Από μακριά κι αγαπημένοι

Από μακριά κι αγαπημένοι

O Nίκος Παπαδογιάννης άκουσε μετά από χρόνια τη φράση «μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα» και ανατρίχιασε σύγκορμος. 

H ιδέα της μόνιμης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα επανήλθε ξαφνικά στο προσκήνιο, στο περιθώριο ενός συνεδρίου που διεξάγεται στο Άσπεν του Κολοράντο. Επηρεασμένη προφανώς από το αραιό οξυγόνο των Βραχωδών Ορέων, η εντιμοτάτη Κριστίν Λαγκάρντ έσπευσε να την υιοθετήσει, εξηγώντας ότι θα ήταν ένας θαυμάσιος τρόπος για να τονωθεί η οικονομία της ταλαίπωρης Ελλάδας.

«Απορώ μάλιστα πώς δεν το είχε σκεφτεί κανείς μέχρι σήμερα», πρόσθεσε η Γαλλία. Αφήνουμε «τη διευθύνων σύμβουλο» (όπως θα έλεγαν οι αγράμματοι των καναλιών) του ΔΝΤ στην άγνοιά της και απομακρυνόμαστε από το ταμείο, πριν γίνει κανένα λάθος και μας φορτώσουν διά παντός τις Ολυμπιάδες...

Εξαιρετική ιδέα, μα την αλήθεια. Ενθουσιάστηκα μόλις την άκουσα να επιστρέφει στο προσκήνιο.

Η χώρα που έχει τη ρεμούλα για εθνικό σπορ, το κράτος που δεν μπορεί να μοιράσει δύο γαϊδάρων άχυρα, ο λαός που νομίζει ότι ο αθλητισμός αρχίζει στο ποδόσφαιρο και τελειώνει το μπάσκετ, η χρεωκοπημένη οικονομία που δεν μπορεί να πληρώσει ούτε τις συντάξεις των γερόντων, να αναλάβει μόνιμα το άχθος μίας διοργάνωσης που μόνο ζημιά μπορεί να τις προκαλέσει.

Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι. Εκτός κι αν μας χαρίσετε το χρέος, μανδάμ, οπότε το συζητάμε...

Η Ελλάδα ήταν η μοναδική οικοδέσποινα των τελευταίων 30 ετών που κληρονόμησε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες κέρατα δίχως κέρδος.

Έβαλε από την τσέπη της αμύθητα ποσά για να φιλοξενήσει τη διοργάνωση, έκανε τους πλουσίους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, απέκτησε άχρηστα στάδια που ρημάζουν εδώ και 12 χρόνια, πλήρωσε τρίδιπλα τα έργα υποδομής που θα μπορούσε να κατασκευάσει ούτως ή άλλως, δυσφημίστηκε παγκοσμίως με τις καθυστερήσεις και τις «κίτρινες κάρτες» της ΔΟΕ, αμέλησε να εμεταλλευτεί την ευκαιρία για τόνωση του τουρισμού, ανέβασε την ευνοιοκρατία και την αισχροκέρδεια σε άλλα επίπεδα, μετέτρεψε το ντόπινγκ σε ημιεπίσημη εθνική πολιτική και έμεινε να πληρώνει μία μαύρη τρύπα που δεν λέει να κλείσει.

Σαν να μη μας έφταναν τα υπόλοιπα μνημόνια με τα οποία η ζωή μας υποθηκεύτηκε στους δανειστές και στον κακό μας εαυτό, θα πρέπει να φορτωθούμε και το κερατιάτικο μνημόνιο των «αθανάτων», μία φορά κάθε 4 χρόνια. 

Και γιατί να μην αναλάβουμε και τους Χειμερινούς, μαμαζέλ; Θα τους κάνουμε στο Περτούλι και στη Βασιλίτσα, να ενισχύσουμε και τον τουρισμό της πτωχής Πίνδου…

Λίγο πριν φτιάξω τη βαλίτσα για το ταξίδι στο Τορίνο, έψαξα να βρω στοιχεία για την κληρονομιά που έμεινε στη μεγαλούπολη του Πιεμόντε από τους Αγώνες του 2006.

Στους δώδεκα μήνες που ακολούθησαν εκείνη τη Χειμερινή Ολυμπιάδα, οι επισκέπτες στο «Τουρίνον» (όπως το έγραφαν τα σχολικά βιβλία) αυξήθηκαν κατά 50%, ξεπέρασαν τους 150 χιλιάδες και ανέβασαν την πόλη στην 4η θέση των δημοφιλέστερων προορισμών της Ιταλίας, μετά τη Ρώμη, το Μιλάνο και τη Βενετία. Οι τουρίστες στο ευρύτερο «Πεδεμόντιον» έφτασαν τα 4,3 εκατομμύρια ετησίως, έναντι 3,3 εκ. το έτος 2006.

Το Ολυμπιακό Πάρκο του Τορίνο (όπου βρίσκεται το «Πάλα Αλπιτούρ») φιλοξένησε 187 εκδηλώσεις με 578.000 θεατές στη διετία που ακολούθησε τους Αγώνες. Η πόλη έχει γίνει σπουδαίο συνεδριακό κέντρο, με έσοδα γύρω στα 20-30 εκατομμύρια τον χρόνο.

Τα Ολυμπιακά Χωριά στα ορεινά θέρετρα του Σεστριέρε και της Μπαρντονέκια παραδόθηκαν στην τουριστική βιομηχανία για αξιοποίηση και κοιμίζουν περίπου 100.000 λάτρεις του χιονιού ετησίως.

«Οι Αγώνες του 2006 άλλαξαν την ιστορία του Τορίνο», δήλωσε το 2014 στην ιστοσελίδα της ΔΟΕ ο επικεφαλής της Ολυμπιακής εκστρατείας του '06 Τσέζαρε Βατσιάγκο. «Ήμασταν μία ξεχασμένη βιομηχανική πόλη, σε κρίση αυτοπεποίθησης, παρατημένη μακριά από τα βλέμματα των ξένων. Πλέον, πιστεύουμε ξανά στον εαυτό μας».

Και τη Γιάννα Αγγελοπούλου βέβαια να ρωτήσει κανείς, τα ίδια θα ακούσει…

Εδώ και σαράντα μέρες, το αγλαόν Τορίνο έχει καινούρια δήμαρχο, την Κιάρα Απεντίνο, από το κίνημα του φοβερού Μπέπε Γκρίλο. Η 32χρονη κοπέλα έλαβε το 54% των ψήφων, έναντι 46% του κεντροαριστερού Πιέρο Φασίνο.

Δεν είναι ακριβώς προπύργιο του Μπερλουσκόνι και της ξενοφοβικής «Λέγκας του Βορρά» το Πιεμόντε. Ζει, ωστόσο, τη δική του άνοιξη.

Επισκέφτηκα το Τορίνο μία και μοναδική φορά, όχι για τη χειμερινή Ολυμπιάδα (που παραμένει μεγάλο μου απωθημένο), αλλά για μία συναυλία των Raconteurs μαζί με τον Γιώργο Συρίγο το 2008. Γνώρισα μία πόλη γκρίζα, μουντή και αδιάφορη, δίχως τα αξιοθέατα που στολίζουν τις περισσότερες πόλεις της Ιταλίας.

Υποψιάζομαι ότι, στην μεταολυμπιακή οκταετία που ακολούθησε, το Τορίνο έγινε αγνώριστο. Πώς λέμε Αθήνα; Καμία σχέση…