Μα καλά, συμπάθησες τον Ρονάλντο;

Μα καλά, συμπάθησες τον Ρονάλντο;

Από το 2004 στο Παρίσι και από την αλαζονεία στο παιδικό δάκρυ. Ο Γιώργος Καραμάνος περιγράφει όσα κέρδισε ο Κριστιάνο, στραπατσάροντας για λίγο το image του.

Είναι μία σύγκριση που δεν γίνεται να την αποφεύγεις. Ειδικά όταν κάνεις αυτή τη δουλειά και σε ρωτούν ακατάπαυστα. «Μέσι ή Ρονάλντο;». Εγώ λοιπόν γουστάρω να βλέπω τον κοντοπίθαρο μάγο περισσότερο. Δεν μπορώ όμως και να μην παραδεχτώ ότι ο ψηλός τα... σπάει χωρίς σταματημό. Το ότι υποκειμενικά το ποδοσφαιρικό γούστο σου όμως σε κάνει να τείνεις προς τη μία εκδοχή της μπάλας, δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις την άλλη. Δεν σε κάνει αυτό που λέτε οι πιτσιρικάδες «hater». Η μοναδική αλήθεια είναι πως όποιος δεν απολαμβάνει καθαρά στο χορτάρι τον Ρονάλντο, δεν γουστάρει το παιχνίδι και εδώ μπαίνει τελεία χωρίς περιθώριο διαπραγμάτευσης.

Υπάρχει όμως αυτό το κομμάτι με την αλαζονεία του. Κάποιους τους ενοχλεί και τους χαλάει την αισθητική. Ο τρόπος που πανηγυρίζει, κάποιες δηλώσεις του περί ανωτερότητας, το ακραία επιμελημένο look. Εχω πιάσει τον εαυτό μου να κάνει το ίδιο: να κράζει. Η πραγματικότητα ωστόσο, είναι πως πρόκειται για τον απόλυτο σούπερ σταρ. Πουλάει ιδανικά το image του και κάθε κίνηση του είναι προσεγμένη και εξυπηρετεί κάποιον μιντιακό σκοπό. Μα εάν δεν είναι αλαζόνας ο Πορτογάλος θρύλος, ποιος θα είναι; ο Κοεντράο; (σ.σ.: τυχαίο το παράδειγμα). Καλά κάνει και την βλέπει έτσι και του αξίζει και καμάρι του. Επόμενο όμως είναι να δημιουργεί εκτός από λατρείες και τις σχετικές αντιπάθειες.

Κάπως έτσι μπήκα και γω στο χαζό τριπάκι. Να μην θέλω να το σηκώσει εκείνος, επειδή το είχε χάσει ο Μέσι και θα τον ξεπερνούσε σε βαθμό... legend ιστορικής μυθοποίησης. Βλακείες θα πεις, αλλά έτσι είναι αυτά με τη μπάλα: με το ίσως σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα που μας απασχολεί ορισμένους. Πόσο μάλλον εμάς που δουλεύουμε πάνω σε αυτό. Ελα όμως που στην πορεία του τελικού αναθεώρησα και είναι κάτι που παραδόξως προκάλεσε ο ίδιος ο Κριστιάνο. Ο τραυματισμός, η αποχώρηση, τα δάκρυα, το χειροκρότημα, ένα φινάλε που έμοιαζε άδοξο για την ποιότητα του.

Το συζητούσαμε εδώ στο γραφείο. Πως εάν δεν ήταν η Ελλάδα στον τελικό του 2004 και ήταν π.χ. η Γερμανία, το κλάμα εκείνου του 19χρονου ηττημένου δεν θα το είχαμε χλευάσει τόσο πολύ. Θα αισθανόμασταν α μη τι άλλο λίγο περισσότερη συμπόνοια για τον σούπερ ταλαντούχο πιτσιρικά που μόλις μαθαίναμε να θαυμάζουμε. Ξαφνικά η ίδια εικόνα, στον ίδιο τελικό, μα με μία τεράστια διαφορά. Παρά τα 12 χρόνια που είχαν βαρύνει τις πλάτες του από εκείνο το βράδυ στη Λισσαβώνα, ο Ρονάλντο εμφανίστηκε ακόμα πιο παιδί. Αφού πρώτα είχε δεχτεί ταπεινά να υπηρετήσει ένα σύστημα που δεν του ταίριαζε. Ακολουθώντας χωρίς γκρίνιες το πλάνο του Φερνάντο Σάντος που υπέταξε το ΕΓΩ του στην υπηρεσία του κοινού καλού, βρέθηκε να στραπατσάρει ξανά το image του.

