Όλα ίσωμα, όλα μπάλα

Όλα ίσωμα, όλα μπάλα

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι οι Βραζιλιάνοι αδίκησαν τον αθλητικό τους πολιτισμό, αλλά κατάφεραν πλήγμα στη μάστιγα της πολιτικής ορθότητας.

Όταν η "επίσημη αγαπημένη" κληρώθηκε στον ίδιο Όμιλο με τους Βραζιλιάνους στο Μουντομπάσκετ του 2006, ανησύχησα. Είχα διαβάσει ότι η πόλη Χαμαμάτσου στέγαζε πολυπληθή κοινότητα εμιγκρέδων "καριόκας" και περίμενα να τους δω ενωμένους σαν μια γροθιά, στο πλευρό της Εθνικής ομάδας της μακρυνής πατρίδας. "Δεν το παίρννουμε εύκολα αυτό το ματς".

Η εικόνα που αντίκρυσα στο γήπεδο με έκανε να χάσω πάσα ιδέα. Διακόσια άτομα στην από δω εξέδρα με σημαίες της Φλαμένγκο, διακόσια στην από κει με λάβαρα της Φλουμινένσε. Και να βρίζονται μεταξύ τους, χωρίς να πολυενδιαφέρονται για τα τεκταινόμενα στο παρκέ.

"Έτσι είμαστε εμείς, μας αρέσει να πλακωνόμαστε", μου εξήγησε γελώντας κάποιος που είδε το βλέμμα απορίας στο πρόσωπό μου. Ποια πατρίδα, τώρα...

Τρία χρόνια αργότερα, το Ρίο ντε Ζανέιρο έλαβε το χρίσμα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016. Η ανάμνηση της κερκίδας από το Χαμαμάτσου με έκανε να ποντάρω εξαρχής σε αποτυχία.

Μολονότι η αχανής πατρίδα τους βγάζει κορυφαίους αθλητές στα περισσότερα σπορ, οι Βραζιλιάνοι δεν σκαμπάζουν πολλά πολλά από αθλητισμό, ούτε ενδιαφέρονται ιδιαίτερα. Η "Φλα" και η "Φλου" να κερδάνε και οι άλλοι ας πάνε να κοιμηθούν.

Δυστυχώς, οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν στο Ρίο. Το ολυμπιακό "fair play" αποδείχθηκε είδος εν ανεπαρκεία, ξανά και ξανά και ξανά.

Αθλητές από τρίτες χώρες, όπως ο Λαβιλενί και ο Ντελ Πότρο, αποδοκιμάστηκαν αγρίως, τη στιγμή που έδιναν τον αγώνα της ζωής τους. Οι εκκλήσεις διαιτητών και κριτών για ησυχία και ηρεμία έπεφταν σε αυτιά μη ακουόντων. Όπου εμφανιζόταν Αργεντινός αθλητής, άκουγε τα εξ αμάξης (τα ίδια που άκουγαν οι Βραζιλιάνοι από τους άσπονδους γείτονες, για να είμαστε δίκαιοι).

Ντόπιοι φίλαθλοι πήγαιναν να δουν στίβο και γυμναστική και άρση βαρών ντυμένοι με φανέλες ποδοσφαιρικών ομάδων. Ανάμεσα στις σημαίες χωρών έβλεπες αναρτημένα πανό της Mποταφόγκο και της Βάσκo ντα Γκάμα.

Όλα ίσωμα. Όλα πουτάνα. Όλα μπάλα.

Και φόντο σε όλα αυτά τα δυσάρεστα και ενοχλητικά, μία θάλασσα από άδεια καθίσματα. Δεν θυμάμαι άλλη φορά να είναι τόσο εύκολη υπόθεση η εξεύρεση ενός Ολυμπιακού εισιτηρίου, ακόμα και στα δημοφιλέστερα αθλήματα.

