(Ι)Σπάνια ομάδα...

(Ι)Σπάνια ομάδα...

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος επιμένει ότι το μυστικό της πιο λαμπρής φουρνιάς του ισπανικού μπάσκετ δεν είναι το ταλέντο αλλά η νοοτροπία.

Σύμφωνοι, δεν έχουν όλες οι Εθνικές ομάδες έναν τόσο καταλυτικό σούπερ σταρ όπως ο Πάου Γκασόλ. Έναν παίκτη που κάνει την διαφορά και μπορεί κανείς αβίαστα να  τοποθετήσει στην κορυφή της λίστας των καλύτερων Ευρωπαίων, όλων των εποχών. Ούτε την ευλογία να περιτριγυρίζεται  από αστέρια, όπως ο Ναβάρο, ο Σέρχιο, ο Ρούντι, ο Καλντερόν, ο Ρούμπιο ή  ο Μίροτιτς,  οι οποίοι έχουν αποδείξει  -άλλος πολύ, άλλος λιγότερο-  ότι μπορούν να κάνουν καριέρα στο ΝΒΑ, χωρίς να αναζητούν  κλαψιάρικα  άλλοθι. Μαζί τους  άλλους(Γιουλ, Ρέγιες) που  προτιμούν να μείνουν στην πατρίδα για να κάνουν τη διαφορά   παρότι  είχαν και έχουν την ευκαιρία   να περάσουν τον Ατλαντικό και από πίσω τους. Ή ακόμη , πίσω τους,   τούς εκπροσώπους ενός νέου κύματος (Ερνανγκόμεζ, Κλαβέρ, Αμπρίνες) που υπόσχεται ότι η επόμενη μέρα, μπορεί και να μην είναι τόσο λαμπρή, αλλά τουλάχιστον δεν θα είναι και σκοτεινή.

Όμως αν πιστεύει κανείς ότι μόνο το υλικό φτάνει για να δημιουργήσεις μια τέτοια  ομάδα που να κυριαρχεί στην Ευρώπη και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε Παγκόσμιο επίπεδο (εξ ου και η 2η θέση στο Ranking  της FIBA) σταθερά τα τελευταία  δέκα χρόνια , τότε πλανάται πλάνη οικτρά . Το ίδιο παραπλανητική είναι η πεποίθηση ότι το μυστικό (ειδικά) μιας Εθνικής ομάδας που μαζεύεται ενάμιση μήνα κάθε χρόνο και παίζει για να διεκδικήσει διακρίσεις είναι το πόσο καλά παίζει το pick and roll, το heads out και όλες αυτές τις τεχνικές  λεπτομέρειες που είναι απαραίτητες, αποδεικνύεται όμως ότι δεν είναι το άπαν.

Αν με ρωτήσει λοιπόν κανείς ποιο θεωρώ  ότι είναι το μεγάλο «όπλο» της «φούριας ρόχα», η οποία χωρίς αμφιβολία είναι η πιο πετυχημένη ομάδα της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια , επιτρέψτε μου να επιλέξω μια  εικόνα που εκτυλίχτηκε στο παρκέ της “Carioca Arena1” όταν ολοκληρώθηκε η απονομή  του ολυμπιακού τουρνουά. Ήρθε η ώρα για τις αναμνηστικές φωτογραφίες.  Μέσα στην αγαλλίαση  για την εξασφάλιση ενός ακόμη μεταλλίου, εκεί που συνήθως η περίφημη «αρρώστια του εγώ», την οποία έξοχα έχει αναλύσει ο Πατ Ράϊλι, βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να απλωθεί, εμφανίζονται δυο φανέλες. Μια που έχει πίσω της το νούμερο «19» και φέρει το όνομα του Σαν Εμετέριο, του τελευταίου που «κόπηκε» από την αποστολή πριν πετάξει για την Βραζιλία, Και  άλλη μία με το «13» που φέρει το όνομα του Μαρκ Γκασόλ, ο οποίος σίγουρα  θα ήταν εκεί αν  δεν αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα τραυματισμού που δεν τον άφησε. Τις άνοιξαν και της κράτησαν με καμάρι, για να θυμούνται όλοι ότι μερίδιο σε αυτό το μετάλλιο έχουν  κι εκείνοι, παρότι δεν αγωνίστηκαν δευτερόλεπτο.

