Νικητής αυτός που έβλεπε καλύτερα την εστία

Ο Βασίλης Σαμπράκος επιχειρεί να γράψει κυρίως για το ποδόσφαιρο του ντέρμπι, και την διαφορά ανάμεσα στον καλό ΠΑΟΚ και τον μέτριο Ολυμπιακό: την ποιότητα των εκτελεστών, αλλά και για τα όσα είδε ο Μοράις από την ΑΕΚ.

Νικητής αυτός που έβλεπε καλύτερα την εστία

Δεν είχε πολύ ποδόσφαιρο μέσα του το ντέρμπι στο Καραϊσκάκη. Πιθανόν να είχε, αν δεν είχαν προκληθεί τόσες και τόσο μεγάλες διακοπές του παιχνιδιού εξαιτίας των καπνογόνων, τα οποία πλέον δεν μας σοκάρουν, δεν μας προβληματίζουν, δεν μας εξοργίζουν, δεν προκαλούν μια μαζική αντίδραση εναντίον όλων αυτών των ανόητων που επιμένουν να ζουν στην εποχή των αγρίων και να δηλητηριάζουν το αγαπημένο μας παιχνίδι σε ένα σωρό γήπεδα, μεγάλων και μικρότερων κατηγοριών, της χώρας.

Πιθανόν να είχε περισσότερο καλό ποδόσφαιρο αυτό το ντέρμπι αν ο διαιτητής και – κυρίως αυτός – ο βοηθός του έβλεπαν πιο καθαρά στις φάσεις. Αλλά και αυτή είναι μια συζήτηση όχι απολύτως σχετική με το ποδόσφαιρο που προσπάθησαν να παίξουν ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ. Γι' αυτό και όσα έχω να σχολιάσω σχετικά θα τα βρείτε στο τέλος του κειμένου. Εδώ κάθε Δευτέρα προσπαθώ να γράφω γι' αυτό που μου αρέσει, για το κανονικό ποδόσφαιρο.

Για τον ΠΑΟΚ η ιστορία πιθανόν θα το καταχωρήσει αυτό το παιχνίδι στο κεφάλαιο με τις μεγάλες ευκαιρίες που έφτιαξε και έχασε ο Δικέφαλος σε ντέρμπι μακριά από την Τούμπα, διότι το προπονητικό του σχέδιο και η εκτέλεσή του από την ομάδα δημιούργησαν προϋποθέσεις για να φύγει νικητής, ή τουλάχιστον να ξαναποκτήσει κεφάλι στο σκορ και να διαχειριστεί στη συνέχεια μια εντελώς διαφορετική κατάσταση αγώνα. Για μέρες ο Βλάνταν Ιβιτς θα βλέπει μπροστά του τη φάση του 61'ου λεπτού.

Θα κοιτάζει πόσο χρόνο και χώρο είχε στη διάθεσή του ο Τζάλμα Κάμπος χάρη στην κίνησή του αλλά και στην πολύ καλή πάσα του Τσίμιροτ και θα αναστενάζει με τον “να είχα στην θέση του έναν παίκτη με τα ίδια χαρακτηριστικά και καλύτερα τελειώματα” καημό. Δεν την προσπερνάς εύκολα αυτή την ευκαιρία, ακριβώς επειδή έχουν προηγηθεί αρκετές τέτοιες στην πλειονότητα των αγώνων του ΠΑΟΚ. Ευκαιρίες που δείχνουν ότι το προπονητικό σχέδιο είναι αρκετό για να φέρνει τους ποδοσφαιριστές στο σημείο να εκτελούν από προνομιακή θέση, αλλά η εκτελεστική ποιότητα δεν είναι αρκετή για να πείσει ότι μπορεί ο ΠΑΟΚ να βασίσει πάνω σε αυτούς τους επιθετικούς την απαίτηση του πρωταθλητισμού.

