vasilantonaki_1920x1080
06/11/2025
ΒΟΛΕΙ

Ανθή Βασιλαντωνάκη στο GWomen: «Γιατί να θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα, όταν έξω είμαι επαγγελματίας και εδώ ερασιτέχνης;»

Η Ανθή Βασιλαντωνάκη δεν είναι απλώς μια αθλήτρια. Είναι η κορυφαία Ελληνίδα βολεϊμπολίστρια της γενιάς της, που έφυγε στα 18 για να κυνηγήσει το όνειρό της στην καρδιά του ευρωπαϊκού βόλεϊ και δεν κοίταξε ποτέ πίσω. Με πέντε χρόνια στην Ιταλία, έξι στη Τουρκία και μια καριέρα γεμάτη τίτλους, εμπειρίες και σεβασμό, η Ανθή γνωρίζει τι σημαίνει να είσαι επαγγελματίας. Και ακριβώς αυτή η εμπειρία τη φέρνει να λέει σήμερα στο Gwomen, χωρίς περιστροφές: «Γιατί να θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα, όταν εδώ είμαι επαγγελματίας και εκεί… ερασιτέχνης;»…

Μετά από χρόνια επιτυχιών στο εξωτερικό και μια καριέρα που λίγοι Έλληνες αθλητές μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν ζήσει, η Ανθή Βασιλαντωνάκη επιστρέφει στο μικρόφωνο για να μιλήσει ανοιχτά για όλα: την πορεία της, την εμπειρία της στο εξωτερικό, αλλά και την ωμή πραγματικότητα του ελληνικού αθλητισμού.

Και όπως συμβαίνει πάντα όταν μιλάει, η ειλικρίνεια είναι το πρώτο πράγμα που σε χτυπά. Από τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα μέχρι τα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, η Ανθή ξεδιπλώνει στο GWomen την ιστορία της με χαμόγελο, δύναμη και χωρίς φόβο.

Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ποια είναι η Ανθή Βασιλαντωνάκη;

«Βρίσκω τη θετική πλευρά σε όλα, ακόμη και στα δύσκολα»

Η Ανθή Βασιλαντωνάκη, η πιο διακεκριμένη Ελληνίδα βολεϊμπολίστρια της γενιάς της, περνάει μια διαφορετική φάση στη ζωή της. Μετά από μια λαμπρή πορεία στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και χρόνια γεμάτα επιτυχίες, σήμερα αντιμετωπίζει μια πρόκληση που δεν έχει να κάνει με γήπεδα και τρόπαια, αλλά με υπομονή, αποκατάσταση και δύναμη ψυχής.

«Ξεκίνησε για μένα μια λίγο δύσκολη περίοδος», παραδέχεται χαμογελώντας.
«Μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή που είχα συνηθίσει, αλλά την έχω αποδεχτεί. Προσπαθώ να βλέπω τη θετική πλευρά σε όλα και να συνεχίζω σταθερά, δυναμικά».

Πώς είσαι τώρα, στο στάδιο της αποκατάστασης;

«Ξεκίνησα να περπατάω πριν από λίγο καιρό. Οπότε, πλέον είμαι τελείως αυτόνομη και αυτό, για μένα, είναι τεράστια χαρά. Κάνω λίγα πράγματα προς το παρόν: πολλές ισομετρικές, περπατήματα, θεραπείες. Αλλά είμαι σε καλά χέρια, εμπιστεύομαι απόλυτα την ομάδα μου και ανυπομονώ να περάσω στο επόμενο στάδιο».

Θα μιλήσουμε και για τον τραυματισμό σου, αλλά ας μην μπούμε κατευθείαν στα δύσκολα.
Ας σε γνωρίσουμε λίγο καλύτερα πρώτα, ειδικά για όσους ίσως δεν ξέρουν ποια είναι η Ανθή Βασιλαντωνάκη. Ποια είσαι, από πού κατάγεσαι, πώς μπήκε το βόλεϊ στη ζωή σου;

Η Ανθή γελάει:
«Ε, σε τριάντα δευτερόλεπτα θα σας πω όλη μου τη ζωή; Δεν μιλάω και πολύ γι’ αυτό συνήθως, αλλά εντάξει ας ξεκινήσουμε…»

image

«Το βόλεϊ με ηρεμεί, όλα τα συναισθήματα της μέρας βγαίνουν εκεί»

Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ποια είναι η Ανθή Βασιλαντωνάκη;

«Είμαι η Ανθή Βασιλαντωνάκη, είμαι 29 χρονών και μεγάλωσα στην Αθήνα. Είμαι μισή Κρητικιά από τον πατέρα μου και μισή Ολλανδέζα από τη μητέρα μου, ένας συνδυασμός που, νομίζω, με έχει κάνει και λίγο… εκρηκτική αλλά και οργανωτική ταυτόχρονα!» (γελάει).

«Μεγάλωσα λίγο εδώ, λίγο στην Ολλανδία, γενικά έχω επηρεαστεί από πολλές κουλτούρες. Ξεκίνησα τον αθλητισμό από πολύ μικρή, έκανα βόλεϊ και ρυθμική γυμναστική. Μέχρι τα 12 μου τα συνδύαζα και τα δύο, μέχρι που ήρθε η στιγμή να επιλέξω».

Και τελικά διάλεξες το βόλεϊ.

«Ναι, συνέχισα με το βόλεϊ και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Το αγαπάω πολύ, είναι η ζωή μου. Το θεωρώ πραγματικό προνόμιο να μπορώ να ζω από αυτό που αγαπάω. Στον ελεύθερό μου χρόνο ακούω μουσική, διαβάζω, και προσπαθώ να έχω γύρω μου ανθρώπους που με κάνουν να περνάω όμορφα, να γελάω, να γεμίζω ενέργεια».

Ο μπαμπάς σου έπαιζε μπάσκετ. Είναι αλήθεια ότι εκείνος σε έγραψε στο βόλεϊ γιατί πίστευε πως το μπάσκετ δεν είναι για κορίτσια;

Η Ανθή γελάει με κατανόηση:
«Ναι, κάτι τέτοιο ισχύει! Ο πατέρας μου τότε είχε στο μυαλό του ότι το βόλεϊ είναι πιο “κοριτσίστικο” άθλημα. Δεν ένιωθε άνετα να με δει μέσα στα… μπασκετικά, και νομίζω ότι τελικά πήρε τη σωστή απόφαση!»

«Είχα και ταλέντο, μου ταίριαξε. Αν και, να σου πω την αλήθεια, όταν μου είπε να σταματήσω τη ρυθμική, είχα κλάψει μαύρο δάκρυ! Ήμουν δώδεκα, και δεν ήθελα να διαλέξω. Μου άρεσαν και τα δύο πολύ».

Κι όμως, το βόλεϊ σε κέρδισε. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε περισσότερο;

«Νομίζω το γεγονός ότι είναι ομαδικό άθλημα. Μου άρεσε πολύ η συνεργασία, η αλληλεξάρτηση. Στο βόλεϊ δεν είσαι ποτέ μόνη, χρειάζεσαι τις συμπαίκτριές σου, κι εκείνες εσένα.
Και επίσης, όλη αυτή η αίσθηση της επαφής με την μπάλα, το χτύπημα, η ένταση, με απελευθέρωνε. Όλα τα συναισθήματα της ημέρας έβγαιναν εκεί, στην προπόνηση. Ήταν η ψυχοθεραπεία μου, και ακόμη είναι».

image

«Δεν φοβόμουν ποτέ. Από μικρή έλεγα: ναι, μπορώ να το κάνω»

Από πολύ μικρή μπήκες στα βαθιά. Ήσουν ήδη σε αγωνιστικές ομάδες Α1 κατηγορίας.

«Ναι, ακριβώς. Ξεκίνησα από τον Βύρωνα και έμεινα εκεί μέχρι τα 16 μου, οπότε ήρθε η πρόταση από τον Παναθηναϊκό. Στον Βύρωνα έπαιζα παντού, κορασίδες, νεάνιδες, γυναικείο (που τότε ήταν Α2 κατηγορία). Ήμουν ταυτόχρονα και στις εθνικές ομάδες κορασίδων και νεανίδων. Έπαιζα συνεχώς, κι αυτό με βοήθησε απίστευτα να εξελιχθώ. Είχα πάντα αυτή τη δίψα: να κερδίσω, να φτάσω πιο ψηλά, να γίνω καλύτερη».

