ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Οι αποδείξεις του Τεέμου Πούκι

Οι αποδείξεις του Τεέμου Πούκι

Ο Θάνος Σαρρής γράφει για τον πρώτο παίκτη που πέτυχε χατ-τρικ με τη φανέλα της Νόριτς στην Premier League από το 1993 και τα όσα ο Φινλανδός αποδεικνύει για τον ίδιο, τους συλλόγους και το ποδόσφαιρο γενικά. 

Τον Απρίλιο, λίγο πριν σφραγίσει μαθηματικά την άνοδό της στην Premier League, γράφαμε αναλυτικά για το διαφορετικό μοντέλο της Νόριτς, που μοιάζει ιδανικό στη θεωρία, αλλά ελάχιστοι τολμούν  να το εφαρμόσουν στην πράξη. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα ΕΔΩ. Ο Τέεμου Πούκι είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα στοιχεία αυτού του μοντέλου. Και στο συμπέρασμα αυτό δεν οδηγούν αποκλειστικά τα 29 γκολ που πέτυχε τη χρονιά της ανόδου, ούτε το χατ-τρικ στο πρώτο εντός έδρας ματς στην Premier League. Ούτε καν ότι τα 33 γκολ στο πρωτάθλημα που έχει σημειώσει από το ξεκίνημα της σεζόν 2018-19 είναι περισσότερα από κάθε άλλου στις επαγγελματικές αγγλικές κατηγορίες. Η περίπτωση του Πούκι και όλη η διαδρομή του στα «Καναρίνια» αποδεικνύουν ότι υπάρχει, ευτυχώς, ακόμα ποδοσφαιρική λογική.

Ο Πούκι αποκτήθηκε από τη Νόριτς ελεύθερος. Ο ίδιος παραδέχθηκε το καλοκαίρι, στη μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στην Telegraph, ότι είχε κι άλλες επιλογές, μεταξύ των οποίων και ο ΠΑΟΚ. «Αφού μίλησα με τον προπονητή και τον Στούαρτ (σ.σ Γουέμπερ, τεχνικός διευθυντής), κατάλαβα ότι αυτή είναι η καλύτερη απόφαση που μπορώ να πάρω. Είχα μερικές ακόμα επιλογές ( Ο ΠΑΟΚ από την ελληνική Super League ήταν μια επιλογή), αλλά εδώ ήξεραν σχεδόν ακριβώς πώς είμαι ως άτομο και ως ποδοσφαιριστής και πώς θα μπορούσα να ταιριάζω στο σύστημα». 

Μέσα σε λίγα λόγια, ο Πούκι περιέγραψε τις μεταβλητές που καθορίζουν πολύ συχνά την καριέρα ενός ποδοσφαιριστή. Ο ίδιος παίκτης μπορεί τη μία σεζόν να αποτύχει σε μια ομάδα και την επόμενη να θριαμβεύσει σε μια άλλη. Συνήθως, ο απλός παρατηρητής δεν δίνει σημασία στους παράγοντες που επηρεάζουν την παρουσία του, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε αγωνιστικό. Για παράδειγμα, όταν αποκτήθηκε από τη Νόριτς, οι περισσότεροι στο Νησί απορούσαν με την επιλογή της, κυρίως γιατί είχαν στο μυαλό τους το δείγμα του παίκτη στη Σέλτικ, όπου δεν ήταν ακριβώς επιτυχημένο. Από την άλλη, υπήρχαν σχολιαστείς στην Ελλάδα που απορούσαν πώς επέλεξε μια ομάδα δεύτερης κατηγορίας στην Αγγλία από μια ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό και παίζει Ευρώπη στην Ελλάδα. Η αδυναμία κατανόησης του επιπέδου της Championship και της εντελώς διαφορετικής δυναμικής που έχει από μια λίγκα όπως η ελληνική είναι συχνό φαινόμενο στη χώρα μας. Παρόλα αυτά, τόσο ο Πούκι, όσο και η Νόριτς αποδείχθηκε ότι έκαναν τη σωστή επιλογή.

