ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Μασιμιλιάνο Αλέγκρι: Περίπτωση μεγάλη

Μασιμιλιάνο Αλέγκρι: Περίπτωση μεγάλη

Ο Παναγιώτης Παλλαντζάς αποχαιρετάει ως Γιουβεντίνος και όχι σαν "δημοσιογράφος" τον προπονητή των Μπιανκονέρι.

Ο Κοντογεώργης μπορεί να επιβεβαιώσει ότι στις 15 Ιουλίου 2014 άκουσε από τον Παλλαντζά ένα ασταμάτητο παραλήρημα, το οποίο ήταν το φυσικό αποτέλεσμα μιας τιτάνιας προσπάθειας αποφυγής του εγκεφαλικού, για την αποχώρηση του Κόντε από τη Γιούβε και τοv διαφαινόμενο ερχομό του Αλέγκρι. Ολοι στο γραφείο -ίσως και στο κτίριο- μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι από το βράδυ της 16ης Απριλίου 2019 ο ίδιος άνθρωπος με την παραμικρή αφορμή έχει εκρήξεις, στις οποίες ζητάει την απόλυση του Αλέγκρι με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο που μπορεί να υπάρχει. Ανάμεσα στις δύο αντιδράσεις μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχει μια λογική συνέχεια ή συνέπεια, αλλά δεν είναι έτσι. Γιατί αν τα νεύρα του 2014 οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία πίστη στις ικανότητες του Μαξ, αυτά του 2019 οφείλονται στο γεγονός ότι υπήρχε η απόλυτη πίστη στον allenatore. Και αυτό -όσο γραφικό κι αν ακουστεί ή όσο αδιάφορο κι αν είναι για τον Αλέγκρι αφού δε θα το μάθει ποτέ (κι αν το μάθαινε, δε θα επηρεαζόταν σε κάτι)- είναι κάτι που ο Μασιμιλιάνο το κέρδισε σε αυτή την πενταετία που μεσολάβησε...

Το πώς το κατάφερε, είναι μυστήριο. Ή και απλό, για να μπούμε στη λογική του. Η απλότητα, άλλωστε, είναι κάτι που λατρεύει ως έννοια ο Αλέγκρι και το έκανε σαφές από την πρώτη του μέρα στο Τορίνο. Οπως έχει πει, άλλωστε, ήταν πολύ απλό για τον ίδιο να πει "ναι" στην πρόταση της Γιουβέντους, όχι μόνο επειδή ήταν η Γιουβέντους, αλλά και επειδή ήταν μια ομάδα στην οποία πίστευε και το έλεγε από το ξεκίνημα. Αυτό, άλλωστε, ήταν και το πρώτο δώρο που έκανε στους Γιουβεντίνους: Η αποφυγή της θεοποίησης του Κόντε. Ο Αντόνιο έχει πολλά πολύ καλά, με κυριότερο τα οπαδικά του πιστεύω, αλλά δεν ήταν τόσο καλός όσο πίστευε ο ίδιος. Και αυτό το έδειξε ο Αλέγκρι, δίνοντας το δικαίωμα στους οπαδούς της Κυρίας να κάνουν αυτό που ήθελαν: Να φωνάξουν δηλαδή και να μπορούν να το αποδείξουν πια, ότι εκείνη η ομάδα δεν ήταν των 10 ευρώ. Ηταν πολύ πιο "ακριβή", πολύ πιο δυνατή, πολύ πιο ευχάριστη. Οπως ήταν και ο Μαξ τότε, δείχνοντας το με την πρόποση που έκανε σε εστιατόριο της Ρώμης μετά το νταμπλ και λίγες μέρες πριν τον τελικό του Βερολίνου: «Πρωταθλήματα, κύπελλα και μαλακίες... Το νόημα της ζωής είναι η σπαγγέτι, το καλό κρασί και η καλύτερη παρέα, όπως αυτή εδώ, τώρα».

