το Κύπελλο και του έδωσαν το προβάδισμα στην μάχη για την πρωτιά της κανονικής περιόδου στο πρωτάθλημα. Ο Σέρβος τεχνικός «αγόρασε» χρόνο και η διάχυτη ικανοποίηση για το εντυπωσιακό ξεκίνημα της ομάδας του, εκτόξευσε αρχικά τις μετοχές του. Ενδεικτική και η διάθεση του Βλάντο Γιάνκοβιτς, που σε συνέντευξή του στο gazzetta.gr, είχε εκθειάσει τη νοοτροπία νικητή που προσπαθούσε να περάσει ο προπονητής του.

Τα πρώτα προβλήματα και το καμπανάκι του κινδύνου!

Τα πρώτα σημάδια ότι το συγκεκριμένο ρόστερ, έτσι όπως ήταν δομημένο, δεν μπορούσε να έχει βλέψεις διάκρισης στην Ευρωλίγκα, φάνηκαν στα πρώτα παιχνίδια στην 1η φάση της διοργάνωσης. Καθολική «προσγείωση» από την 2η περίοδο και μετά, στην πρεμιέρα του Κράσνονταρ και «υπόκλιση» (81-70) στην Λοκομοτίβ, «διασυρμός» (77-52) στη Βαρκελώνη, ήττα (71-68) στην Πολωνία από την άσημη Ζιέλονα Γκόρα και εντός έδρας «στραβοπάτημα» (71-77) από την υπερ-αθλητική ομάδα του Μπαρτζώκα (τυχαίο που βρίσκεται ένα βήμα από το πρώτο Final 4 της ιστορίας της;), με αποτέλεσμα να βρεθεί μπροστά στο φάσμα του αποκλεισμού από το Top-16 και να «διασωθεί» χάρη στο «step-up» των έμπειρων παικτών του Παναθηναϊκού στο Κορδελιό της Σμύρνης, κόντρα στην Καρσίγιακα.

Κάπου εκεί, ίσως και νωρίτερα, βλέποντας ότι η ομάδα δεν μπορεί να προχωρήσει με τους Καλάθη, Διαμαντίδη και Φελντίν να παίζουν σχεδόν 30 λεπτά, άρχισε να ζητάει την ενίσχυσή της με έναν αθλητικό γκαρντ που θα μπορούσε να καλύψει και τις δύο θέσεις. Η επιστροφή του Μποχωρίδη αργούσε ακόμη, ενώ ο Παππάς – τον οποίο αδίκως ή δικαίως, δεν είδε ποτέ με καλό ματι – δεν ήταν ακόμη απόλυτα έτοιμος να βοηθήσει. Την ίδια ώρα, το σημαντικότερο μειονέκτημα  της ομάδας που «φώναζε» από μακριά, ήταν η «χτυπητή» αδυναμία του Ραντούλιτσα στην άμυνα, με αποτέλεσμα να αποσύρεται συχνά-πυκνά στον πάγκο και μην μπορεί να αξιοποιηθεί όσο πρέπει, η αδιαμφισβήτητη επιθετική του κυριαρχία. Κοινώς, η ομάδα είχε στηθεί λάθος! Ο Κούζμιτς, που αναγκαστικά έπαιρνε περισσότερο χρόνο συμμετοχής, δεν είναι ούτε καν ποιοτικός αναπληρωματικός, οι Χαραλαμπόπουλος-Παπαγιάννης έπαιζαν μόνο στα εύκολα ματς πρωταθλήματος, ο Γιάνκοβιτς έχανε συνεχώς έδαφος για χάρη του άχρωμου και άγευστου Πάβλοβιτς, ο Φώτσης είχε απλά αναλαμπές και το «φίδι έβγαινε από την τρύπα», με τους  Καλάθη και Διαμαντίδη να δίνουν χέρι βοηθείας στους Φελντίν, Γκιστ και Ραντούλιτσα, που «τραβούσαν» το μεγαλύτερο κουπί την επίθεση.

Η απόφαση για ενίσχυση και οι υποχωρήσεις του Γιαννακόπουλου

«Κουτσά-στραβά» ο Σέρβος τεχνικός οδήγησε τους «πράσινους» στο Top-16 και στον τελικό του Κυπέλλου, αλλά η αρχική άρνηση της διοίκησης στο αίτημα για μετεγγραφές, επέτεινε το πρόβλημα. Η εκτός έδρας ήττα (82-75) στην πρεμιέρα της φάσης των «16» από την Φενέρμπαχτσέ, μπορεί να κρίθηκε φυσιολογική, η δύσκολη νίκη (68-66) επί της Μάλαγα, που ακολούθησε, όμως, σκόρπισε εύλογη ανησυχία. Δικαίως, γιατί η συνεχεια επεφύλαξε την «πεντακάθαρη» εντός έδρας ήττα (63-74) από τον Ερυθρό Αστέρα, το 0/3 με την Λοκομοτίβ Κουμπάν (76-67) και την βαριά ήττα από τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ, σε ένα ματς που η διαφορά ξεπέρασε τους 30 πόντους και φυσικά το αποτέλεσμα στοίχισε στους «πράσινους» την πλεονέκτημα έδρας στους τελικούς. Εκεί επήλθε και ο πρώτος σοβαρός «κλυδωνισμός» στη σχέση Γιαννακόπουλου-Τζόρτζεβιτς. Ο διοικητικός ηγέτης του «τριφυλλιού» σκέφτηκε ακόμη και την απομάκρυνση, αλλά τελικώς πείστηκε ότι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του προπονητή και η ικανοποίηση του αιτήματος για ενίσχυση, ίσως να ήταν μονόδρομος προκειμένου να κερδηθεί αρχικά το στοίχημα του Final 4.

