Η στάνη και το ξινό γάλα

Η Εθνική κοίταξε στον καθρέφτη και είδε έκπληκτη την 11η ομάδα του Κόσμου

Η στάνη και το ξινό γάλα

Η στάνη και το ξινό γάλα

O Nίκος Παπαδογιάννης ανοίγει το μαύρο κουτί της αποτυχίας και βρίσκει μέσα μούχλα δεκαετιών.

Πρόπερσι, τέτοια, μέρα, το μαύρο κουτί του αποκλεισμού της Εθνικής ξεχείλιζε από δυσοσμία, αφού τα γεγονότα που προηγήθηκαν του Eurobasket 2017 δρομολόγησαν έργα και ημέρες αποστροφής, αν όχι αισχύνης.

Όταν επιστρέψαμε από την Κωνσταντινούπολη και κυρίως από το Ελσίνκι, δεν θέλαμε ούτε να τη βλέπουμε, την «επίσημη αγαπημένη». Για μία και μοναδική φορά, ο έρωτας αμφισβητήθηκε.

Φέτος, ευτυχώς, δεν φαίνεται τέτοιου είδους σύννεφο. Αποτέλεσμα μπορεί να μην υπήρξε, ωστόσο υπήρξε προσπάθεια, πάθος, ομόνοια και συστράτευση. Χάσαμε, όχι επειδή σπάσαμε τον καθρέφτη, αλλά επειδή είδαμε μέσα του την αλήθεια.

Η Εθνική του 2019 δεν ήταν αρκετά καλή για να διακριθεί. Λίγο ως πολύ, τερμάτισε στη θέση που αναλογεί πλέον στο ελληνικό μπάσκετ: 11οι στον κόσμο, 7οι στην Ευρώπη. Κάπου εκεί βρισκόμαστε και δεν είναι ντροπή να το παραδεχθούμε.

Η τάση μάλιστα είναι πτωτική και ίσως περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να ξαναβρεθούμε τόσο ψηλά, πόσο μάλλον σε τροχιά μεταλλίων και θριάμβων.

Δείτε τι υπάρχει πίσω από τη βιτρίνα και θα συμφωνήσετε. Αφαιρέστε από την εξίσωση μερικούς από τους 7-8 παίκτες που σωστά θεωρήθηκαν άξιοι να τραβήξουν το κουπί του Μουντομπάσκετ και μελαγχολήστε μαζί μου.

Περιηγηθείτε στο έρημο τοπίο των μικρών Εθνικών ομάδων, όπου δεν υπάρχει ψηλός ούτε για δείγμα, και αναζητήστε τρόπο για να βαλσαμώσουμε τον Μπουρούση για να παίζει, έτσι όπως παίζει, μέχρι τα 45 του.

Αφήστε στην άκρη τους ευλογημένους Αντετοκούνμπο και τους υπόλοιπους παίκτες που ήρθαν από την Αμερική και μετρήστε στα δάχτυλα του ενός χεριού τα εκλεκτά προϊόντα της εγχώριας παραγωγικής διαδικασίας.

Πού θα τερμάτιζε η Εθνική εάν δεν έκαναν μαγικά οι γιατροί που θεράπευσαν τον Κώστα Σλούκα; Θα πετυχαίναμε έστω μία νίκη, αν δεν είχαμε τον Νικ Καλάθη;

Για τον Γιάννη ας μην ανοίξουμε ακόμη συζήτηση. Ακόμα και αυτή η προβληματική βερσιόν του που είδαμε στην Κίνα είναι έτη φωτός μπροστά από οτιδήποτε μπορούσαμε να φανταστούμε.

Οι δύο «Παπ» ήταν κρύο-ζεστό μέχρι που εξαφανίστηκαν τελείως την κρίσιμη στιγμή, ενώ ο τρίτος «Παπ», ο σέντερ στον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να ποντάρουμε για μία δεκαετία, αρκέστηκε σε ένα καλό παιχνίδι, όπως ακριβώς συνέβη το 2017.

Ο Γιώργος Πρίντεζης διαθέτει την ποιότητα και την πείρα και έπαιξε αρκετά καλά στο Μουντομπάσκετ, αλλά ουδείς θα τον μπερδέψει πια με τον Πρίντεζη του 2012.

Ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης ήταν το καινούριο πρόσωπο, ίσως το μοναδικό που λανσάρισε η Εθνική τα τελευταία χρόνια. Ούτε απογοήτευσε ούτε φάνηκε έτοιμος για να αναλάβει βαριές ευθύνες.

Η Τσεχία έφτασε στους 8 του Παγκοσμίου Κυπέλλου μολονότι έπαιξε δίχως τον MVP της Euroleague, Γιαν Βέσελι. Η Ελλάδα έφερε εδώ τους καλύτερους διαθέσιμους παίκτες και τερμάτισε πίσω από την Τσεχία.