Δεν ήταν μόνο το πέρασμα από τη Σέλτικ. Την πρώτη φορά που έφυγε από τη χώρα του και την ομάδα που τον ανέδειξε ήταν για να ενταχθεί σε ένα υπολογίσιμο ισπανικό μέγεθος, τη Σεβίλλη. Έφυγε καταγράφοντας μόλις μια συμμετοχή με την πρώτη ομάδα. Ο ίδιος εξηγεί το γιατί: «Ήμουν έφηβος και πιθανόν παραήταν μεγάλη κίνηση για εμένα. Ζούσα μακριά από το σπίτι μου σε μικρή ηλικία και ο καιρός στη Σεβίλλη ήταν προφανώς πολύ πιο ζεστός από ό,τι είχα συνηθίσει. Ήταν υπερβολικά ζεστός και δεν είχα καν κλιματιστικό τις πρώτες μου εβδομάδες εκεί. Η μητέρα μου πήρε έναν χρόνο άδεια από τη δουλειά για να έρθει να ζήσει μαζί μου. Αυτό βοήθησε πραγματικά, αλλά ακόμα πάλευα με τη γλώσσα. Ως νεαρός ήμουν πραγματικά ντροπαλός, πιο ντροπαλός από ό,τι είμαι τώρα. Για να ζήσεις έξω πρέπει να μεγαλώσεις γρήγορα. Ήταν πολύ δύσκολο και δεν λειτούργησε τελικά, αλλά δεν θα το άλλαζα με τίποτα». Ο Πούκι επέστρεψε στη χώρα του έχοντας «μεγαλώσει γρήγορα» πριν δοκιμάσει ξανά το εξωτερικό για τη Σάλκε, όπου έκανε μια γεμάτη χρονιά, πριν το καλοκαίρι του 2013 φύγει για τη Σέλτικ, στην οποία σημείωσε μόλις 7 γκολ. «Δεν πήγε όπως το περίμενα και εκείνοι περίμεναν να σκοράρω περισσότερα γκολ. Αν ήμουν τώρα εκεί, θα τα πήγαινα σίγουρα καλύτερα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια με άλλαξαν σαν ποδοσφαιριστή. Η εμπειρία της Σέλτικ με βοήθησε να πάω εκεί που βρίσκομαι τώρα», προσθέτει ο ίδιος.

Μετά τη Σέλτικ κατέβηκε σκαλοπάτι, παίζοντας στη Μπρόντμπι. Και όταν έμεινε ελεύθερος έπειτα από μια τετραετία, μπήκε στο παιχνίδι η Νόριτς και τον απέκτησε χωρίς να πληρώσει ούτε ευρώ για την μεταγραφή. Πώς όμως ήταν τόσο σίγουρη; Μα γιατί ο Στούαρτ Γουέμπερ τον παρακολουθούσε για έξι χρόνια, από την περίοδο που ήταν ακόμα σκάουτ στους Γουλβς. Πριν πάει στη Χάντερσφιλντ, πολύ πριν τη Νόριτς. Παρακολούθησε όλη αυτή την εξέλιξή του ως ποδοσφαιριστή, τον τρόπο που σκλήρυνε στη Σκωτία, τα όσα έκανε στην Μπρόντμπι. Βρήκε επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους που στις προηγούμενες εξόδους του από την Σκανδιναβία δεν κατάφερε να βρει σταθερότητα και κατέληξε ότι στα 29 του, με τις εμπειρίες που είχε, την δουλειά που έριξε, το προφίλ και την προσωπικότητα που είχε διαμορφώσει, καθώς και τον τρόπο παιχνιδιού του ήταν ο ιδανικός για να ταιριάξει σε αυτό που δημιουργούσε μαζί με τον προπονητή Ντάνιελ Φάρκε. Ο Γουέμπερ του εξήγησε αναλυτικά τη φιλοσοφία τους και όντας σίγουρος ότι πέραν των ποδοσφαιρικών στοιχείων, έχει και την πνευματική επάρκεια για να καθιερωθεί, φύτεψε βαθιά μέσα στο μυαλό του ποδοσφαιριστή την πεποίθηση ότι στα «Καναρίνια» το περιβάλλον είναι το κατάλληλο για να πετύχει. 