Υπήρξαν κι άλλες  στιγμές που μπορούσε κανείς να διακρίνει πως αυτή η ομάδα είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα μια παρέα , που πωρώνεται να είναι μαζί και να παλεύει, χωρίς να μετράει ποιος έπαιξε περισσότερο και ποιος λιγότερο. Ποιος ευνοήθηκε ή ποιος αδικήθηκε από τον προπονητή, είτε αυτός  ο Πέπου Ερνάντεζ, είτε ο Ρενέσεζ, είτε ο Σέρτζιο Σκαριόλο, είτε ακόμη εκείνη την διετία της ύφεσης, ο Ορένγκα.

Προσέξτε στη φωτό το λαμπερό χαμόγελο του  Καλντερόν και αναρωτηθείτε  αν προδίδει έναν παίκτη που έχει φτάσει στα 35, κάνει σπουδαία καριέρα και βγάζει πολλά χρήματα  στο ΝΒΑ, ο οποίος έπαιξε μέσο όρο  5.1 λεπτά, με απόφαση προπονητή. Μπορείτε επίσης να ανατρέξετε στα βίντεο και να  παρατηρήσετε  πως πανηγύριζε στον πάγκο κάθε κερδισμένη μάχη των συμπαικτών του, κουνώντας την πετσέτα σαν 18χρονος ρούκι.

Και φυσικά αναρωτηθείτε  αν με την συμπεριφορά του και το ύφος του ο Πάου Γκασόλ, θα πρόδιδε ποτέ   ότι είναι ο ηγέτης, αν δεν τον δείτε να το αποδεικνύει με την απόδοσή του στο παρκέ.

Συνήθως ,όλα αυτά  τα χρόνια αυτά, τους βλέπουμε να επιστρέφουν στο ξενοδοχείο πανηγυρίζοντας. Ξέρετε πώς κατεβαίνουν από το πούλμαν; Πιάνοντας ο ένας τη μέση του άλλου και σχηματίζοντας ένα  τραινάκι. Το τραινάκι αυτό περνάει  τραγουδώντας από τη ρεσεψιόν, ανεβαίνει από τις σκάλες  και διαλύεται όταν ένας-ένας οι παίκτες χωθούν στα δωμάτιά τους.Πενταήμερη κανονική.

Το 2009, στο Ευρωμπάσκετ της  Πολωνίας, τότε  που ξεκίνησαν άθλια και κινδύνεψαν να αποκλειστούν από την πρώτη φάση (προκρίθηκαν ως 4οι) , μαζεύτηκαν σε ένα δωμάτιο , συζήταγαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Δεν βγήκαν πριν καταλήξουν και πριν  δεσμευθούν ότι  δεν θα αφήσουν τους κόπους τους να πάνε χαμένοι. Για όλα όσα είχαν αποφασίσει ενημέρωσαν το Σκαριόλο, ο οποίος τους εμπιστεύθηκε και δεν έχασε.

Το βασικότερο μάθημα που (συνεχίζουν να)  δίνουν λοιπόν  οι Ισπανοί, με αυτή την τρομερή  ομάδα που μπόλιασε με το πνεύμα του νικητή ακόμη και αυτή την Εθνική ποδοσφαίρου που ακολούθησε το παράδειγμά της  ήταν ότι στην ιεραρχία η νοοτροπία είναι ακόμη πιο ψηλά από το ταλέντο. Ότι το βασικότερο εφόδιο  μιας Εθνικής ομάδας είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα η ατμόσφαιρα που επικρατεί στις τάξεις της. Σε αυτό το μικρό διάστημα που μαζεύονται οι παίκτες δεν προλαβαίνουν ούτε μπάσκετ να μάθουν , ούτε να αλλάξουν συνήθειες. Προλαβαίνουν όμως να συνειδητοποιήσουν ότι όποιος θεωρεί ότι μπορεί να βάλει τον εαυτό του πάνω από το κοινό συμφέρον, απλά δεν χωράει και αποβάλλεται, ως ξένο σώμα.

Κι αν κάποιος επικαλεστεί το συγκριτικό  πλεονέκτημα της Ισπανίας  να βασίσει όλο αυτό  το οικοδόμημα  πάνω  σε συγκεκριμένη γενιά, , στην   τάξη  των γεννηθέντων το 1980, από την οποία έχουν πλέον  απομείνει ο Πάου, ο Ναβάρο, ο Σέρχιο , ο Καλνερόν και ο Ρέγιες, η  οποία ξεκίνησε μαζί από την Εθνική Παίδων, σάρωσε όλους τους τίτλους που βρήκε στο δρόμο της και απετέλεσε την γερή ραχοκοκαλιά της  η απάντηση είναι απλή: η φουρνιά αυτή δημιουργήθηκε, δεν …φύτρωσε.