Δεν είχες ποτέ φόβο;
«Όχι, ποτέ. Θυμάμαι τον προπονητή μου να μου λέει “θα μπεις στο γυναικείο, είσαι σίγουρη;”, κι εγώ να του απαντάω “ναι, το ‘χω coach!”. Δεν είχα καμία αμφιβολία. Από μικρή ήμουν έτσι: αν μου έλεγες ότι δεν μπορώ, μέσα μου έλεγα “τώρα θα δεις ότι μπορώ”. Αυτή η νοοτροπία με ακολουθεί ακόμα. Νομίζω πως σε αυτό με βοήθησαν πολύ οι γονείς μου, μου έδωσαν αυτοπεποίθηση, με έμαθαν να παλεύω».

Οπότε, στα 16 σου ήρθε η πρόταση από τον Παναθηναϊκό.

«Ναι. Είχα κάνει μια πολύ καλή χρονιά και με την εθνική ομάδα, κάτι που σίγουρα βοήθησε. Στις εθνικές μπήκα γύρω στα 13, με είχε ανακαλύψει η κυρία Καρολίνα Μπαρτζόκα. Ειλικρινά δεν ξέρω τι είδε σε μένα τότε, ήμουν ένα μακρύ, ατσούμπαλο κορίτσι που δεν ήξερε ακόμα καλά πού πάει το κάθε χέρι! Αλλά με πίστεψε. Και αυτό ήταν το πρώτο βήμα που μου έδειξε ότι ίσως μπορώ να κάνω κάτι μεγάλο».

Και μετά, Παναθηναϊκός. Το πρώτο “μπαμ”. Πώς το βίωσες;
«Ήταν σαν επιβεβαίωση ότι οι κόποι μου έπιασαν τόπο. Όταν ήρθε η πρόταση, ο πατέρας μου ήταν λίγο διστακτικός, “είσαι σίγουρη; είναι μεγάλο βήμα”. Εγώ όμως ήμουν ξεκάθαρη: “Ναι, θα πάω”. Ήταν αυτό το “επιτέλους”. Το ένιωθα μέσα μου πως μπορώ να το κάνω, πως το αξίζω».

image

«Στα 18 μου έφυγα μόνη μου για την Ιταλία, δεν το σκέφτηκα δεύτερη στιγμή»

Και αμέσως μετά, στα 18 σου, αποφάσισες να φύγεις για το εξωτερικό. Ούτε Αμερική, ούτε τίποτα, κατευθείαν Ιταλία.

«Ναι, ήθελα να πάω εκεί που το βόλεϊ είναι στο κορυφαίο επίπεδο. Από την πρώτη μου χρονιά στον Παναθηναϊκό το είχα στο μυαλό μου: “Μόλις τελειώσω το σχολείο, θα φύγω”. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη στιγμή. Υπήρχαν προτάσεις και από την Αμερική, κολέγια, σπουδές, προγράμματα, αλλά εγώ ήξερα τι ήθελα. Ήθελα να παίξω επαγγελματικά, να μπω στην καρδιά του ευρωπαϊκού βόλεϊ. Ήθελα την Ιταλία».

Δεν φοβήθηκες; Ξένη χώρα, νέα γλώσσα, μόνη σου.

«Όχι, γιατί όταν έχεις στόχο, δεν βλέπεις τον φόβο. Ήταν δύσκολο φυσικά, δεν ήξερα κανέναν, δεν μιλούσα τη γλώσσα, αλλά είχα όρεξη, ήθελα να αποδείξω ποια είμαι. Και τελικά ήταν η καλύτερη απόφαση της ζωής μου».

Πόσα χρόνια έμεινες στην Ιταλία;

«Πέντε. Άλλαξα αρκετές ομάδες, πήρα εμπειρίες, βελτιώθηκα ως αθλήτρια και ως άνθρωπος. Έμαθα ιταλικά, στην αρχή από ανάγκη (γιατί λίγοι μιλούσαν αγγλικά), αλλά μετά μου έγινε δεύτερη φύση. Έζησα υπέροχες στιγμές, έκανα φιλίες, είδα άλλον τρόπο ζωής, άλλον επαγγελματισμό».

