Ο ελληνικός στίβος στους σύγχρονους Ολυμπιακούς (vol. 3)

Ο ελληνικός στίβος στους σύγχρονους Ολυμπιακούς (vol. 3)

Το gazzetta.gr  και ο Γιάννης Κούρκουλος παρουσιάζουν μια σειρά αφιερωμάτων για τον ελληνικό στίβο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, συνεχίζοντας με την καταγραφή όλων όσοι κατέκτησαν μετάλλιο από το 1896 μέχρι σήμερα! Δείτε το τρίτο μέρος.

Κι όμως. Υπάρχει τελικά τρόπος να κατακτήσει κανείς την αθανασία! Για τους Ολυμπιονίκες δεν γκρέμιζαν απλά τα τείχη στις πόλεις τους κατά την αρχαιότητα, αλλά οι σοφοί πρόγονοι, μάς δίδαξαν πως οι Ολυμπιονίκες κερδίζουν μια θέση στο πάνθεον των αθανάτων…

Η χώρα μας λοιπόν έχει κερδίσει 36 μετάλλια στου σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες προερχόμενα από 27 αθλητές, αφού κάποιοι κατέκτησαν περισσότερα του ενός. Να τους θυμηθούμε, ή να μάθουμε όσους δεν ξέρουμε. Το gazzetta.gr ξεκινάει την παρουσίασή τους, η οποία θα γίνει ανά δεκάδες!

Διαβάστε εδώ την πρώτη δεκάδα
Διαβάστε εδώ τη δεύτερη δεκάδα

Γεώργιος Σαριδάκης Ο Γεώργιος Σαριδάκης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1885 και ήταν τρίτος Ολυμπιονίκης το 1906. Ηταν αθλητής του Πανιώνιου. Πήρε μέρος στην Μεσολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα και στα 3.000 μέτρα βάδην όπου τερμάτισε τρίτος με επίδοση 15:33.0, πίσω από τους Γκιόργκι Στάντικς και Χέρμαν Μίλερ. Στους Πανιώνιους αγώνες του 1906 στην Σμύρνη ήταν 1ος στα 1500 μ.βάδην με επίδοση 7,53.

Κωνσταντίνος Σπετσιώτης

Ο Κωνσταντίνος Σπετσιώτης γεννήθηκε το 1883 και έφυγε στις 5 Μαρτίου 1966 και έγινε ολυμπιονίκης στη μεσολυμπιάδα του το 1906. Στους Μεσολυμπιακούς του 1906 ήταν 3ος στο Βάδην 1.500μ με επίδοση 7.24.0 πίσω από τον πρώτο Αμερικανό Τζορτζ Μπόνχαγκ και τον δεύτερο Καναδό Ντόνλαντ Λίντεν. Λίγες μέρες πριν την Μεσολυμπιάδα είχε πάρει μέρος και στο πανελλήνιο πρωτάθλημα στίβου, όπου ήταν πρώτος στο βάδην 3.000 μ. με επίδοση 7.34. Το 1904 είχε συμμετάσχει στους Η' Πανιώνιους αγώνες στην Σμύρνη όπου ήταν πρώτος στα 1.000 μ.βάδην με επίδοση 4΄45΄΄.