Έστω κι αν τo «αφεντικό» του Παναθηναϊκού, χρειάστηκε να υποχωρήσει όταν ο Τζόρτζεβιτς αρνήθηκε να «απομακρύνει» από την ομάδα τους Κούζμιτς και Πάβλοβιτς και ουσιαστικά του ζήτησε να διώξει τον ίδιο, αν δεν του έχει εμπιστοσύνη. Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, μάλιστα, συναίνεσε ακόμη και στην απαίτηση του «Σάλε» να απομακρυνθεί από το αγωνιστικό τμήμα το ο Νίκος Παππάς, ο οποίος ήταν ένας παίκτης που «γούσταρε» πολύ, αλλά σύμφωνα με το ρεπορτάζ, από τότε που επέστρεψε στις προπονήσεις, δεν είχε ποτέ την ενδεδειγμένη συμπεριφορά και ήταν μονίμως «στραβωμένος» για τον μικρό χρόνο συμμετοχής του.      

O Ουίλιαμς και η προοπτική του Final 4!

Η απόκτηση του 26χρονου Αμερικανού γκαρντ, μαζί με τους συμπατριώτες του Χέϊνζ και Χάντερ, η εξαιρετική του απόδοση στις πειστικές νίκες επί της Φενέρμπαχτσέ (76-71) και της Λοκομοτίβ Κουμπάν (84-79) στο ΟΑΚΑ και επί της Μάλαγα (76-58) εκτός έδρας και η διασταύρωση με την Λαμποράλ Κούτσα η αλήθεια είναι ότι «ζωντάνεψαν» τις προσδοκίες ευρωπαϊκής διάκρισης και δημιούργησαν κλίμα πρόκρισης στο Final 4 του Βερολίνου. Ο Τζόρτζεβιτς αισθανόταν πολύ αισιόδοξος και σχεδόν... σίγουρος για το «break» σε ένα από τα δύο πρώτα ματς της σειράς και μετά το αρχικό 0-2, ήταν τόσο πεπεισμένος για την επιστροφή του Παναθηναϊκού στην Βιτόρια, που την περασμένη Κυριακή (17/04) απόλαυσε με ηρεμία το μπάνιο του στον Αστέρα Βουλιαγμένης! Το ίδιο πίστευαν και οι παίκτες του κι αυτό φάνηκε από τη συνέντευξη του Μίροσλαβ Ραντούλιτσα στο gazzetta.gr, μετά τον αποκλεισμό. Η υπεραισιοδοξία του μάλιστα, ήταν τέτοια, που είχε επηρεάσει και την διοίκηση, η οποία ετοιμαζόταν να «τινάξει την μπάνκα στον αέρα» για να ανανεώσει το συμβόλαιο του Έλιοτ Ουίλιαμς, απλά και μόνο μετά από μία σειρά καλών εμφανίσεων. Πριν από το πρώτο τζάμπολ, μάλιστα, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είχε προβεί στην ακόλουθη δήλωση: «Θέλουμε και θα πάμε στο Final 4!».

Ο αποκλεισμός, η απόλυση και η δεύτερη «ανάγνωση»!

Όπως καταλαβαίνετε, το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι ο άπειρος σ’ αυτό το επίπεδο, Σέρβος τεχνικός, όχι απλά δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο ύψος των περιστάσεων, όχι απλά δεν κατόρθωσε να δώσει ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα στην ομάδα, αλλά στην πορεία έχασε τους παίκτες και το κυριότερο, τον δικό τους προσανατολισμό. Πίστευε ακράδαντα ότι θα αποκλείσει μία ομάδα που είχε πλεονέκτημα έδρας και τελικά έμεινε μετεξεταστέος, χωρίς σε καμία από τις τρεις ήττες να παρουσιάσει εικόνα, που να δικαιολογεί τις προσδοκίες πρόκρισης. Κοινώς, η συνολική του προσέγγισή του στη σειρά με την Λαμποράλ Κούτσα ήταν τόσο εκτός τόπου και χρόνου, που παρέσυρε παίκτες, διοίκηση και κόσμο και ουσιαστικά έκανε ευκολότερη την δουλειά των Βάσκων, που ούτε κι αυτοί πίστευαν ότι θα πάνε στο Βερολίνο «ασάλιωτοι»! Το τελικό αποτέλεσμα καθιστά την εφετινή σεζόν ως τη χειρότερη του Παναθηναϊκού από το 2010 και μετά με τον διοικητικό ηγέτη της ομάδας να έχει όλα τα δίκια με το μέρος του, όσον αφορά στην απόφαση να τον απολύσει μετά το «άδοξο» και δυσκολοχώνευτο «σκούπισμα» από τον Μπουρούση και την παρέα του.

(Υ.Γ.): Για να προλάβω τυχόν σχόλια του τύπου «ας μην τον διάλεγε» ή «δεν ήξερε, δεν ρώταγε;», να ξεκαθαρίσω ότι το περασμένο καλοκαίρι, ο Σάσα Τζόρτζεβιτς ήταν ένας από τους πλέον περιζήτητους προπονητές για το «πάνω ράφι» της ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά με τη συνολική του παρουσία στον «πράσινο» πάγκο, αδίκησε τον εαυτό του και σίγουρα «τσαλάκωσε» τις μετοχές του.