Σε προηγούμενες διοργανώσεις, οι «κορυφαίοι» της Εθνικής σύμφωνα με μερίδα της κοινής γνώμης ήταν ο Γιάνκοβιτς, ο Παππάς, ο Βασιλειάδης, ο Περπέρογλου, δηλαδή παίκτες που έμειναν εκτός και τάχα -ανάλογα με την οπαδική οπτική γωνϊα των σχολιαστών- άξιζαν μία θέση στο αεροπλάνο. Ή και στη βασική πεντάδα.

Αυτή τη φορά, δεν αδικήθηκε κανείς, εκτός πια και αν έχει σημασία αν ο 12ος , της μηδαμινής συμμετοχής, ονομάζεται Κόνιαρης αντί Μάντζαρης ή Μήτογλου αντί Βασιλόπουλος. Έμειναν έξω μόνο οι απρόθυμοι και οι απόστρατοι.

Αυτή είναι η στάνη μας και αυτό το γάλα βγάζει. Όταν είναι φρέσκο ή ποτιστεί με λίγη σοκολάτα για να γίνει Milko, γλυκίζει και γίνεται πεντανόστιμο. Μόλις αρχίσει να μπαγιατεύει, δεν πίνεται εύκολα.

Οι αιθεροβάμονες μιλούσαν για μετάλλια και θριάμβους. Οι αυλοκόλακες έκαναν χώρο στην αραχνιασμένη τροπαιοθήκη, για να τοποθετήσουν σε περίοπτη θέση το τρόπαιο του πρωταθλητή Κόσμου. Τα φαιδρά παρατσούκλια γυαλίστηκαν και ήταν έτοιμα για χρήση.

Από αυτήν εδώ τη στήλη, διατυπώθηκε εξαρχής αισιοδοξία, όχι όμως για μεγάλη διάκριση αλλά για μία θέση στην 8άδα και ένα πλασάρισμα λίγο πιο ψηλά από εκεί που καταλήξαμε.

Το προγνωστικό αποδείχθηκε έγκυρο. Πράγματι, η Εθνική άγγιξε με τα δάχτυλά της τα προημιτελικά (μολονότι εμφανίστηκε κατώτερη και των δικών μου προσδοκιών), ώσπου τα έχασε από δική της αβελτηρία.

Παρουσίασε ενθαρρυντικό πρόσωπο στο πρώτο παιχνίδι που έδωσε (με το Μαυροβούνιο), αλλά τα θαλάσσωσε στο δεύτερο, όπου πέταξε στον ποταμό Γιανγκτσέ το καλύτερό της ημίχρονο (με τη Βραζιλία).

Την επικίνδυνη και ανώτερη του αναμενομένου Νέα Ζηλανδία τη νίκησε παίζοντας με θάρρος ένα παιχνίδι που δεν μας ταιριάζει. Κόντρα στους Αμερικανούς ξεγυμνώθηκε όπως και όσο αναμενόταν, ενώ απέναντι στους Τσέχους άγγιξε ένα πολύ δύσκολο και τιμητικό +12.

Δεν ήταν και τόσο μακριά, τελικά, η οχτάδα. Λίγα πλονζόν παραπάνω χρειάζονταν, σαν αυτά του Θανάση και του Λαρεντζάκη. Όταν δεν υπάρχει αρκετό ταλέντο ή ομοιογένεια, μπαλώνεις τα κενά με πλονζόν.

 Το τρενάκι του λούνα παρκ κόλλησε στην τελευταία ανηφόρα και η Εθνική παραχώρησε τη θέση της σε έναν αντίπαλο πιο έτοιμο, πιο ομοιογενή, πιο σοβαρό, έναν αντίπαλο που ωστόσο νικήθηκε από τους δικούς μας.

Τη ζημιά μας την έκανε η Βραζιλία, όχι μόνο με τα θαύματα του αχώνευτου Βαρεζάο στην ανοχύρωτη ρακέτα μας, αλλά και με τη διάλυση που βάρεσε απέναντι στην Τσεχία.

Ο Άτσο Πέτροβιτς έριξε λευκή πετσέτα και έπαιξε την δ’ περίοδο με αναπληρωματικούς για να κρατήσει δυνάμεις εν όψει ΗΠΑ και η ομάδα του ηττήθηκε με 22 πόντους. Εάν έχανε π.χ. με 5, θα ετοιμαζόμασταν τώρα για τον Μπόγκουτ και τον Ντελαβεντόβα.

Μπορεί οι Αυστραλοί να μας κατάπιναν ζωντανούς, αλλά τα νοκ-άουτ παιχνίδια έχουν τον δικό τους ουρανό και διαφορετικούς πλανήτες.

Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος λοιδορήθηκε από την πρώτη μέρα, όχι τόσο από σχετικούς, αλλά από εκείνους που έχουν χόμπι τη λοιδορία. Και, πράγματι, δεν πήγε πολύ καλά.