Κωστής Τσικλητήρας

Ο Κωστής Τσικλητήρας Γεννήθηκε στην Πύλο στις 30 Οκτωβρίου 1888 και έφυγε πολύ νέος στις 10 Φεβρουαρίου 1913, στα 25 του περίπου χρόνια στην Αθήνα. Υπήρξε πέρα από τετράκις Ολυμπιονίκης του στίβου (ρεκόρ) και ποδοσφαιριστής. Ήταν 20 φορές πρώτος πανελληνιονίκης πέντε διαφορετικών αγωνισμάτων σε διάστημα 6 χρόνων και κάτοχος πανελλήνιων ρεκόρ σε τρία στιλ άλματος. Κατέκτησε από 2 μετάλλια σε δύο συνεχόμενες διοργανώσεις Ολυμπιακών αγώνων, το δε χρυσό του 1912 στη Στοκχόλμη αποτέλεσε επί σειρά δεκαετιών ορόσημο σε πλήθος επιπέδων της ελληνικής ολυμπιακής ιστορίας, με χαρακτηριστικότερο γεγονός ότι ίδια επιτυχία δεν επαναλήφθηκε στο στίβο παρά 80 χρόνια έπειτα (1992 η Βούλα Πατουλίδου). Τα ένα χρυσό, δύο αργυρά και ένα χάλκινο μετάλλια τον κατατάσσουν πρώτο στους Έλληνες Ολυμπιονίκες με τα περισσότερα στο σύνολο, από κοινού με τον Πύρρο Δήμα (3-0-1) και το φίλο-συναθλητή Νίκο Γεωργαντά (επίσης 1-2-1, με τα 3 των Μεσοολυμπιακών το 1906). Σπούδασε λογιστική, αλλά έως το θάνατό του σε ηλικία 24½ ετών είχε αφιερωθεί στον αθλητισμό.

Ο πατέρας του γιατρός Ηρακλής (1852–1919), διετέλεσε δήμαρχος από νεότατη ηλικία στην ευρύτερη περιοχή Πύλου επί σειρά ετών (1879 με 1895) και προξενικός πράκτορας της Γαλλίας στην πόλη, η δε μητέρα Μαριγώ ανήκε στο γνωστό τοπικό γένος των Καλογερόπουλων (αδελφή του Δημητρίου, βουλευτή, νομάρχη και Έλληνα πρόξενου στην Τύνιδα). Ο Κωστής ήταν ο μεσαίος αδελφός της μεγαλύτερης Ελένης και του Σταύρου (Λούλη), ο οποίος παραιτούμενος από πρωτοδίκης υπήρξε μεταξύ όσων το 1930 ίδρυσαν το αριστερού προσανατολισμού Αγροτικόν Κόμμα Ελλάδος (αρχικά υπό τον Ι. Σοφιανόπουλο) και βουλευτής μετά τις εκλογές του 1932 και 1933.

Ο προπάππους του Νικόλαος Τζικλητήρας (17;;–1840) εγκατέλειψε το ναυτικό επάγγελμα του υπεύθυνου φορτίων (σουπερκάργκο) το 1814, για να παραμείνει –ως δάσκαλος ελληνικών ανάμεσα σε άλλα– στη Βοστόνη όπου και παντρεύτηκε Γαλλίδα. Σύντομα από το θάνατό της και όταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας τον ενημέρωσε για την επικείμενη Ελληνική επανάσταση, εκποίησε την περιουσία τους ώστε το 1821 να επαναπατριστεί με το γιο –επίσης– Νικόλαο και τη νεότερη κόρη, η οποία απεβίωσε εν πλω.

Ο παππούς Νικόλαος ο νεότερος (1813–1895) εκλέχθηκε πέντε φορές βουλευτής τα χρόνια 1861 με 1875, ενώ και η σύζυγός του Αννέτα Μισυρλή του Άγγελου καταγόταν από –ευπορότατη– οικογένεια Μεσσηνίων πολιτικών (την ίδια με τη μητέρα του τραγικού πρωθυπουργού το 1941 Αλέξανδρου Κορυζή). Απέκτησαν πέντε κόρες και δύο γιους: το φαρμακοποιό Διονύσιο και

τον πατέρα του άλτη, γιατρό, δήμαρχο και –όπως ο Νικόλαος β'– ταξιδιωτικό πρόξενο της Γαλλίας στην Πύλο.

