Καλοχαιρέτα τους πολιτικούς με ανοιχτά τα δάχτυλα!

Miltos+
Καλοχαιρέτα τους πολιτικούς με ανοιχτά τα δάχτυλα!

bet365

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Η ρετρό ιστορίας αυτής της Τρίτης θα είναι ένα ...μάθημα, μέσω του φίλου μου του Φώτη, για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους πολιτικούς, μέρες που είναι...

Ο Φώτης, όταν είναι για λεφτά, ενεργεί σαν τον Μπολτ μετά την πιστολιά του αφέτη. Και με άκυρη φεύγει, που λέει ο λόγος, αφού πρώτα βουτήξει και το πορτοφόλι του αφέτη. Όταν είναι να πάρει ή να γλιτώσει λεφτά πάει τρεχάλα, γιατί άμα είναι να δώσει, τότε ο επιτάφιος μπροστά του είναι πύραυλος.

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, αρχές της δεκαετίας του ΄90 ήταν, μου ΄ρθε σπίτι ένα μπιλιέτο από την τροχαία. Μια κλήση. Η οποία ήταν πέντε χιλιάρικα παλιές ελληνικές δραχμές (όσοι δεν τις γνωρίζουν, ας κάνουν ένα σεμινάριο γιατί τις βλέπω να ξανάρχονται), αλλά είχε προσαυξηθεί επειδή ήταν απλήρωτη για δύο χρόνια και είχε φτάσει στις ...τριανταπέντε χιλιάδες (αρ. 35 - χοντρικά 100 ευρώπουλα, αλλά με σαφώς μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη εκείνη την εποχή - σχεδόν μισός μισθός)!

Δεν θυμόμουν να είχα «φάει» κλήση. Ούτε θυμόμουν να είχα παρκάρει ποτέ στην Πλατεία Πύρρου. Και όπως διαπίστωσα μετά από σχετική έρευνα στους σκοτεινούς διαδρόμους του ταραγμένου μου εγκεφάλου, δεν είχα παρκάρει. Στις 20 Αυγούστου της χρονιάς που ανέφερε το μπιλιέτο, ήμουν στη Σαντορίνη αποδεδειγμένα. Μέχρι που βρήκα και φωτογραφία που είχε σταμπαρισμένη πάνω της ημερομηνία 21 Αυγούστου, στην οποία είχα απλώσει τη χερούκλα μου στον ώμο μιας συμπαθητικής κοπέλας, το όνομα της οποίας ξεχνάω τώρα αλλά σίγουρα θα θυμόμουν τότε (όταν ήμουν ξεσούρωτος). Κάτι σε «Τασούλα», «Σούλα» ή «Ρούλα» πρέπει να ήταν. Ίσως και γι΄ αυτό να το ξεχνάω. Ίσως και γιατί πέρασαν τα χρόνια και γέρασα. Ίσως και γιατί είμαι παντρεμένος και κυκλοφορούν παντόφλες...

 

Ανεξαρτήτως Τασούλας ή Σουλαμπούλας, η ουσία είναι πως δύο χρόνια μετά μου ήρθε επταπλασιασμένη μια κλήση που ...δεν γινόταν να έχω «φάει». Και, φυσικά, ούτε να την καταπιώ. Πήγα σκασμένος στον καφενέ. Ο Δεμπασκαλάς ετοίμαζε μια παραγγελία, αλλά ήταν εκεί κι ο Φώτης, γνωστός ρεμπεσκές, ο οποίος κόντευε να ξεπεράσει σε ώρες ...πτήσης καφενείου ακόμα και τον ίδιο τον Μαστρομανέλο, που αν δεν τον ήξερες, με τόσες ώρες που καθόταν στο ίδιο τραπέζι, θα νόμιζες πως είναι κάποιο άγαλμα από το ντεκόρ του καφενέ.

Είπα στον Φώτη τον πόνο μου για την κλήση. Του ξέφυγε ένα «ωχ». Δεν το αξιολόγησα, γιατί πάντα έλεγε -και λέει- «ωχ» όταν πρόκειται για λεφτά που πρέπει να πληρωθούν. Επίσης, ήξερα πως αποκλείεται να πήρε εκείνος το αυτοκίνητο ενόσω έλειπα, γιατί δεν οδηγεί. Περίεργο μοιάζει, αλλά κοιτάζοντας τον Φώτη έβλεπα έναν ...αθώο! Όσο εγώ τον ζύγιαζα, εκείνος συνέχιζε τα «ωχ, ωχ», μέχρι που είπε «πάμε».

