Είναι βαριά κι ασήκωτη...

Είναι βαριά κι ασήκωτη...

Ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος υποκλίνεται στο μεγαλείο της εθνικής Ιταλίας, η οποία απέδειξε πως έχει φανέλα που ζυγίζει... τόνους, άσχετα ποιος ποδοσφαιριστής τη φοράει.

Στην κλασική και καθημερινή, πλέον, κουβέντα που έγινε χθες το απόγευμα στο γραφείο η πλειοψηφία των συναδέλφων υποστήριζε πως η Ιταλία θα γινόταν εύκολη λεία στα «δόντια» των αστέρων της εθνικής Βελγίου. Μόνο κάποιες φωνές... μειοψηφίας υπερασπίζονταν την «τιμή» των γειτόνων μας, όχι λόγω δυναμικότητάς, αλλά εξαιτίας της ΦΑΝΕΛΑΣ τους. Ναι, αυτή η ρημάδα η φανέλα, που τόσο πολύ μετρούσε και εξακολουθεί να μετράει στο ποδόσφαιρο. Γι’ αυτό και λέγεται «βασιλιάς των σπορ». Γιατί εκτός από το ταλέντο των αθλητών, υπάρχουν μπόλικοι ακόμη παράγοντες, που μπορεί να κρίνουν το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Και ένας από αυτούς είναι η φανέλα.

Προς Θεού, δεν προσπαθώ να πω ότι από μόνη της μπορεί να κρίνει ένα αποτέλεσμα, όμως η «αύρα» που εκπέμπει τόσο σε αυτούς που τη φορούν, όσο και σε αυτούς που τη βλέπουν απέναντί τους μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα. Κάτι που δεν ισχύει σε άλλα σπορ. Π.χ. είδαμε πρόσφατα (ζητάω προκαταβολικά συγγνώμη από τους φίλους τους μπασκετικούς) πως μία από τις πιο βαριές μπασκετικές φανέλες στην Ευρώπη, αυτή του Παναθηναϊκού, δεν τρόμαξε την Λαμποράλ, η οποία με 3-0 προκρίθηκε στο φάιναλ-φορ. Στο μπάσκετ, έναν Ομπράντοβιτς ή έναν Ιτούδη να έχεις στον πάγκο και έναν Διαμαντίδη ή έναν Σπανούλη και 1-2 καλούς Αμερικανούς στο παρκέ, η επιτυχία είναι πολύ κοντά. Προσωπική εκτίμηση, δεν είμαι ειδικός, μπορεί και να κάνω λάθος. Ξεφεύγουμε, όμως, από τη συζήτηση μας (συγγνώμη είπα από τους μπασκετικούς,ε;).

Πριν ξεκινήσει το φετινό Euro κάπου πήρε το μάτι μου μία φωτογραφία, που απεικόνιζε το ρόστερ της Ιταλίας στο Μουντιάλ του 2006 και στη λεζάντα της, τη συνέκρινε με την Ιταλία του 2016. Και δεν κρύβω πως με έπιασε μια μελαγχολία. Πίρλο, Καναβάρο, Νέστα, Τότι, Γκατούζο, Ντελ Πιέρο. Να πούμε κι άλλα ονόματα; Όχι, αυτοί αρκούν. Κι όμως, ρε παιδί μου, ένα περίεργο πράγμα. Έβλεπες χθες βράδυ τη «σκουάντρα ατζούρα» κι αν η κάμερα δεν έκανε κοντινό στα πρόσωπα των ποδοσφαιριστών, δεν καταλάβαινες ότι φέτος στην ενδεκάδα της βρίσκονται ο Παρόλο, ο Τζιακερίνι, ο Καντρέβα και ο Νταρμιάν. Για να μην παρεξηγηθώ, παίκτες αξίας κι αυτοί, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με τους προηγούμενους. Νομίζω πως αυτό το ξέρουν και οι... πέτρες. Μόνο ο Μπουφόν ο άτιμος είναι πάντα εκεί. Ααα ρε Τζίτζι...