Ο Μαξ αναμετρήθηκε με το "φάντασμα" του Κόντε περισσότερες από μία φορές και έβγαινε πάντα νικητής, όπως την επόμενη σεζόν, αυτή που άρχισε με την αποχώρηση των Πίρλο-Βιδάλ-Τέβες, το 2015-16. Η σεζόν που άρχισε με -12 στις πρώτες δέκα αγωνιστικές, με τους πάντες να προβλέπουν ότι ήρθε η ώρα να ξεγυμνωθεί, αφού έπρεπε να παρουσιάσει τη δική του ομάδα και όχι να βασιστεί σε αυτή του προκατόχου. Τελικά έκανε 24 νίκες και μία ισοπαλία στις επόμενες 25 αγωνιστικές, κατακτώντας το scudetto. Αν έπρεπε να κάνει 45 σερί νίκες, θα τις έκανε. Μια κατάσταση η οποία είχε ως αποτέλεσμα δύο πράγματα: Από τη μία να εδραιώνεται η κυριαρχία της Γιουβέντους κάνοντας ιστορικά ρεκόρ, από την άλλη να αλλάζει σιγά-σιγά η αντίληψη, η λογική, ο τρόπος σκέψης του προπονητή. Ο Αλέγκρι είναι ένας άνθρωπος που δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά το σχολείο, δεν έκανε ποτέ την καριέρα που θα μπορούσε ως ποδοσφαιριστής επειδή δεν μπορούσε να νικήσει την αδυναμία του για τις γυναίκες και την καλοπέραση, δε δίστασε να παρατήσει γυναίκα λίγες μέρες πριν τον γάμο επειδή δεν αισθανόταν ότι ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε, δεν βαριόταν ποτέ να λέει στους δημοσιογράφους ή στους παίκτες του ότι πρέπει να τα βλέπουν όλα λιγότερο σοβαρά από ό,τι πιστεύουν, ότι δε θα πρέπει να σκέφτονται πολύ γιατί η πολλή σκέψη κάνει κακό.

Αυτός ο προπονητής, αυτός ο άνθρωπος, χρόνο με τον χρόνο άλλαζε και αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει και όποιος άλλος, πλην του οπαδού που γράφει αυτό το κομμάτι, είναι τόσο βιτσιόζος ώστε να έχει διαβάσει όλες τις συνεντεύξεις Τύπου του Μαξ σε αυτή την πενταετία. Πριν ή μετά τον αγώνα. Στην αρχή ή στο τέλος της σεζόν. Κατά τον Μπουφόν, ο Αλέγκρι ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν η Γιούβε μετά τον μανιακό με την τακτική ή την πειθαρχία Κόντε. Ηταν, δηλαδή, ένας προπονητής που χαλάρωσε πνευματικά τα αποδυτήρια, κάνοντας τους παράλληλα να πιστέψουν ότι έχουν όλα όσα χρειάζονται, όχι για να μην αποκλείονται σε όμιλο Champions League από τη Γαλατασαράι ή σε ημιτελικό Europa League από την Μπενφίκα, αλλά για να κοντράρουν και να νικήσουν τους πάντες εντός ή εκτός Ιταλίας. Ηταν ένας προπονητής που μπήκε σε ένα περιβάλλον με το οποίο έμοιαζε ξένος, αλλά τελικά με αυτό το περιβάλλον... παραγνωρίστηκαν. Και όταν συμβαίνει αυτό, νομοτελειακά, θα έρθει και η στιγμή που θα χρειαστεί μια αλλαγή και για τις δύο πλευρές.

Κάποιοι λένε ότι αυτή η αλλαγή θα έπρεπε να είχε γίνει το 2017, μετά το Κάρντιφ. Αλλοι ότι θα έπρεπε να μπει τέλος σε αυτή τη σχέση πέρυσι. Τελικά μπαίνει φέτος, όταν έγινε πλέον ξεκάθαρο σε όλους, ότι με την πάροδο του χρόνου ο Αλέγκρι άλλαζε τόσο πολύ από τη Γιουβέντους, ώστε να μένει τελικά στάσιμη η ίδια η Γιουβέντους. Προφανώς ο κάθε οπαδός μπορεί να βρει για την ομάδα του όλα τα προτερήματα του κόσμου ή μπορεί να την αγαπήσει τόσο ώστε να του ορίζει τα συναισθήματα, την καθημερινή διάθεση του, αλλά επειδή αυτός που γράφει είναι Γιουβεντίνος, θα πει τούτο: Η Γιούβε είναι ομάδα που αν την αγαπήσεις, σε αλλάζει. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης σου, τη νοοτροπία σου, τη λογική σου. «Με τη Γιουβέντους ήταν πέντε χρόνια αγάπης», είπε την Παρασκευή σε ιταλική τηλεοπτική εκπομπή ο Αλέγκρι και είναι σίγουρο ότι έλεγε αλήθεια. Γιατί άλλαξε. Επηρεάστηκε από αυτή. Και τελικά μπήκε 100% στη λογική της, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, σε αυτά της προεδρίας του Αντρέα Ανιέλι.