Και πρωτάθλημα;

«Ναι, με την Conegliano πήραμε το πρωτάθλημα Ιταλίας. Ήταν το πρώτο στην ιστορία της ομάδας, και από τότε δεν έχουν σταματήσει να κερδίζουν! (γελάει) Ήταν απίστευτη εμπειρία, μια ομάδα με φοβερή οργάνωση, επαγγελματισμό και σεβασμό στις αθλήτριες. Από τις καλύτερες που έχω παίξει».

«Η Τουρκία και η Ιταλία μού θυμίζουν Ελλάδα, γι’ αυτό μένω τόσο καιρό»

Μετά την Ιταλία ήρθε η Τουρκία.

«Ναι, έπαιξα έξι χρόνια στην Τουρκία, σε ομάδες όπως η Γαλατασαράι, το Αϊδίνιο και η Turkish Airlines. Και στις δύο χώρες, Ιταλία και Τουρκία, ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Ίσως γιατί έχουν κάτι από τη Μεσόγειο, από τον δικό μας τρόπο ζωής.
Η Τουρκία ειδικά έχει έναν ρυθμό, μια κουλτούρα που μου θυμίζει Ελλάδα. Αυτή η αίσθηση οικειότητας με βοήθησε να μείνω τόσο καιρό, να αποδώσω καλύτερα. Όταν νιώθω άνετα και “σπίτι μου”, παίζω και καλύτερα».

Παρόλα αυτά, η ξενιτιά είναι δύσκολη, έτσι;

«Ναι, είναι. Όσο κι αν αγαπάς αυτό που κάνεις, όσο κι αν ζεις το όνειρό σου, η απόσταση από το σπίτι και τους ανθρώπους σου είναι πάντα δύσκολη. Και όσο περνούν τα χρόνια, το νιώθω περισσότερο. Αλλά αυτή είναι η επιλογή που έκανα και δεν την αλλάζω».

image

«Γιατί να θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα, όταν έξω είμαι επαγγελματίας και εδώ ερασιτέχνης;»

Είσαι τόσα χρόνια στο εξωτερικό. Δεν σκέφτηκες ποτέ να επιστρέψεις στην Ελλάδα;

«Ναι, το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν θα πω ψέματα, όσο περνάει ο καιρός, με δυσκολεύει το ότι λείπω. Όσο κι αν αγαπάς τα όνειρα και τους στόχους σου, η απόσταση από την πατρίδα πάντα σε βαραίνει. Αλλά αυτή τη στιγμή, ο λόγος που παραμένω εκτός Ελλάδας είναι απλός: στο εξωτερικό είμαι επαγγελματίας. Εδώ, είμαι ερασιτέχνης».

Δηλαδή;

«Αρχικά, όταν έφυγα ήμουν 18 χρονών και ο βασικός λόγος ήταν η διαφορά επιπέδου. Ήθελα να δοκιμαστώ στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Να ανέβω πιο ψηλά από την κορυφή που μπορούσα να κατακτήσω στην Ελλάδα.
Σήμερα, αναγνωρίζω πως το επίπεδο του ελληνικού βόλεϊ έχει βελτιωθεί. Όμως, η ουσιαστική διαφορά παραμένει: στο εξωτερικό είμαι αναγνωρισμένη ως επαγγελματίας αθλήτρια. Αυτό, για μένα, είναι τεράστιο. Δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα, έχει να κάνει με τον σεβασμό».

Τι εννοείς “σεβασμό”;

«Όταν παίζεις σε μια ομάδα στην Ιταλία ή στην Τουρκία, όλα είναι ξεκάθαρα. Έχεις συμβόλαιο, έχεις ασφάλιση, ένσημα, υποστήριξη. Είσαι εργαζόμενη και σε αντιμετωπίζουν έτσι.
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, δεν είναι έτσι. Δεν υπάρχει αυτό το επαγγελματικό πλαίσιο. Οι απαιτήσεις είναι ίδιες, να είσαι κάθε μέρα στο γήπεδο, να προπονείσαι, να έχεις πειθαρχία, να αποδίδεις στο 100%. Όμως, η αντιμετώπιση δεν είναι επαγγελματική. Δεν γίνεται να ζητάνε από εσένα να φέρεσαι ως επαγγελματίας, αλλά οι ίδιοι να σου φέρονται σαν να κάνεις χόμπι».