Τώρα που είπα Μπουφόν. Πόσο μεγάλη υπόθεση είναι για μία ομάδα να έχει αυτόν τον ΑΡΧΗΓΟ. Και δε θα μιλήσω για τις ικανότητές του κάτω από τα δοκάρια (περιττό, νομίζω). Όποιος δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο και έβλεπε το χαμόγελο μέχρι... τα αυτιά του στις χειραψίες, μετά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων, θα νόμιζε πως ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής αγωνίζεται για πρώτη φορά σε μεγάλη διοργάνωση και είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Ακόμη και στις λίγες γκέλες της άμυνάς του (θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα αχρείαστο κόρνερ που παραχώρησε ο Κιελίνι στο πρώτο ημίχρονο), ο Τζίτζι ήταν εκεί. Όχι για να βάλει τις φωνές στους αμυντικούς του, αλλά για να τους εμψυχώσει, να τους πάρει μια αγκαλιά. Και κυρίως να τους θυμίσει πως... αυτός είναι εκεί. Όσο για το σπριντ του στο δεύτερο γκολ της Ιταλίας για να πανηγυρίσει σαν... τρελός, όχι με τον σκόρερ Πελέ, αλλά με τους συμπαίκτες του, που ήταν στον πάγκο και είχαν μπει μέσα, μαρτυρά πόσο μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει ο Μπουφόν στο πάθος και το ομαδικό πνεύμα της φετινής Ιταλίας.

Τα υπόλοιπα τα... πιστώνεται ο Αντόνιο Κόντε. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει καλύτερα από τον καθένα το υλικό, που έχει να διαχειριστεί και φρόντισε να πάρει το 101% από τους παίκτες του. Τι έκανε, λοιπόν; Το κυριότερο πως πήγε στη δική του πεπατημένη από την Γιουβέντους. Εκτός από τον Μπουφόν στο τέρμα, τοποθέτησε στην άμυνα τα τρία στόπερ της «Μεγάλης Κυρίας», Κιελίνι, Μπαρτζάλι και Μπονούτσι. Και για να επανέλθω στο 2006, κανείς τους δεν είναι Νέστα ή Καναβάρο, όμως ο καθένας ξέρει με κλειστά τα μάτια τις κινήσεις του άλλου και πως θα καλύψει ανά πάσα στιγμή το κενό. Παίζουν χρόνια μαζί και τη διαφορά την έκανε η μεταξύ τους ομοιογένεια. Ένα χαρακτηριστικό, που λείπει από τα περισσότερα φαβορί του Euro και όποια ομάδα μπορέσει να το εμφανίσει, θα είναι ένα βήμα πιο μπροστά από τους υπόλοιπους. Να μετατραπεί, δηλαδή, από εθνική ομάδα σε... σύλλογο. Μέχρι στιγμής μόνο η Ισπανία (Μπαρτσελόνα) και η Ιταλία (Γιουβέντους) το έχουν εμφανίσει.

Αυτά για αρχή. Παρά τη νίκη επί του Βελγίου, παρά το γεγονός πως απέδειξε ότι η φανέλα της ζυγίζει... τόνους, η «σκουάντρα ατζούρα» εξακολουθεί να ΜΗΝ είναι φαβορί. Κάτι, που μάλλον τη βολεύει. Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία έχουν αυτή την «ταμπέλα», αν και νομίζω πως ήδη η τελευταία έχει ξεκινήσει να βλέπει... εφιάλτες. Σε περίπτωση που η Ιταλία τερματίσει πρώτη στον 5ο όμιλο, διασταυρώνεται με τα «πάντσερ» στα προημιτελικά. Ακόμα είναι νωπές οι μνήμες από τους ημιτελικούς στο προηγούμενο Euro και στο Μουντιάλ του 2006. Θυμάστε ποιος ήταν το φαβορί και στις δύο περιπτώσεις και ποιος τελικά προκρίθηκε στον τελικό...

Υ.Γ. Δεν... ανακαλύπτω την Αμερική με αυτό που θα πω, όμως είναι τραγωδία να βλέπεις ποδόσφαιρο μαζί με γυναίκες. Να ακούνε το όνομα «Πελέ» στη μετάδοση και να σε ρωτούν αν πρόκειται για τον γνωστό Πελέ. Είναι για να πέφτεις από το μπαλκόνι...