Το καλό διάβασμα και το καλό στήσιμο του Ιβιτς είχε φανεί και στη φάση του γκολ του ΠΑΟΚ. Εφερε δύο παίκτες στο πρώτο δοκάρι, παίκτες με πλεονέκτημα ύψους έναντι των δύο πρώτων αμυνόμενων, και έσπαζε την άμυνα ζώνης.

Ναι, αν ήταν πιο σωστή η απόκρουση του Καπίνο στην κεφαλιά του Μαλεζά, δηλαδή αν έδιωχνε την μπάλα πλάγια και όχι κάθετα, ο Βαρέλα δεν θα είχε σκοράρει, αλλά η στρατηγική του ΠΑΟΚ στην εκτέλεση μιας στατικής φάσης είναι αυτή που προκάλεσε το καθοριστικό λάθος από τον τερματοφύλακα του Ολυμπιακού.

Για τον Ολυμπιακό το ντέρμπι ξεκίνησε θετικά, αλλά στράβωσε νωρίς, στο 6', με το σοκ του γκολ του Βαρέλα. Κι αυτή είναι η πρώτη βασική αδυναμία που έδειξε στον προπονητή του ο Ολυμπιακός, διότι η αντίδραση της ομάδας του ήταν για περίπου ένα 20'λεπτο προβληματική και έδωσε μεγάλο πεδίο δράσης στον ΠΑΟΚ, ο οποίος, αν είχε καλύτερες επιλογές στις τελικές πάσες, θα μπορούσε να φτάσει στο καθοριστικό 2ο γκολ. Για να εμφανιστεί τόσο προβληματικός ο Ολυμπιακός χρειάστηκε βεβαίως και μια λάθος εκτίμηση από τον Πάουλο Μπέντο: η επιλογή του να παίξει με τον Μπρούνο Βιάνα σε θέση αριστερού αμυντικού. Δεν ήταν μόνο το πρόβλημα του Βιάνα να παίξει με το “κουλό” αριστερό πόδι, το οποίο δεν έφερνε με τίποτα σε επαφή με τη μπάλα. Ηταν, κυρίως αυτές, οι κακές τοποθετήσεις του σώματός του σε κάθε προσπάθειά του να αμυνθεί, σαν να είναι πλήρως άμαθος στη διαφορετική φύση αυτής της θέσης, πάνω στη γραμμή, συγκριτικά με τη φύση της θέσης του κεντρικού αμυντικού, που είναι και πιο σύνθετη. Ηταν τυχερός ο Μπέντο που δεν πλήρωσε πιο ακριβά αυτή την επιλογή, διότι ο ΠΑΟΚ, διακρίνοντας την ολοφάνερη αδυναμία, επένδυσε μεγάλο μέρος του παιχνιδιού του σε αυτή την πλευρά του τερέν.

Αφήνοντας στην άκρη την υπόθεση οφσάιντ της φάσης του 25'ου λεπτού, ο παρατηρητής διέκρινε μια από τις καλύτερες στιγμές του Ολυμπιακού μέχρι τώρα στο πρωτάθλημα: τέσσερις παίκτες εναντίον δύο παικτών του ΠΑΟΚ, κλέψιμο της μπάλας, άμεση μετάβαση από τη φάση της ενεργητικής άμυνας στην φάση της επίθεσης, ταχύτητα στις μεταβιβάσεις, δημιουργία της φάσης που φέρνει την ισοφάριση χάρη (πλην του λάθους του βοηθού) στην λάθος τοποθέτηση του σώματος του Βαρέλα, ο οποίος έχει κάνει και το λάθος να μην κοιτάξει αριστερά του για να διαπιστώσει ότι είχε στηρίγματα και δεν ήταν αναγκαία η επέμβασή του.