Ουσιαστικά λες ότι η αθλήτρια καλείται να λειτουργήσει με επαγγελματικά στάνταρ χωρίς να έχει επαγγελματική κατοχύρωση.

«Ακριβώς. Είναι σαν να σου λέει μια εταιρεία “θέλω να δουλεύεις full time, αλλά δεν θα σου κολλάω ένσημα”. Αν αποφασίσεις να σταματήσεις, δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο πουθενά, καμία αναγνώριση, καμία εξασφάλιση.
Δεν γίνεται να υπάρχει αυτή η ανισορροπία. Γιατί το βόλεϊ, ειδικά των γυναικών, είναι το πιο διαδεδομένο άθλημα γυναικών στον κόσμο. Και στην Ελλάδα, έχει τεράστια συμμετοχή. Είναι κρίμα να μην αντιμετωπίζονται οι αθλήτριες όπως τους αξίζει».

Πιστεύεις ότι αυτό είναι θέμα πολιτείας; Νομοθεσίας;

«Ειλικρινά, δεν ξέρω αν είναι καθαρά θέμα κράτους ή ομοσπονδίας. Στην Ιταλία και στην Τουρκία, το επαγγελματικό στάτους είναι κατοχυρωμένο. Υπάρχει πλαίσιο, υπάρχει φορολογία, υπάρχει δομή. Δεν είναι μόνο θέμα ομάδων, είναι κρατικά ρυθμισμένο.
Και φυσικά, έχει να κάνει και με την προβολή. Στην Τουρκία, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια έχουν επενδύσει τρομερά στην προώθηση του βόλεϊ. Και το αποτέλεσμα φαίνεται».

«Στην Τουρκία βγαίνεις στον δρόμο και βλέπεις αφίσες με τις βολεϊμπολίστριες, στην Ελλάδα, ούτε μία»

Πώς είναι η κατάσταση εκεί;

«Στην Τουρκία, τα περισσότερα παιχνίδια είναι γεμάτα. Ο κόσμος αγαπάει το άθλημα, το ζει. Βλέπεις οικογένειες, παιδιά, πανό, ενθουσιασμό. Υπάρχουν χορηγοί, διαφημίσεις, αφίσες με αθλήτριες στους δρόμους. Στην τηλεόραση, κάθε εβδομάδα παίζονται αγώνες. Κι όσα ματς δεν δείχνει η TV, προβάλλονται στο YouTube δωρεάν, σε επαγγελματική μετάδοση.
Και το πιο σημαντικό, προβάλλουν τις ίδιες τις Τουρκάλες αθλήτριες. Τις δικές τους. Ακόμα κι αν έχουν στην ομάδα τους τις καλύτερες ξένες παίκτριες του κόσμου, θα προωθήσουν τη δική τους νέα γενιά. Αυτό είναι εξαιρετικό. Δείχνει ότι επενδύουν στο μέλλον τους».

Και στην Ελλάδα;

«Στην Ελλάδα, δυστυχώς, αυτό λείπει. Μπορεί να γίνει τελικός κυπέλλου και να υπάρχει μια μικρή αφίσα σε μια κολώνα, και αυτό ήταν. Δεν υπάρχει προβολή, δεν υπάρχει στρατηγική.
Στην Τουρκία, βλέπεις παντού πρόσωπα από το βόλεϊ, στις στάσεις, στα σποτάκια, στα social media. Είναι κομμάτι της κοινωνίας. Εδώ, αν δεις γυναίκα αθλήτρια σε καμπάνια, είναι μάλλον εξαίρεση».