Και πήγαμε...

Στο σπίτι του τοπικού βολευτή. Για να βολευτούμε. Για να τη σβήσουμε την κλήση. Του τα είπαμε, μας είπε τα δικά του, μας έσφιξε τα χέρια, «ετελείωσε» μας είπε, όπως έλεγε κι ο βολευτής Καλοχαιρέτας στη γνωστή ελληνική ταινία «Στουρνάρα 288». Και κράτησε το μπιλιέτο, με τον Φώτη να υπόσχεται «σταυρό στις εκλογές».

Τελικά ο σταυρός ήταν του μαρτυρίου. Του δικού μου. Το μπιλιέτο ξανάρθε έξι μήνες αργότερα και το νούμερο είχε διπλασιαστεί εκ νέου, φτάνοντας στις εβδομήντα χιλιάδες (αρ. 70). Ο δικός μας Καλοχαιρέτας ήθελε ...σταύρωμα και όχι «σταύρωμα». Το είπα στον Φώτη κι άρχισε πάλι τα «ωχ, ωχ», μέχρι που είπε «πάμε».

Και πήγαμε...

Ξανά στου βολευτή. Δεν του είπε κουβέντα για την κλήση. Ευθέως ζήτησε από τον Καλοχαιρέτα μια ...διευκόλυνση, «100 χιλιάρικα δανεικά». Ο βολευτής του τα έδωσε. Οι Σαυρογιώργηδες ήταν μεγάλο σόι κι αυτό μέτραγε στο εκλογικό σώμα.

«Είναι για την κλήση που μας έσβησες», του είπε κατάμουτρα ο Φώτης όταν έπιασε τα λεφτά στα χέρια και τον ...καλοχαιρέτησε. Μου έδωσε τα εβδομήντα χιλιάρικα για να πληρώσω την κλήση, κράτησε τα τριάντα («ψυχική οδύνη, κολλητέ, γιατί με ξεφτίλισε στα μάτια σου») και απολογήθηκε: «Τότε που έλειπες στη Σαντορίνη, είχα ...αρραβωνιαστεί το Μαράκι, που έμενε κάπου πίσω από τη Νομαρχία. Είπα του Δεμπασκαλά να με πάει. Ξέρεις, είπε "δεν πας καλά", όπως πάντα, αλλά μετά με πήγε, όπως πάντα. Πήρε τα κλειδιά του Γιούγκο από τη μάνα σου, γιατί είχε το Ούνο στο γκαράζι του Μαστρομανέλου. Του ΄πα να πάει να πιει μια μπίρα όσο θα ξεμονάχιαζα την αρρεβωνιάρα και του ΄δωσα λεφτά να την κεράσω...».

Λεπτομέρεια: Δεν του ΄δωσε λεφτά. Αποκλείεται ο Φώτης να κέρασε μπίρα ή οτιδήποτε άλλο. Πάντως, όπως έμαθα αργότερα, ο Δεμπασκαλάς έπινε μπίρες περιμένοντας έξι ώρες (τόσο βάστηξε το ...ξεμονάχιασμα!) κι έγινε τόσο δαυλί, που ξέχασε το Γιούγκο παρκαρισμένο σε στάση λεωφορείου μέχρι που ξημέρωσε και φωνάξανε την τροχαία. Προφανώς, ο Δεμπασκαλάς έμεινε μεθυσμένος για του-λάστιχον δύο χρόνια, γιατί τα ξέχασε όλα. Και να μου το πει και την κλήση να πληρώσει.

Ο Φώτης δεν υπήρχε περίπτωση, ούτε να μου το πει ούτε να πληρώσει...

Επειδή είναι φίλος μου, όμως, τελικά μου το είπε. Επειδή είναι ο συγκεκριμένος φίλος μου, πλήρωσε ο Καλοχαιρέτας κι ο Φώτης έβγαλε τριάντα χιλιάρικα κέρδος. Έμεινε και κάτι από εκείνη την αρρεβωνιάρα (δεν θυμάμαι αν ήταν η 7η ή η 24η)...

Μέχρι να το πάρουμε απόφαση να ξηγηθούμε στους κυβερνώντες όπως ξηγήθηκε ο Φώτης στον Καλοχαιρέτα, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ. Η βασική φωτογραφία του θέματος είναι από την κλασική ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο» με τον αξέχαστο Λάμπρο Κωνσταντάρα στο ρόλο του περίφημου Μαυρογιαλούρου.

 

Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.

 

Τελευταία Νέα