Χάρη στην διακοπή που ακολούθησε, η οποία λειτούργησε ευεργετικά για τον ΠΑΟΚ, αφού διέλυσε τη στιγμή υπεροχής που είχε δημιουργήσει για τον εαυτό του ο Ολυμπιακός, οι φιλοξενούμενοι ξαναβρήκαν τρόπο να σιγουρευτούν αμυντικά. Και δεν αποκλείεται να έφευγαν με το Χ αν ο Τσίμιροτ δεν έκανε το λάθος να αφήσει αφύλακτο τον Μιλιβόγεβιτς, έναν πανέξυπνο τακτικά ποδοσφαιριστή, ο οποίος έμεινε μπροστά από την γραμμή άμυνας του ΠΑΟΚ και χάρη στην ευφυΐα του και την πολύ καλή αντίληψη της θέσης του τέρματος πέτυχε το γκολ που καθόρισε τη μοίρα του ντέρμπι.

Σε ένα ισορροπημένο παιχνίδι, το οποίο επηρεάστηκε από τον αστάθμητο παράγοντα των καπνογόνων, ο ΠΑΟΚ – σε επίπεδο ποδοσφαιρικό – μπορεί να τα βάζει μόνο με τον εαυτό του για τις επιλογές ποδοσφαιριστών που έκανε το περασμένο καλοκαίρι και στις επιλογές που κάνει ο προπονητής του για να χτίζει την ενδεκάδα του. Ο ΠΑΟΚ αμύνεται σωστά, οργανώνει το παιχνίδι του σωστά και με πολύ καλές ιδέες, αλλά έχει μέσους που δεν δοκιμάζουν καν να σκοράρουν, μεσοεπιθετικούς με σοβαρά προβλήματα στα τελειώματα και σέντερ φορ που δεν μπορούν να σηκώσουν όλο το βάρος της εκτέλεσης. Οσο δεν δοκιμάζει άλλες συνθέσεις προσώπων, δεν βάζει μέσους που έχουν στο ρεπερτόριό τους το σουτ, σαν τον Μπίσεσβαρ και τον Πέλκα, δεν δουλεύει με τους Ροντρίγκεζ – Κάμπος στα τελειώματά τους προκειμένου να βελτιωθούν, ο ΠΑΟΚ θα βλέπει να του συμβαίνει συχνά αυτό που του συνέβη χθες: να παίζει καλά και να χάνει.

Εκτός από την νίκη σε μια πολύ επίκαιρη στιγμή, ο Μπέντο προφανώς και μπορεί να κρατήσει τις αντιδράσεις της ομάδας του σε δύσκολες καταστάσεις παιχνιδιού στο πρώτο ημίχρονο, την ατομική απόδοση του Φορτούνη, τα δείγματα ποιότητας των Μιλιβόγεβιτς και Μάρτινς, και την εμπιστοσύνη που του δημιουργεί η διαπίστωση ότι η ποιότητα των δικών του εκτελεστών είναι μεγαλύτερη από αυτή που κυκλοφορεί στον ανταγωνισμό. Το μεγάλο πρόβλημα για τον Πορτογάλο παραμένει η συμπεριφορά του κέντρου της άμυνάς του, αλλά αυτό δεν μοιάζει πιθανό να λυθεί πριν από την μεταγραφική περίοδο, εκτός και αν ο Μπέντο έχει στο μυαλό του κάτι που δεν έχει προλάβει να μας δείξει μέχρι σήμερα.

* Σχετικά με τη διαιτησία, ο παρατηρητής προφανώς σημειώνει το αφύσικο, το αδύνατον: πώς είναι δυνατόν ο ίδιος βοηθός να μη βλέπει σε θέση οφσάιντ τον Ιντέγε (κι ενώ ο ίδιος βρίσκεται ακριβώς στην σωστή θέση για να έχει καλή οπτική επαφή) και να βλέπει σε θέση οφσάιντ τον Ροντρίγκεζ (ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση για να έχει οπτική επαφή); Δεν γίνεται. Και όταν γίνεται, είναι καθαρό δείγμα, το λιγότερο, ακαταλληλότητας του βοηθού. Οσο για τον Αρετόπουλο, το λάθος του είναι η επιλογή να μην αποβάλει στο 88' τον Μποτία για το μαρκάρισμα στον Ροντρίγκεζ.