Νομίζεις ότι αυτό είναι και θέμα νοοτροπίας; Ότι εδώ “θαυμάζουμε” μόνο τους ξένους;

«Ίσως, ναι. Εγώ η ίδια το έχω πει, και το λέω με αυτοκριτική, πολλές φορές κοιτάμε προς τα έξω. Λέμε “να φέρουμε μια ξένη σταρ, μια Kaytlin Clark του βόλεϊ”. Και ξεχνάμε ότι έχουμε Ελληνίδες αθλήτριες που παίζουν σε κορυφαίες λίγκες, που έχουν περάσει από τις ίδιες δυσκολίες, που μπορούν να εμπνεύσουν τα κορίτσια εδώ.
Όταν βλέπεις κάποιον δικό σου να πετυχαίνει, λες “μπορώ κι εγώ”. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η ταύτιση. Αν δεν δώσεις στα νέα παιδιά την ευκαιρία να δουν τον εαυτό τους μέσα στο άθλημα, δεν θα έρθουν ποτέ κοντά του».

«Θα ήθελα κάποια στιγμή να βοηθήσω το ελληνικό βόλεϊ να ανέβει, αλλά πρέπει και η Ελλάδα να βοηθήσει εμάς»

Άρα, το σκέφτεσαι να επιστρέψεις κάποτε;

«Ναι, το σκέφτομαι. Θα ήθελα πολύ να επιστρέψω και να βοηθήσω, με τον δικό μου τρόπο, το γυναικείο βόλεϊ στην Ελλάδα να ανέβει ακόμα περισσότερο. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να υπάρχει και η διάθεση να βοηθηθούν οι αθλήτριες.
Αν αλλάξει αυτό το κομμάτι, αν μπορέσουμε να μιλήσουμε πραγματικά για επαγγελματισμό, τότε ναι, θα ήθελα πολύ να γυρίσω. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να χτιστεί κάτι μεγάλο, κάτι που θα μείνει».

Η Εθνική, η ψυχική υγεία και η επιστροφή μετά από χρόνια

Πέρα από το ελληνικό πρωτάθλημα, ήσουν για χρόνια μακριά από την Εθνική Ομάδα. Τι σε έκανε να επιλέξεις να απέχεις και τι σε ώθησε φέτος να επιστρέψεις;

«Η αλήθεια είναι ότι από τα 13 μου μέχρι τα 25-26 ποτέ δεν έκανα διάλειμμα από την Εθνική. Δεν είχα καθόλου καλοκαίρια ελεύθερα. Και μετά, όταν άρχισα να παίζω στο εξωτερικό, συνέχισα με τον ίδιο ρυθμό, χωρίς διάλειμμα.
Αυτό μπορεί να ακούγεται εγωιστικό, αλλά για μένα ήταν ζωτικής σημασίας. Κατάλαβα ότι χρειαζόμουν χρόνο για μένα, για την οικογένειά μου, για φίλους, για να ξεκουράσω το σώμα και το μυαλό μου. Ήταν θέμα ψυχικής υγείας.
Το βόλεϊ είναι η δουλειά μου, αλλά για να αποδώσω σωστά, χρειάζεται ισορροπία. Για μένα ήταν σημαντικό να πάρω δύο μήνες το καλοκαίρι και να κάνω πράγματα που με γεμίζουν, χωρίς ενοχές. Ήταν θυσία που έκανα για τον εαυτό μου. Ναι, στεναχωριέμαι που δεν έδωσα αυτά τα καλοκαίρια στην Εθνική, αλλά ένιωθα ότι χρειαζόμουν αυτές τις στιγμές».

Είναι δύσκολο να το παραδεχτείς δημοσίως.

«Ναι, αλλά είναι σημαντικό να το αναγνωρίσεις. Ο αθλητισμός είναι βαρύς και στην ψυχή. Η πίεση να είσαι πάντα στην κορυφή, η αυστηρή διατροφή, οι ώρες προπόνησης, η φυσιοθεραπεία, οι χαμένες ώρες διασκέδασης, όλα έχουν αντίκτυπο. Καθώς μεγάλωνα, ένιωθα ότι χάνω σημαντικά πράγματα στη ζωή μου και αποφάσισα ότι για να κερδίσω σε ψυχική και προσωπική υγεία, έπρεπε να κάνω κάποιες θυσίες».