«Έχω βελτιωθεί 100% ως ποδοσφαιριστής εδώ. Δεν ήμουν τεμπέλης πριν, αλλά το στιλ παιχνιδιού εδώ με έκανε πραγματικά να δουλεύω περισσότερο για την ομάδα. Λατρεύω να είμαι ο επιθετικός αυτής της ομάδας», δηλώνει ξεκάθαρα ο ίδιος. Δεν είναι μόνο τα γκολ του, αλλά η γενικότερη αγωνιστική του συμπεριφορά, ο τρόπος που συνεργάζεται με τους συμπαίκτες του, η αυταπάρνηση που βγάζει και συμπαρασύρει όλη την ομάδα. Ο Φινλανδός σκόραρε στην πρεμιέρα με την Λίβερπουλ και στο δεύτερο του ματς με τη Νιούκαστλ πέτυχε χατ-τρικ. Ο Φάρκε δήλωσε μετά τον αγώνα: «Ήταν μια σπουδαία εμφάνιση από τον Τεέμου, όχι μόνο για τα γκολ, αλλά η εργατικότητά του, η ικανότητα να συνδέει το παιχνίδι. Έθεσε τον τόνο κυνηγώντας 70 μέτρα για να βοηθήσει την άμυνά του. Πραγματικά ενσωματώνει το πνεύμα της ομάδας. Κανείς δεν σκέφτεται τον εαυτό του».

Είναι πολύ χαρακτηριστική μια στιγμή του αγώνα με τις «Καρακάξες». Το σπριντ του προς τα πίσω από την αντίπαλη περιοχή για να σταματήσει μια αντεπίθεση των αντιπάλων κλέβοντας την μπάλα από τον Ζοέλινγκτον, τον Βραζιλιάνο επιθετικό που κόστισε 44 εκατομμύρια. Ο άνθρωπος που τον έκοψε δεν κόστισε ευρώ και έκρινε την αναμέτρηση με χατ-τρικ.

Η Νόριτς δείχνει αποφασισμένη να ζήσει ή να πεθάνει παίζοντας ποδόσφαιρο και τα θεμέλια στα οποία έχει χτιστεί είναι πολύ ισχυρά. Είναι θέμα χρόνου κάποιοι από τους νεαρούς που αναδεικνύει να προσελκύσουν προτάσεις από μεγαλύτερα κλαμπ. Και η περίπτωση του Πούκι προσφέρεται για πολλά μαθήματα. Αφενός, για το περιβάλλον και την επίδραση που έχουν παράγοντες που αλλάζουν από σύλλογο σε σύλλογο σε έναν ποδοσφαιριστή, για τον οποίο όμως ο ίδιος ο οργανισμός έχει φροντίσει να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που του ελαχιστοποιούν το ρίσκο και να δημιουργήσει τις συνθήκες. Αποδείξεις για τον ρόλο του σκάουτινγκ, για την ανάλυση και το λεπτομερές παζλ, για το οποίο αναζητούνται έπειτα τα κομμάτια που θα ταιριάξουν. Αποδεικνύει ότι τα χρήματα είναι πάντα σχετικά σε μια μεταγραφή, καθώς και το ότι ένας ποδοσφαιριστής δεν μπορεί να θεωρείται τελειωμένος επειδή δεν ταίριαξε σε μια-δυο ομάδες που προσπάθησε να κάνει το βήμα παραπάνω. Το peak μιας καριέρας μπορεί να έρθει σε απρόσμενη στιγμή για τους περισσότερους που απλά παρακολουθούν, χωρίς να γνωρίζουν τι μπορεί να συμβαίνει στο μυαλό και το σώμα του ποδοσφαιριστή.  Το προηγούμενο καλοκαίρι στο διήμερο workshop του Scouting Lab που έλαβε χώρα στην Αθήνα και είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε, έγινε ξεχωριστή αναφορά για το background check που πρέπει να γίνεται από το scouting team. Μια διαφορετικής μορφής σκάουτινγκ, που έχει να κάνει με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του κάθε παίκτη. Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να αποδεχθεί απρόσμενα καθοριστικό.

 Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς θα εξελιχθεί η χρονιά του Πούκι σε ένα πρωτάθλημα με τόση ένταση και πίεση. Αποτελεί ήδη, όμως, ένα case study επιτυχημένης μεταγραφής που δείχνει τον διαφορετικό δρόμο στην εποχή της αλόγιστης σπατάλης.