 

 

Θέλει πολύ χρόνο

Αδιανόητα περισσότερη δουλειά από τον Ιβιτς και τον Μπέντο, όπως ίσως και από την πλειονότητα των συναδέλφων του στη Superleague, έχει ο Ζοσέ Μοράις. Κι είναι βέβαιο ότι το επιβεβαίωσε ο Πορτογάλος προπονητής μέσα από όσα είδε και δεν είδε στο ματς με τον Πανιώνιο. Απέναντι σε μια ομάδα που έχει πια βάλει στο ένστικτό της την καλή ανασταλτική λειτουργία και έχει ένα από τα καλύτερα ζευγάρια αμυντικών μέσων, αυτό που συνθέτουν ο “γιατί δεν έχει κληθεί ακόμη στην Εθνική;” Σιώπης με τον Κόρμπο, η ΑΕΚ του έδειξε μαζεμένα όλα της τα δημιουργικά προβλήματα, ή μάλλον τα περισσότερα, δεδομένου ότι απέναντι στον Ηρακλή είχε εμφανιστεί ακόμη πιο φτωχή σε σχέδια και ιδέες ανάπτυξης του παιχνιδιού.

Εγινε σαφές, μολονότι ο χρόνος του ήταν ελάχιστος, ότι ο Μοράις έχει ιδέες για την αξιοποίηση της κατοχής της μπάλας. Θα του χρειαστεί όμως, όπως σε όλους τους προπονητές στη γη, ένα σημαντικό διάστημα χρόνου για να δείξει στους ποδοσφαιριστές του τις συγχρονισμένες κινήσεις που θέλει να κάνουν με ή χωρίς τη μπάλα στα πόδια τους προκειμένου να βελτιώσει αισθητά το παιχνίδι της ΑΕΚ. Διότι δεν αρκεί να τους τα δείξει όλα αυτά σε έναν πίνακα. Χρειάζεται χρόνος προπονήσεων στην ανάπτυξη του παιχνιδιού, χρειάζονται και αγώνες προκειμένου η ΑΕΚ να ζήσει καταστάσεις αγώνα και να δει τις παρεμβάσεις του προπονητή της και τους δρόμους που θα υποδεικνύει προκειμένου να ξεπερνιούνται τα εμπόδια. Απέναντι στον Πανιώνιο, πολύ φυσιολογικά, οι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ έδειχναν να νοιάζονται να κάνουν κατοχή για την κατοχή, δηλαδή να λειτουργούν με όραμα και βασική έγνοια το να πασάρουν σωστά, με συνέπεια να χαθεί το επιθετικό πνεύμα από το παιχνίδι τους. Και στην κατάσταση που βρίσκονται ο Ντίντακ και ο Μπακάκης, η ΑΕΚ δεν μπορούσε να πάρει πολλά από το οριζόντιο παιχνίδι, με συνέπεια να γίνει προβλέψιμη και να γεννήσει μόλις τρεις καλές ευκαιρίες, με τον Τσιγκρίνσκι και τον Αραβίδη (2) να αστοχούν.

Ακριβώς επειδή δεν είχε χρόνο, ο Μοράις έψαξε να συνεχίσει να υπηρετεί την συνθήκη που υπηρετούσε ο Τιμούρ Κετσπάγια, την “Μάνταλος και Μπακασέτας μαζί στην ενδεκάδα”. Με δεδομένα τα χαρακτηριστικά αυτών των δύο, και δεδομένη πλέον την επιστροφή του Σιμόες, ο Μοράις θα βρεθεί σύντομα μπροστά στη διαπίστωση ότι είτε πρέπει να αφήσει τον Μπακασέτα στον πάγκο είτε να αλλάξει σχηματισμό και να μείνει με έναν ανασταλτικό μέσο στην ενδεκάδα. Και θα έχει ενδιαφέρον να δούμε την επιλογή του, αλλά και την ιδέα παιχνιδιού που θα έχει η εφαρμογή της επιλογής του. 

Best of internet