Και φέτος τι άλλαξε;

«Φέτος γέμισα τις μπαταρίες μου. Είδα ότι οι υπόλοιπες κοπέλες κατάφεραν πολλά χωρίς εμένα. Η πρόκριση για το Παγκόσμιο ήταν σημαντική. Είδα τη δουλειά που γίνεται από τα κορίτσια, το staff και την ομοσπονδία. Ήθελα να συμβάλλω κι εγώ. Και το πιο σημαντικό: με ήθελαν και οι ίδιες οι παίκτριες. Αυτό με τράβηξε να επιστρέψω».

Ο τραυματισμός που ήρθε απρόσμενα

Και μετά ήρθε ένας τραυματισμός. Πως ένιωσες τη στιγμή που συνέβη;

«Ήταν σε φιλικό παιχνίδι, κατά τη διάρκεια προετοιμασίας για το Παγκόσμιο. Χτύπησα, έπεσα και αμέσως κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Αρνήθηκα να το πιστέψω. Ένιωθα αδύνατο να είναι αληθινό. Μετά τη μαγνητική, το ήξερα: ολική ρήξη χιαστού. Το αποδέχτηκα την ίδια μέρα. Εντάξει, έχουμε χειρουργείο και μπροστά μας 9 μήνες αποθεραπεία. Πάμε».

Δεν υπήρξε ανασφάλεια;

«Φυσικά. Υπάρχει ανασφάλεια οικονομική, γιατί στην Εθνική ομάδα δεν είμαστε ασφαλισμένες. Αν τραυματιστώ, δεν καλύπτομαι ούτε από την ομάδα μου ούτε από την Ομοσπονδία. Μένω στο τίποτα. Σκέψου το: σε άλλες χώρες όπως η Γερμανία, οι αθλήτριες ασφαλίζονται από το κράτος, έχουν μισθό, θεραπεία, χειρουργεία. Εδώ ξεκινάμε από το μηδέν».

Τι θεωρείς ότι πρέπει να γίνει;

«Πρέπει να ξεκινήσει κάτι βασικό: να γίνει το γυναικείο βόλεϊ επαγγελματικό στην Ελλάδα. Έτσι οι αθλήτριες θα έχουν ασφάλεια, θα μπορούν να καλύπτονται για τραυματισμούς, και θα υπάρχει μια βάση για την Εθνική ομάδα. Αν δεν γίνει αυτό, συνεχίζουμε να ξεκινάμε από το μηδέν κάθε φορά».

image

Το γυναικείο βόλεϊ στην Ελλάδα και η επαγγελματικοποίηση

Το βόλεϊ στην Ελλάδα έχει πλέον τις υποδομές, τις συμμετοχές και τα οικονομικά ώστε να θεωρηθεί επαγγελματικό;

«Σίγουρα. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε πολλές ομάδες να παίζουν σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Ολυμπιακός, για παράδειγμα, έχει κατακτήσει ευρωπαϊκό κύπελλο, και πλέον έρχονται πολλές κοπέλες από το εξωτερικό να παίξουν στην Ελλάδα. Το επίπεδο έχει ανέβει σημαντικά και οι καινούριες ομάδες βοηθούν επίσης στην πρόοδο».

Τα οικονομικά συμβόλαια είναι ωνιστικά;

«Ναι, αρκετά ψηλά πλέον. Έχω διαβάσει ότι στην κορυφαία κατηγορία οι κορυφαίοι Έλληνες αθλητές και οι κορυφαίες Ελληνίδες αθλήτριες πληρώνονται περίπου το ίδιο. Είναι σαφές ότι πλέον υπάρχει ισοτιμία σε αυτό το επίπεδο».

Τι χρειάζεται για να γίνει πραγματικά επαγγελματικό;

«Πρέπει όλοι να κινηθούν μαζί: οι αθλητές να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, οι ομάδες, η Ομοσπονδία και το Υπουργείο να ασχοληθούν σοβαρά. Μέχρι τώρα φτάνουμε σε ένα σημείο όπου απλώς λέμε τα πράγματα, κάποιοι ακούνε, αλλά δεν αλλάζει κάτι. Χρειάζεται πρωτοβουλία από τις ομάδες, ώστε να γίνει το βήμα προς την επαγγελματοποίηση. Μελλοντικά τα οφέλη θα είναι πολύ μεγαλύτερα».