Στο Πεκίνο και στο Λονδίνο τα έψαχνε κανείς με το φανάρι στη μαύρη αγορά, ενώ στο Ρίο τα έπαιρνε ο υπομονετικός μισοτιμής και με δώρο ένα πιάτο σπιτική φεϊσοάδα. Και ένα cd του Γκαετάνο Βελόσο.

Η οικοδέσποινα τίμησε μοναχά το άθλημα-λαθρεπιβάτη του Ολυμπιακού προγράμματος. Οι Βραζιλιάνοι και μόνο οι Βραζιλιάνοι καίγονταν για την ασπρόμαυρη μπάλα στο Ρίο.

Στην υπόλοιπη υφήλιο, πληθαίνουν ολοένα οι φωνές για αποκλεισμό του ποδοσφαίρου από το Ολυμπιακό πρόγραμμα. Στη Βραζιλία, πάλι, όχι.

Το θρυλικό Μαρακανά γέμισε χθες με μέγα πλήθος και με μέγα πάθος. Και με την ελπίδα να κλείσει, επιτέλους, η ανοιχτή πληγή του προπέρσινου Μουντιάλ. Δεν παει να ασχολείται η υπόλοιπη υφήλιος με τον Μπολτ και με τον Φελπς...

Το κάρμα είναι άτιμη πόρνη, αλλά αυτη τη φορά λυπήθηκε τους Βραζιλιάνους και τους απάλλαξε από ένα νέο "Maracanazo" ("Μαρακανακάζο", το βάφτισαν οι φωστήρες της ΕΡΤ). Η Βραζιλία κατέκτησε το μοναδικό χρυσό μετάλλιο που την ενδιέφερε και το πανηγύρισε χορεύοντας στους δρόμους.

Το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό άθλημα που κατεβάζει τα δεύτερα στις Ολυμπιάδες, αλλά αυτό ειναι ασήμαντος αστερίσκος. Για το κοινό στην πατρίδα του Πελέ, δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από μπάλα.

Και κάπως έτσι γλίτωσαν οι Γερμανοί από τις αποδοκιμασίες που πιθανότατα θα τους συνόδευαν, εάν κατακτούσαν αυτοί το χρυσό μετάλλιο...

Εμείς που χλευάζουμε, σωστό θα είναι να σιωπήσουμε αιδημόνως. Χάσαμε το δικαίωμα "διά να ομιλούμε" για Ολυμπιακό πνεύμα το 2004, στους δικούς μας Αγώνες, όταν μετατρέψαμε σε ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού τους αγώνες της Δανιηλίδου στο τένις και τον τελικό του Νικολαϊδη στο ταεκβοντό και ό,τι άλλο έπεσε στα νύχια μας.

Τη βραδιά του τελικού των 200 μέτρων, λίγο έλειψε να ξαμολύσουμε χουλιγκάνους για να δείρουν τους ανταγωνιστές του Κεντέρη και τους ανθέλληνες "αθανάτους". Το χάλι των Βραζιλιάνων δεν το πλησιάζουμε, αλλά πριν από αυτούς κρατούσαμε τα ρεκόρ εμείς.

Τουλάχιστον, κρατήσαμε τα προσχήματα και γεμίσαμε τις κερκίδες κόντρα σε κάθε προγνωστικό. Επίσης, κρύψαμε καλά τα υπόλοιπα κουσούρια μας και καταπιέσαμε τον κακό μας εαυτό, όπως οι Αμερικανοί που εξοστράκισαν το 1996 στην επαρχία για 20-25 μέρες όσους κατοίκους της Ατλάντα είχαν ποινικό μητρώο.

Οι Βραζιλιάνοι δεν μπόρεσαν να κουκουλώσουν τα φλέγοντα προβλήματά τους κάτω από το χαλί, τουλάχιστον όχι τόσο όσο ήλπιζαν τα ευαίσθητα ματάκια των "τι θα πουν οι ξένοι" επισκεπτών.

