ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Εκείνη η «αλήτικη» μπάλα που έπαιζε ο Νταβίδ Βίγια

Εκείνη η «αλήτικη» μπάλα που έπαιζε ο Νταβίδ Βίγια

Ούτε στατιστικά, ούτε άπειρα highlights ή στιγμές και τίτλοι. Μόνο ένα ξεφύσημα και ένα… «Πόσο γαμάτος υπήρξες ρε Νταβίδ Βίγια; Μα πόσο;»

Στη δική του περίπτωση, η ζωή ήταν πάντα κατά το 10% όσα συνέβαιναν και κατά 90% όσα εκείνος φρόντιζε να δημιουργήσει. Ποτέ του δεν περίμενε καρτερικά τις ευκαιρίες. Από πολύ μικρός είχε αποφασίσει ότι θα τις δημιουργούσε από μόνος του. Κάθε δυσκολία του τη μετάλλασε σε πιθανότητα, σε όραμα και εν τέλει σε απεριόριστα γκολ. Η αλήθεια όμως είναι πως τη στιγμή που ανακοίνωσε το δικό του τέλος, δεν είχε κανένα νόημα να αραδιάσεις τα νούμερα και τα τρελά στατιστικά του. Επειδή το ποδόσφαιρο που αντιστοιχεί στο όνομα Νταβίδ Βίγια, μπορεί να χαρακτηριστεί και να περιγραφεί μόνο από ανόθευτο συναίσθημα. 

Είναι η τύχη που είχαμε να μεγαλώσουμε στα καλύτερα χρόνια ενός ξεχωριστά χαρισματικού επιθετικού, από τους κορυφαίους της προηγούμενης 15ετίας, που έπαιζε αλήτικη μπάλα (σ.σ.: όχι με την έννοια του τσαμπουκά, αλλά περισσότερο με την αλανιάρικη εκδοχή) και έκανε το απρόσμενο. Ο σηκωμένος γιακάς, το παιδικό πρόσωπο με τη μικρή γραμμή –κάτι σαν μουσάκι- στο πιγούνι, μία ευγενική φυσιογνωμία, η οποία ανέκαθεν υπήρξε παράταιρη εμφανισιακά με τον ρόλο του matador που έβγαζε μπροστά στην εστία.

Πόση τρέλα ήταν που έγραφε όλο το… Νταβίδ Βίγια στη φανέλα. Πόσο υπέροχος ήταν όταν στριφογυρνούσε γύρω από τον εαυτό του, για να ξεφύγει και να μετατραπεί σε ελάχιστα δευτερόλεπτα… από τον πιο ταπεινό οπορτουνιστή που απλά διάβαζε τη φάση, στον πιο εγκεφαλικό και τεχνίτη killer. Ο ίδιος είχε ομολογήσει ότι ήταν τύχη και κάποιο ένστικτο. Η καριέρα του ωστόσο, επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για μία ιδιαίτερη τέχνη, μία τρελή ικανότητα του να βρίσκεσαι στο κατάλληλη σημείο τη σωστή στιγμή.

Η μεγαλύτερη απόλαυση ήταν να τον παρακολουθείς σε αυτό το κάτι σαν ξάφνιασμα και αλλαγή κατεύθυνσης που θύμιζε Ρομάριο. Το χαμηλό κέντρο βάρους, η περιστροφή γύρω από τον άξονά του με την ταχύτητα του φωτός, το σπάσιμο της μέσης και η μπάλα να φεύγει σε λιγότερο και από τον λεγόμενο... πρώτο χρόνο. Το γλυκό τελείωμα της μίας επαφής, όπως ακριβώς το έκανε ο τεράστιος Ραούλ. Ταχύτητα, ικανότητα, σκέψη και αυτά όχι κλεισμένα στο εγωιστικό πλαίσιο των κλασικών σέντερ φορ, αλλά στην υπηρεσία του κοινού-ομαδικού καλού. Να γυρίζει στο κέντρο σε ρόλο ψευτο-10αριού, να σερβίρει, να δημιουργεί, να βρίσκεται στα πλάγια, ν' ανοίγει διαδρόμους.

Από τη φύση του δεξιοπόδαρος, δεν είχε κανένα πρόβλημα να βάλει πολλές από τις γκολάρες του με το ζερβό. Αυτό το έμαθε μέσα από μία στεναχώρια. Στα 4 χρόνια του έσπασε το καλό ποδάρι, το δεξί και ο πατέρας του τον έμαθε να σκοράρει με το αριστερό. Και από τότε του έμεινε. Και το έκανε με ευκολία τόσο εντός, όσο και εκτός περιοχής, με την ίδια ακριβώς άνεση, για να εξελιχτεί σε έναν από τους καλύτερους αμφιδέξιους γκολτζήδες που έπαιξαν στη σύγχρονη εποχή.

Και στα 14 του σκέφτηκε να τα παρατήσει, καθώς άπαντες του έλεγαν ότι δεν είχε τα προσόντα να κάνει καριέρα. Ενας κοντούλης, αδύνατος πιτσιρικάς που δεν ξεχώριζε ούτε στην ομάδα του χωριού του. Και ξανά εκείνος να παλεύει και να ξεπερνάει τους πάντες. Ακόμα και μετά τον σοβαρό τραυματισμό του τον Δεκέμβριο του 2011 με την Μπαρτσελόνα, που τον άφησε εκτός για οκτώ μήνες, ο Βίγια επέστρεψε και πήγε και πήρε πρωτάθλημα με την Ατλέτικο.

Ο κορυφαίος Ισπανός σκόρερ της εποχής του, ο Νο1 στην ιστορία της Εθνικής, το υπέροχο αυτό ταλέντο που ανέμιζε με το 7 στην πλάτη. Στα 38 του σκέφτηκε να ντριμπλάρει για μία τελευταία φορά τον χρόνο, πριν τον νικήσει εκείνος οριστικά. «Θα σταματήσω το ποδόσφαιρο, πριν με σταματήσει εκείνο». Πόσο τέλεια ατάκα από έναν παικταρά που στα καλά του δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει κανείς.
 
Και καθώς φτάνει η στιγμή του δικού του αντίο, για όλους εμάς που τον λατρέψαμε, αυτός ο εν δυνάμει «παππούς» της μπάλας, θα αφήσει τη θέση του σε άπειρα highlights με υπέροχες στιγμές και κρίσιμα γκολ τίτλων. Και θα έχει καταφέρει να μείνει για πάντα εκείνος ο πιτσιρικάς που έσκαγε ποδιές στους μεγαλύτερους του στη μικρή Λανγκρέο της Αστούρια και τους ανάγκαζε να τον φωνάζουν «El Guaje» (το παιδί).

Πόσο γαμάτος ήσουν ρε Νταβίδ Βίγια; Μα πραγματικά πόσο…

Follow me: @jorgekaraman