Εκτός από πολιτικούς, δικαστικούς, επιστήμονες νομικής και ιατρικής, η οικογένεια έχει να επιδείξει και άλλους αθλητές πέραν του Κωστή. Ο Λεωνίδας μετείχε πριν από εκείνον σε Ολυμπιακούς, συγκεκριμένα το 1896 ως αθλητής του μονόζυγου κατά τους εναρκτήριους της σύγχρονης περιόδου στην Αθήνα. Η πλάκα του κοινού τους μνήματος στο Α΄ Νεκροταφείο Πατρών, φέρει τους 5 κύκλους της ολυμπιακής σημαίας.

Γόνος οικογένειας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, γνώριζε αγγλικά και γαλλικά, ενώ στα τέλη Απριλίου του 1905 εγκαταστάθηκε μόνος και σε ηλικία 16½ ετών στην Αθήνα. Η αθλητική ενασχόληση ήταν ο βασικός σκοπός της ανόδου του στην πρωτεύουσα. Νοίκιαζε χώρο σε οίκημα συγγενή του για επαρχιώτες φοιτητές επί της οδού Φερών 16, μόλις 500 μέτρα από τις εγκαταστάσεις του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου (Πεδίον του Άρεως), όπου εντασσόμενος αμέσως με την άφιξη στην Αθήνα πραγματοποίησε την έναρξη της επίσημης αθλητικής του σταδιοδρομίας. Ο νομικός και ποιητής Γεώργιος Στρατήγης, είχε υπάρξει καθηγητής του στην Ακαδημία και συνέγραψε ωδή για το θάνατο του νέου το 1913. Πριν το γεγονός και αμέσως έπειτα τη δεύτερη δυάδα νικών (α' και γ') σε Ολυμπιακούς αγώνες τον Ιούλιο του 1912, προσλήφθηκε τιμητικά από την Τράπεζα Αθηνών, όπου δεν ανέλαβε υπηρεσία παρά επί 1½-2 μήνες πριν την εθελοντική του κατάταξη για τον Α' Βαλκανικό πόλεμο. Πιστεύεται πως την περίοδο εκείνη είχε αποφασίσει να αρραβωνιαστεί.

Τη στενότατη σχέση με το συναθλητή του στον Πανελλήνιο ΓΣ ολυμπιονίκη ρίψεων τα 1904 και 1906 Νίκο Γεωργαντά, η οποία επανειλημμένα σημειώνεται στο έργο "Ταξίδι στη δόξα", υπογραμμίζει ακόμη ο Ε.Ν Περδικέας στο δικό του "Η ιστορική Πύλος και ο ολυμπιονίκης Κωστής Τσικλητήρας" του 1960. Ο "αδελφικός και αχώριστος φίλος", φθασμένος αθλητής και μέλος στο σύλλογο από το 1901 ή 1902, λειτούργησε ως πρότυπο νικητή και αγωνιστικός εμψυχωτής του, ενώ όντας μεγαλύτερος μία σχεδόν δεκαετία και δάσκαλος το επάγγελμα, βοήθησε κοινωνικά και στήριξε συναισθηματικά τον νεαρό κατά την παραμονή μακριά από τη μικρή του πόλη.

 Εντούτοις και εξαιτίας ίσως οικογενειακών καταβολών, ο άλτης δεν φαίνεται να ταυτιζόταν με τις αντιβασιλικές και κυρίως ακραία προοδευτικές –τότε αναρχικές– θέσεις εκείνου. Η χώρα προχώρησε σε επιχειρήσεις εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επίσημα στις 5 Οκτωβρίου 1912, με την έναρξη των πολεμικών προετοιμασιών να τοποθετείται ήδη από το καλοκαίρι που ο Τσικλητήρας αναδεικνυόταν στη Στοκχόλμη ολυμπιονίκης. Είναι ακαθόριστο πότε άρχισε η γενικευμένη απόπειρα "προστασίας" του, εκείνος πάντως είχε ενημερώσει σχετικά τον πατέρα του γραπτώς από τις 6 Σεπτεμβρίου, τονίζοντας παράλληλα τη δική του ειλημμένη και τελική απόφαση να καταταγεί. Πιθανότερα την 27η του μήνα παρουσιάστηκε εθελοντής στο Στρατολογικό Γραφείο Καλαμάτας και εντάχθηκε στον 11ο Λόχο του 1ου Συντάγματος Πεζικού, προωθούμενος στη μεγαλύτερη πόλη της τότε βόρειας ελληνικής μεθορίου Λάρισα, δηλαδή το επιτελικό κέντρο των επιχειρήσεων. Κάποιοι