Πόσο δούλεμα έχει πέσει διαχρονικά στα social media για τα κλάματα και τις τσαντίλες του. Και όμως το έκανε και πάλι. Τσαλάκωσε την εικόνα του. Εκανε λες και κρινόταν η υστεροφημία του από αυτό κι ας μην έπαιζε. Δεν σταμάτησε ποτέ να δίνει οδηγίες. «Μην ρισκάρεις, δίνε γρήγορα», «Πάμε να βγούμε μπροστά», Πάμε γερά, λίγο ακόμα έμεινα και τελειώνει», «Μην χάνετε τη συγκέντρωση σας». Αυτά κατέγραψε η πορτογαλική τηλεόραση ότι φώναζε στο πλευρό του Σάντος. Για να γίνει με κάποιον μαγικό τρόπο ο πρώτος στην ιστορία που το σηκώνει ως παίκτης και προπονητής στην ίδια διοργάνωση.

Ισως και να είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής στον κόσμου που έκανε τους πάντες να ασχολούνται μαζί του περισσότερο και από το εάν ήταν στο ματς. Ο Μέσι αντίστοιχα, θα έβγαινε, θα καθόταν ήσυχος και ανέκφραστος, πιο ψυχρός. Οχι όμως και ο Ρονάλντο. Αυτός δεν είναι τέτοιος. Ο CR7 όρθιος μπροστά από τον πάγκο έβγαζε μία ποδοσφαιρική εκδοχή από αυτό που περιγράφει ο Παόυλο Κοέλιο για τα παιδιά και έχει να κάνει με το ότι αυθόρμητα: «διεκδικούν αυτό που επιθυμούν με όλη τους την θέληση, την καρδιά». Για εκείνον δεν υπήρχαν φραγμοί σοβαροφάνειας. Του βγήκε αβίαστα να αγνοήσει όλη την προσοχή και τις κάμερες που ήταν στραμμένες πάνω του. Να αγνοήσει όσους θα μπορούσαν να τον στραβοκοιτάξουν και να τον κατακρίνουν, να γελάσουν μαζί του, πίσω από τις ψεύτικες μάσκες της σοβαροφάνειάς τους (σ.σ.: αν και υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι ακόμα και αυτός ήταν ένας ρόλος).

Και κάπως έτσι ο Ρονάλντο, η καλύτερα η παιδική υπόσταση του εαυτού του, νίκησε την ποδοσφαιρική εκδοχή και τον κατέστησε πιο συμπαθή από ποτέ. Γιατί ακόμα και αυτή την αλαζονεία που κουβαλάει και που είναι μία θανάσιμη αμαρτία, η αυθόρμητη επιθυμία για τη νίκη, το παιχνίδι μπόρεσε να την βάλει κάτω. Αλλωστε, εάν και για όλους τους υπόλοιπους που δεν τον συμπαθούν, ακούγεται αστείο ή γραφικό, για τους Πορτογάλους που τον λατρεύουν, είναι ξεκάθαρα ο δικός τους Μικρός Πρίγκιπας και στον δικό του μικρό πλανήτη, όπως και στων παιδιών δεν υπάρχουν φραγμοί για όσους λειτουργούν έντονα με το συναίσθημα.

Πραγματικά το πιστεύω ότι εάν είχε μείνει στον τελικό, είχε σημειώσει χατ τρικ και πανηγύριζε τα γκολ με αλαζονεία, δεν θα είχε καταφέρει να χωρέσει με τόση άνεση σε αυτό το κάδρο της ευρείας αποδοχής ακόμα και απ' όσους δεν τον συμπαθούν!

ΥΓ.: Εννοείται ότι ασχέτως με τα όσα γράψαμε παραπάνω, σε όλα τα πλάνα δεν έχει αφήσει σε κανέναν άλλον το Κύπελλο. Οταν μάλιστα έφτασαν στην Πορτογαλία, του το πήρε ο Σάντος για να το δώσει και στους υπόλοιπους!

ΥΓ1.: Η κατάρα των αμυντικών, όπως ο Πέπε, είναι ότι παρά το ότι ήταν κορυφαίος στην κατάκτηση του Champions League και του EURO, το παιχνίδι είναι φτιαγμένο ώστε να μην επιβραβεύει με χρυσάφι εκείνους που βρίσκονται εκεί για να μην μπαίνει γκολ!


 

Follow me: @jorgekaraman