Η Κυρία πάντα είχε εμμονή με τις νίκες, με τις επιτυχίες, με τους τίτλους. Αυτή την οκταετία όμως -και σε αυτό ευθύνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και το Calciopoli- έχει γίνει ένα τέρας που δεν χορταίνει ποτέ. Εχει γίνει μια επιχείρηση που βλέπει παντού αριθμούς και θέλει να τους βλέπει να μεγαλώνουν συνεχώς. Εχει γίνει μια ομάδα, στην οποία ο Αλέγκρι μάλλον δεν θα έκανε τώρα μια πρόποση όπως αυτή στη Ρώμη το 2015. Και δεν θα την έκανε, επειδή δεν αισθάνεται πλέον ούτε ο ίδιος έτσι. Ο Μαξ άλλαξε κάποια πράγματα στη σκέψη και τη νοοτροπία της Γιουβέντους που παρέλαβε από τον προκάτοχο του, αλλά τελικά μάλλον άλλαξε περισσότερο τον ίδιο η Γιουβέντους. Το «πρωταθλήματα, κύπελλα και μαλακίες...», έγινε πλέον «υποχρέωση να επιτευχθούν οι στόχοι και όταν είσαι στη Γιούβε ο στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από το να νικήσεις». Και σε αυτά τα πέντε χρόνια, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να νικάει. Πολύ. Τόσο πολύ, ώστε από ένα σημείο κι έπειτα να ξεχάσει όσα πίστευε και να μπει στη λογική του αποτελέσματος και μόνο. Του 1-0. Νίκησε τόσο πολύ, ώστε αν είχε σηκώσει την κούπα σε έναν από τους δύο τελικούς του Champions League, να είχε μπει δικαιωματικά δίπλα στους Μαρτσέλο Λίπι και Τζοβάνι Τραπατόνι.

Δεν τη σήκωσε και δεν θα μπει δίπλα σε αυτούς τους δύο, επειδή τελικά άλλαξε τόσο πολύ, ώστε φέτος να φοβάται την αποτυχία. Και γι' αυτό απέτυχε, γι' αυτό δεν άξιζε τελικά να μπει δίπλα στους δύο πιο επιτυχημένους προπονητές στην ιστορία των Μπιανκονέρι. Την Κυριακή 19 Μαΐου 2019 όμως, στη φιέστα για το φετινό scudetto, ο Μασιμιλιάνο Αλέγκρι αξίζει και θα πάρει ένα πολύ ζεστό και ειλικρινές χειροκρότημα από τους Γιουβεντίνους. Οχι (μόνο) για τους 11 τίτλους που έβαλε στην τροπαιοθήκη σε αυτά τα πέντε χρόνια, αλλά γιατί σε αυτά τα πέντε χρόνια αγάπησε τη Γιούβε και γι' αυτό και άλλαξε εξαιτίας της ή για χάρη της. Και σε αυτά τα πέντε χρόνια, σε αντίθεση με ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος προπονητής του πλανήτη γη, ο Μαξ ποτέ δεν έτρεξε προς την Curva Sud έπειτα από μια νίκη για να πάρει τη δόξα, να ζήσει το όνειρο, να δώσει ένα καλό viral ή πρωτοσέλιδο. Κύριος ήρθε, ανάμεσα σε αυγά-πέτρες-βρίσιμο, Κύριος φεύγει ανάμεσα σε κριτική-αποδόμηση-απαξίωση. Απλά...