σημειώνουν απόρριψή του σε πρόταση παραμονής στο Φρουραρχείο Αθηνών, κατά τον ενδιάμεσο σταθμό της μονάδας στην πρωτεύουσα. Έλαβε το βαθμό έφεδρου λοχία, δεν υπάρχουν όμως αναφορές περί εμπλοκής του στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Φημολογείται ότι το τελευταίο ήταν επακόλουθο παρέμβασης του Πρίγκηπα Νικολάου, όχι αποκλειστικά βεβαίως για να διαφυλαχθεί ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής της εποχής (ο βασιλόπαις διατελούσε μέλος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής), όσο το ηθικό στρατεύματος και λαού από δυσμενές ενδεχόμενο στην υγεία ή και ζωή του –πρόσφατου– ζωντανού θρύλου της φυλής. 

Αργότερα κατατάχθηκε στο 9ο Σύνταγμα Καλαμάτας ο αδελφός του Σταύρος, ούτε 17 ετών, ο οποίος επίσης έγινε αντικείμενο προστατευτικών ενεργειών και προωθήθηκε για το μέτωπο της Ηπείρου μόνο κατόπιν τοποθέτησης του Κωστή σε τομέα πίσω εφεδρείας. Αυτό συνέβη τις τελευταίες ημέρες του 1912, με διαταγή μετάθεσης για την Αθήνα και το 1ο Σύνταγμα της μονάδας υποστήριξης. Κατά τον Δελώνη, η εξέλιξη προκάλεσε στον Τσικλητήρα έντονη δυσαρέσκεια και αίσθημα ντροπής προς τους συναδέλφους του που θα παρέμεναν να στελεχώνουν το λόχο, έστω και μακριά από τις μάχες.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1913 εμφανίζει υψηλό πυρετό, σπασμούς και δύσπνοια, για να μεταφερθεί εσπευσμένα στο Πολιτικό Νοσοκομείο (τώρα Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων). Σε ιατρικό συμβούλιο –παρουσία εκπροσώπου του Πρίγκηπα Νικολάου– ο καθηγητής Λιβιεράτος, ανακοινώνει το απόγευμα της επομένης τη διάγνωση σοβαρής περίπτωσης μηνιγγίτιδας ιδιότυπης μορφής (φυματιώδη).Η κατάσταση επιδεινώθηκε το πρωί της 10ης Φεβρουαρίου και περιερχόμενος σε λήθαργο, σύντομα (5 με 10 το βράδυ) ο 24χρονος κατόχος τεσσάρων ολυμπιακών μεταλλίων εξέπνευσε. Τον 8ήμερο εκείνο, τελευταίο του, αγώνα παρακολούθησε με συγκίνηση το Πανελλήνιο, φίλαθλο και μη.

Αθλητική σταδιοδρομία

Το 1906 κατέκτησε την τρίτη θέση στο μήκος άνευ φοράς στους Πανελλήνιους αγώνες με επίδοση 2.83 μ. Το ίδιο έτος στους Μεσολυμπιακούς της Αθήνας, κατετάγη 6ος στο ύψος άνευ φοράς με 1.30 μ, ενώ στο μήκος άνευ φοράς αποκλείστηκε στον προκριματικό. Το 1907 κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης, στο άλμα εις ύψος με 1.65 μ., στο ύψος άνευ φοράς με 1.40 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.14 μ. Επίσης του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Πανιωνίου. Στους Πανελλήνιους αγώνες κατάκτησε 2 χρυσά μετάλλια. Με την ποδοσφαιρική ομάδα του ΠΓΣ συμμετείχε στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα του 1907 αγωνιζόμενος στη θέση του τερματοφύλακα.