Πόσο σημαντικές είναι οι υποδομές και οι προπονητές;

«Πολύ σημαντικές. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα μοναδικό γήπεδο στην Αθήνα αποκλειστικά για βόλεϊ, του Ολυμπιακού. Το προπονητικό staff πρέπει να είναι έμπειρο και ικανό, ώστε να μεταδώσει τις γνώσεις του σε μια δεξαμενή ταλέντων. Αυτό είναι το κλειδί για να χτίσεις σταθερές ομάδες που προοδεύουν και τα επόμενα χρόνια».

Τι λείπει στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες;

«Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Στις άλλες χώρες δουλεύουν σε κύκλους τετραετίας, για να φτάσουν στο πικ απόδοσης στους Ολυμπιακούς ή στα μεγάλα τουρνουά. Εμείς συνήθως σκεφτόμαστε χρόνο με το χρόνο, χωρίς να έχουμε στόχο τα επόμενα 4-5 χρόνια. Αυτό είναι η διαφορά».

Έχεις μεγάλη αναγνωρισιμότητα στα social media. Πώς το διαχειρίζεσαι;

«Δεν κυνηγάω τα φώτα, αλλά πιστεύω ότι αξίζει σε πολλές αθλήτριες να έχουν προβολή. Τα social media βοηθούν σε χορηγίες και μπορούν να γίνουν πρότυπο για μικρά κορίτσια που θέλουν να ξεκινήσουν βόλεϊ. Είναι σημαντικό να δείχνουμε επαγγελματισμό και να εμπνέουμε».

Δέχεσαι αρνητικά σχόλια;

«Σίγουρα υπάρχουν σχόλια για την εμφάνιση ή την απόδοση, αλλά προσωπικά δεν με επηρεάζουν. Αυτό που μετράει είναι η απόδοση στο γήπεδο. Ό,τι αφορά τα μαλλιά, το μακιγιάζ ή τα ρούχα δεν αφορά κανέναν. Αυτοί που σχολιάζουν αρνητικά συνήθως απλώς δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν».

Σου γίνονται δελεαστικές προτάσεις από ελληνικές ομάδες;

«Κάποιες ναι, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά επιπέδου σε σχέση με το εξωτερικό. Θα ήθελα κάποια στιγμή να επιστρέψω, αλλά πρώτα θέλω να ολοκληρώσω στόχους στο εξωτερικό».

Ποιοι είναι οι προσωπικοί σου στόχοι;

«Θέλω να κατακτήσω ένα ευρωπαϊκό κύπελο, κάτι που δεν έχω καταφέρει ακόμη. Είναι ομαδικός στόχος και όχι προσωπικός, γιατί το σημαντικότερο είναι να φτάσουμε την ομάδα ψηλά».

Πώς γεμίζεις τις μπαταρίες σου εκτός γηπέδου;

«Μου αρέσει να ανακαλύπτω νέα μέρη, να πηγαίνω σε φαράγγια και βουνά, να περνάω χρόνο με ανθρώπους που αγαπώ και να απολαμβάνω στιγμές ηρεμίας στο σπίτι, διαβάζοντας ή κοιτώντας τη θέα».

Τι συμβουλή θα έδινες σε μικρά κορίτσια που θέλουν να ξεκινήσουν βόλεϊ;

«Να το χαίρονται και να απολαμβάνουν τις συμπαίκτριές τους. Να ακούνε τον προπονητή τους, ακόμη κι αν οι επαναλήψεις φαίνονται βαρετές. Η επιμονή φέρνει αποτελέσματα. Αν εγώ μπορώ, μπορούν και εκείνες».

Τι σχέδια έχεις για φέτος;

«Θα ασχοληθώ με την αποκατάσταση του ποδιού μου, θα ταξιδέψω στην Ορεινή Ελλάδα για να ανακαλύψω χειμερινούς προορισμούς και θέλω να βρω ένα νέο χόμπι, να γεμίσω ενέργεια και να εξερευνήσω πράγματα που δεν πρόλαβα τόσα χρόνια».

@Photo credits: INTIME, eurokinissi

Ακολούθησε το GWomen στο instagram

Στείλε μας νέα, ιδέες, προτάσεις, απορίες για τον γυναικείο αθλητισμό στο [email protected]