Αν μη τι άλλο, εκείνοι δεν προσπάθησαν να κοροϊδέψουν κανέναν. Αυτό που είδαν όσοι ταξιδεψαν στο Ρίο ήταν ένα στιγμιαίο ενσταντανέ της πραγματικής ζωής μίας βραζιλιάνικης μεγαλούπολης. Και πολύ πιο light από ένα αντίστοιχο του περασμένου Φεβρουαρίου ή του ερχόμενου Δεκεμβρίου.

Σκεφτόμουν, μάλιστα, ότι είναι άκυρο και ουτοπικό να ζητάμε σαβουάρ βιβρ από φιλάθλους που είναι μαθημένοι αλλιώς και από κοινωνίες που βράζουν.

Άλλωστε είναι υποκριτική η έκκληση για "ευ αγωνίζεσθαι" σε ένα αθλητικό στερέωμα βυθισμένο στη διαφθορά και στην απατεωνιά. Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν δεν μένει πια εδώ και άλλωστε ήταν ένας μισαλλόδοξος ψευτοευγενής του πισινού.

Ίσως είναι πιο έντιμο να διεξάγονται οι Αγώνες με τους όρους που υπαγορεύει το κοινό της εκάστοτε διοργανώτριας, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις διεθνείς διοργανώσεις του ποδοσφαίρου και των άλλων ομαδικών αθλημάτων.

Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή όταν κυνηγάει το μπαλάκι ο Μάρεϊ και όταν επιχειρεί να υπερπηδήσει τον πήχυ η Βλάσιτς; Επειδή έτσι συνηθιζόταν στους κύκλους των γαλαζοαίματων;

Ας γίνονται όλα μέσα σε οχλοβοή και ας παίζει το "πλεονέκτημα της έδρας" (η απλώς της εξέδρας) τον ρόλο που του αναλογεί. Ας προετοιμάζονται οι αθλητές για επιδοκιμασίες και για αποδοκιμασίες την ώρα του αγώνα, με εξαίρεση ίσως αθλήματα όπου υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική τους ακεραιότητα (όπως η άρση βαρών ή η ενόργανη γυμναστική).

Όποιος αισθάνεται την ανάγκη να σεβαστεί τον ξένο αθλητή, ας το κάνει χωρίς τον αόρατο πέλεκυ της πολιτικής ορθότητας. Έτσι γίνεται και η νίκη πιο γλυκιά.

Ο Τζινόμπιλι και ο Νοσιόνι άκουγαν το "cinco, cinco" της βραζιλιάνικης κερκίδας και το μετέτρεπαν σε αφιόνι. Δεν τους ενδιέφερε εκείνη την ώρα, πόσα Μουντιάλ έχει κερδίσει η Βραζιλία στο κλωτσοσκούφι, ενδιέφερε ωστόσο τα φιλαράκια τους, πίσω στο Μπουένος Άιρες.

Αντιστοίχως, η μπλούζα του Αργεντινού προπονητή του επί κοντώ, με τους στίχους από το χυδαίο κοροϊδευτικό άσμα "Decime que se siente" ("πείτε μας πώς νιώθετε πού ήρθε ο μπαμπάκας σας στο σπίτι" κλπ) ήταν το καλύτερο εφόδιο στη φαρέτρα του Βραζιλιάνου Ολυμπιονίκη Tιάγκο ντα Σίλβα.

Και όταν κάποιος αθλητής τολμήσει να παραλληλίσει ξεδιάντροπα τη συμπεριφορά μίας εξέδρας με τους Γερμανούς ναζί του 1936, όπως έκανε στο Ρίο ο πολύς Λαβιλενί, ας πέσει το ξεφωνητό του αιώνα. Στον πολιτισμένο κόσμο, υπάρχουν κόκκινες γραμμές που απαγορεύεται να παραβιάζονται.