Μετείχε και πάλι στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου για την περίοδο 1907-08. Στις 20 Ιουλίου αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου στο αγαπημένο του αγώνισμα το οποίο ήταν το μήκος άνευ φοράς και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο υποσχώμενος ότι θα γίνει πρώτος ολυμπιονίκης. Στις 23 Ιουλίου του 1908 ο Τσικλητήρας κατέκτησε για δεύτερη φορά το ασημένιο μετάλλιο στην ίδια διοργάνωση στο ύψος άνευ φοράς. Τα άλματά του ήταν 3,28 μ. και 1,15 μ. αντίστοιχα.

Από το 1908 ακολούθησε το Γιώργο Καλαφάτη εγκαταλείποντας την ποδοσφαιρική ομάδα του Πανελλήνιου και μετείχε στην πρώτη ομάδα που σχημάτισε ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών (όπως τότε ονομαζόταν ο Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος). Αγωνιζόμενος ως τερματοφύλακας στον ΠΟΑ, στις 30 Νοεμβρίου του 1908 κατέκτησε το Πανελλήνιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου που διοργανώθηκε από τον ΣΕΑΓΣ. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1910 κατάκτησε ένα ακόμη Πανελλήνιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου με τον ΠΟΑ. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1912 στη Στοκχόλμη, κατά τους οποίους ήταν ο σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής, κατέκτησε στις 8 Ιουλίου το χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με άλμα 3,37 και το χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με άλμα 1,55.

Φανή Χαλκιά

 Η Φανή γεννήθηκε στη Λάρισα, στις 2 Φεβρουαρίου του 1979. Διακρίθηκε την δεκαετία του ΄90 στο μίτινγκ «Ολυμπιακές Μέρες». Στον ανοικτό στίβο πέτυχε 53.46 καλύτερη επίδοση, στα «Τοφάλεια» (2003).

Τον Αύγουστο του 2003 πέτυχε καλύτερη επίδοση και στα 400μ. εμπόδια, στη Θεσσαλονίκη (56.40). Πανελλήνιο ρεκόρ στα 400μ. πέτυχε στην πρεμιέρα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος κλειστού στίβου της Βουδαπέστης (Μάρτιος 2004), με επίδοση 51.77, το οποίο βελτίωσε με επίδοση 51.68 στον ημιτελικό. Τελικά, πήρε την 6η θέση, με 52.90. Στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα του 2004 κατέρριψε το δικό της ρεκόρ στα 400μ. με 54.88 στις 11 Ιουνίου του 2004. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 19 Ιουνίου του 2004 πέτυχε την τρίτη καλύτερη επίδοση στον κόσμο στα 400 μ. με εμπόδια, πετυχαίνοντας και πανελλήνιο ρεκόρ με 54.16 στο Ευρωπαϊκό Κύπελλο στο Μπίντγκος της Πολωνίας. Το ρεκόρ της δεν έμελλε να το κρατήσει για πολύ. Στα Τσικλιτήρεια, στις 4 Ιουλίου του 2004, πέτυχε χρόνο 53.99 και έγινε η πρώτη Ελληνίδα που «κατέβηκε» τα 54 στο αγώνισμα.

Ολυμπιονίκης Η μεγαλύτερή της διάκριση ήρθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες (2004) της Αθήνας, όπου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 400 μ. εμπόδια με 52.82 και ενώ στον ημιτελικό σημείωσε Ολυμπιακό ρεκόρ με 52.77 και την 5η επίδοση όλων των εποχών στο αγώνισμα και ήταν 8η στα 4Χ400μ. Η αγωνιστική της εκτόξευση είχε να κάνει με την καθοδήγηση του παλιού πρωταθλητή Ευρώπης στα 200μ, Γιώργου Παναγιωτόπουλου.

