Τον είδε κανείς να πεθαίνει…*

Τον είδε κανείς να πεθαίνει…*

Ο Μιχάλης Τσόχος γράφει για εκείνο το είδος του δημοσιογράφου και του ανθρώπου που έζησε με τέτοιον τρόπο που ο θάνατος δεν τον αγγίζει…

Τον είδε κανείς να πεθαίνει…*
Θυμάμαι ακόμη εκείνα τα υπέροχα βράδια στο αγαπημένο ρεστοράν του κύριου Θόδωρου, στους Διόσκουρους, στα οποία μας μάζευε για το δείπνο μετά την δουλειά. Μία ιεροτελεστία μύησης στην δημοσιογραφία, στην ίδια την ζωή.
Ενας υπέροχος άνθρωπος, ένας bon viveur που λάτρευε την ζωή και την δουλειά που έκανε. Ενας bon viveur που απολάμβανε  ένα υπέροχο δείπνο με εξαιρετικές λιχουδιές, ένα μπουκάλι λευκό κρασί και μία καλή παρέα για να συζητάει με τις ώρες, τα περισσότερα βράδια μετά την δουλειά.
 
Ένα βιβλίο με ατελείωτες υπέροχες σελίδες μπροστά στα μάτια σου, να το κρατάς στα χέρια σου και να μην χορταίνεις να το διαβάζεις. Ενας άνθρωπος τόσο γεμάτος από τη ζωή να κάθεται εκεί μπροστά σου και να σε αντιμετωπίζει σαν ισότιμο κι’ ας είχες μόνο ένα χρόνο στη δουλειά…
Θυμάμαι την ημέρα που πήγα στο γραφείο του για να του πω ότι θα φύγω από το «ΦΩΣ» την πρώτη επαγγελματική δουλειά μου. «Καλώς τον Μιχαλιώ, τι έγινε αγόρι μου, τι έχουμε και ήρθες τόσο νωρίς στο γραφείο…» ήταν τα λόγια της καλημέρας που το έκαναν ακόμη πιο δύσκολο, τόσο δύσκολο…
 
«Κύριε Θόδωρε έχω μία επαγγελματική πρόταση και θέλω να την συζητήσουμε…»!
«Τι να συζητήσουμε αγόρι μου, δεν θα βρεις πουθενά καλύτερα από εδώ, αλλά πες μου να σε ακούσω…».
«Ξέρετε δεν είναι μία άλλη αθλητική εφημερίδα, αλλά ένας μεγάλος δημοσιογραφικός οργανισμός…»
«Αγόρι μου, να πας στον Λαμπράκη. Είναι το μοναδικό μεγάλο σχολείο που υπάρχει, αλλά να ξέρεις όταν θα το ζήσεις κι εκεί, θα έρθεις να με βρεις και θα μου πεις από μόνος σου, ότι αυτό το σχολείο που έζησες εδώ θα το θυμάσαι για πάντα…»
Ημουν πιτσιρικάς, εμφανώς στενοχωρημένος και συγκινημένος. Το κατάλαβε αμέσως. «Ακου να σου πω, μην σκας, θα βρω καλύτερο από εσένα. Την έχω βρει ήδη δηλαδή. Πες στην κοπέλα σου που την γνώρισα τις προάλλες στο ρεστοράν να έρθει να με συναντήσει αύριο. Στο είπα από την πρώτη στιγμή που την είδα, αυτή είναι καλύτερη δημοσιογράφος από εσένα…».
Την επόμενη ημέρα η τότε κοπέλα μου και σημερινή σύζυγός μου, προσελήφθη στο «ΦΩΣ». Αυτή ήταν η… απάντηση του Θόδωρου Νικολαϊδη στην δική μου κίνηση να φύγω για «ΤΟ ΒΗΜΑ».
 
Δύο χρόνια μετά συνεργαστήκαμε ξανά. Από την πιο απαιτητική και δύσκολη θέση που θα μπορούσες να συνεργαστείς ποτέ μαζί του. Ρεπόρτερ Ολυμπιακού στο «ΦΩΣ». Δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει κατανοητό το μέγεθος της τιμής για εμένα που τότε δεν είχα κλείσει καν τα 26 μου…
 
Ένα ολόκληρο καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι μεταγραφών, με σκληρό ανταγωνισμό, μία τεράστια ευθύνη που την μοιράστηκε μαζί μου τόσο απλόχερα. Ηταν τόσο δύσκολο να με ξυπνά από τις 8 το πρωί για να με ρωτήσει τι θα έγραφα στις 11 το βράδυ, ήταν τόσο δύσκολο να με ρωτά «αυτό γιατί δεν το είχαμε…», αλλά και τόσο σπουδαίο να μου λέει «καμαρώνω για εσένα και την σημερινή δουλειά σου…». Ηταν η πιο δύσκολη και απαιτητική δουλειά που έχω κάνει αυτά τα 20 χρόνια, ήταν το μεγαλύτερο σεμινάριο που θα μπορούσα να ζήσω. Ενας άνθρωπος στα 75 του χρόνια, με τέτοια δίψα για την δουλειά, τέτοιο μεράκι, τέτοια διαύγεια μυαλού, τόσο καθαρή συνείδηση, τόσο ακέραιη μορφή!
 
Ακολούθησε κι’ άλλο καλοκαίρι και όταν τελείωσε και αυτό μου είπε… «Να σου πω κάτι. Όταν κάποια στιγμή θα γίνεις σπουδαίος και μεγάλος να θυμάσαι ότι από εδώ ξεκίνησες και να με παίρνεις που και που τηλέφωνο να τα λέμε…»
Τα λέγαμε αρκετά συχνά. Πάντα στην γιορτή του, όπου ξεκινούσε με το παράπονο ότι ο Ολυμπιακός φέτος δεν είναι καλός και δεν θα το πάρει το πρωτάθλημα. Το γούρι του, να γκρινιάζει πάντα για τον Ολυμπιακό… Τα λέγαμε και ορισμένες ακόμη φορές για την δουλειά, για τα θέματα που προέκυπταν στις εφημερίδες, στο ίντερνετ, που του έκλεβε τον μόχθο… Σε όλες τις κουβέντες μας πάντα κλείναμε με τον ίδιο τρόπο.
 
«Κύριε Θόδωρε εκείνη τη συνέντευξη που σας έχω ζητήσει 15 χρόνια πότε θα μου την δώσετε; Πρέπει ο κόσμος να γνωρίσει αυτό που ξέρουμε όλοι οι υπόλοιποι που σας ζήσαμε από κοντά, πρέπει ο κόσμος να σας ακούσει…»
«Δεν βαρέθηκες να μου το ζητάς ρε αγόρι μου. Δεν τα έχουμε πει αυτά. Ποιος είμαι εγώ για να δίνω συνεντεύξεις…».
Σήμερα το πρωί ξύπνησα από το τηλεφώνημα ενός φίλου. «Ο κύριος Θόδωρος πέθανε πριν λίγες ώρες…».
 
Από εκείνη την ώρα έχουν περάσει από το μυαλό μου όλες εκείνες οι σπάνιες στιγμές που έζησα δίπλα του και δεν θα τις ξεχάσω ποτέ και συνεχώς αυτές τι ώρες σκέφτομαι πόσο αλήθεια είναι για τον Θόδωρο Νικολαϊδη, αυτό που ο ίδιος είχε γράψει όταν έφυγε ένας από τους πλέον αγαπημένους φίλους του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
 
«Τον είδε κανείς να πεθαίνει…»

Best of internet