Στις 3 Ιουλίου του 2006 πέτυχε την τέταρτη επίδοση στον κόσμο με 53.71 στα 400μ εμπόδια στο Super Grand Prix Τσικλητήρεια, στο Ο.Α.Κ.Α., τερματίζοντας δεύτερη, πίσω από την Αμερικανίδα Λασίντα Ντέμους, η οποία πέτυχε 53.03. Το 2006, κατέκτησε ασημένιο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του Γκέτεμποργκ, αφού τερμάτισε 2η στον τελικό των 400μ με εμπόδια με 54.02, στις 9 Αυγούστου του 2006. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο Στίβου 2006 στην Αθήνα αγωνίστηκε στα 400μ. και με 50.94 κατέλαβε την 5η θέση.

Αθανασία Τσουμελέκα 

Η Αθανασία Τσουμελέκα γεννήθηκε στην Πρέβεζα στις 2 Ιανουαρίου 1982. Kατέκτησε την πρώτη θέση στην απόσταση των 20 χιλιομέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Η πρώτη της συμμετοχή σε μεγάλη διοργάνωση έγινε το 2002 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου του Μονάχου, όπου με επίδοση 1.31.25 κατέλαβε την ένατη θέση και κατέρριψε το πανελλήνιο ρεκόρ στα 20 χιλιόμετρα. Αυτό βέβαια αφού πριν ως νεάνιδα είχε έλθει 4η στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της κατηγορίας στο Σαντιάγκο της Χιλής.

Το 2003 ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης για αθλήτριες κάτω των 23 ετών στο Μπίντγκοτζ με επίδοση 1.33.55. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου 2003 στο Παρίσι, όπου κάνοντας μια εξαιρετική κούρσα κατέλαβε την 7η θέση με επίδοση 1.29.34. Την επόμενη χρονιά, το 2004, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. 


Πραγματοποιώντας κούρσα αναμονής, πήρε το προβάδισμα στα μέσα περίπου της κούρσας και άντεξε μέχρι το τέλος κατακτώντας το μετάλλιο με επίδοση 1.29.12. Το 2005, αν και αντιμετώπισε διάφορα προβλήματα που της στέρησαν τη δυνατότητα για μια καλή προετοιμασία, επιδίωξε και κατάφερε να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου 2005 του Ελσίνκι. Παρά τα προβλήματα, η Τσουμελέκα πραγματοποίησε καλή εμφάνιση και ενώ βρισκόταν στην 3η θέση με μεγάλη διαφορά από την 4η, δέχθηκε τρίτη παρατήρηση και ακυρώθηκε, χάνοντας την ευκαιρία να κατακτήσει κάποιο μετάλλιο. Όπως η ίδια δήλωσε αργότερα, τη στιγμή εκείνη σκέφτηκε ακόμα και να σταματήσει τον αθλητισμό. Ηταν όπως θυμούνται όλοι μια άδικη απόφαση. 

Το 2006 εγκατέλειψε τις προπονήσεις λόγω εγκυμοσύνης. Σύζυγoς και προπονητής της ο Νίκος Δημητριάδης. Το 2007 συμμετείχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου που διεξήχθη στην Οσάκα αλλά εγκατέλειψε πριν από το τέλος του αγώνα. 

* 2002 – Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου – 9η θέση (1.31.25), πανελλήνιο ρεκόρ. 
* 2003 – Πρωταθλήτρια Ευρώπης για αθλήτριες κάτω των 23 ετών (1.33.55). 
* 2003 – Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου – 7η θέση (1.29.34). 
* 2004 – Ολυμπιακοί Αγώνες 2004 – 1η θέση (1.29.12). 
* 2008 - Ολυμπιακοί Αγώνες 2008 - 9η θέση (1.27.54), πανελλήνιο ρεκόρ