Μολονότι το προπονητικό τιμ διακρίθηκε στον τομέα της αγωνιστικής προετοιμασίας και της αμυντικής τακτικής (η οποία παγίδευσε τόσο τους Τσέχους, όσο και τους Αμερικανούς, εδώ στη Σεντζέν), υστέρησε σε προσωπικότητα και σε κύρος.

Η Εθνική του 2019 μπορεί να μην ήταν θηριοτροφείο, αλλά χρειαζόταν μαύρα κοστούμια που θα ενέπνεαν σεβασμό.

Ο Σκουρτόπουλος και οι συνεργάτες του χειρίστηκαν με επιδεξιότητα και διπλωματία όσα ζητήματα βρέθηκαν στο τραπέζι τους τη διετία που προηγήθηκαν, πολλά από τα οποία έκαναν τζιζ, αλλά δεν είχαν την πείρα και τη στόφα για να κρατήσουν το σκάφος σταθερό μέσα στο Μουντομπάσκετ.

«Ίσως δεν καταφέραμε να προσφέρουμε έμπνευση στους παίκτες», ομολόγησε ο απερχόμενος Ομοσπονδιακός προπονητής. Δυστυχώς, ισχύει.

Πριν όμως αναλυθεί η παρουσία του Σκουρτόπουλου στο Παγκόσμιο Κύπελλο, θα πρέπει να απαντηθεί το παρακάτω ερώτημα: μπορούσαμε να έχουμε κάποιον αποδεδειγμένα καλύτερο;

Τα «όχι» προπονητών όπως ο Ιτούδης ή ο Πρίφτης ή ο Μπαρτζώκας τον χειμώνα του 2016-7 αντηχούν μέχρι σήμερα στα αυτιά των γερόντων της Ομοσπονδίας.

Από τότε που καθιερώθηκαν τα ρημάδια τα «παράθυρα», η Εθνική ομάδα είναι δουλειά full time και κλείνει την πόρτα της Euroleague και του Eurocup.

Ποιος φιλόδοξος προπονητής με τα σύγκαλά του θα εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες του για να γίνει υπάλληλος του Βασιλακόπουλου με αμοιβή ψίχουλα;

Το αφήνω για λίγο στην άκρη το θέμα του προπονητή, για να ασχοληθώ μαζί του στο επόμενο σημείωμα.

Το επίμαχο σφύριγμα που έβγαλε νοκ-άουτ τον Γιάννη Αντετοκούνμπο πρόσφερε στην εθνική μας ένα βολικό άλλοθι, αλλά η αντίδραση της Ομοσπονδίας μπάσκετ αγγίζει τα όρια της φαιδρότητας.

Ο σεβασμός κερδίζεται όχι με αστεία διαβήματα και επαρχιώτικες κορώνες, αλλά με τον επαγγελματισμό, τη σοβαρότητα και την παρουσία στα κέντρα αποφάσεων.

Η ΕΟΚ έχει να παίξει ρόλο στα διεθνή δρώμενα από τον καιρό της παντοκρατορίας του Βασιλακόπουλου και, διόλου συμπτωματικά, έχει να δει ευνοϊκή διαιτησία από τότε.

Ο Γιάννης περίμενε βάσιμα ότι θα απολάμβανε αυτό που ευφημιστικά αποκαλούμε «σεβασμό» και, για να είμαστε τίμιοι, πήρε και κάμποσα σφυρίγματα στη διάρκεια του τουρνουά. Όχι όμως όσα θα περίμενε ένας MVP του ΝΒΑ.

Οι 6,8 ελεύθερες βολές που εκτέλεσε κατά μέσο όρο δεν είναι παρά μικρό κλάσμα του αναμενομένου. Και τα 3,6 φάουλ της προσωπικής στατιστικής του, υπερβολικά πολλά.

Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε κόσμια, με ύφος που συμβαδίζει με το ήθος του, αλλά η λοιπή αποστολή μας ξεκούφανε με τη σιγή της.

Αλλά ποιος να έβαζε τις φωνές στα παρασκήνια; Ο Τσαγκρώνης; Σε ποια γλώσσα; Στα πατρινά;

Ακόμα και αν έκανε την εμφάνισή του στη Σεντζέν ή στη Ναντζίνγκ ο Έλληνας πρόεδρος της FIBA, Aνδρέας Ζαγκλής, θα άλλαζε πεζοδρόμιο για να αποφύγει τους βλαχοδήμαρχους.

Στην εποχή της τεχνοκρατίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να πορεύεται με Μαυρογιαλούρους. Αν είναι να διαδεχθούν τον Βασιλακόπουλο άνθρωποι με τα ίδια ελαττώματα αλλά δίχως τις ικανότητές του, καλύτερα να κλείσουμε το μαγαζί και να κατεβάζουμε στα Μουντομπάσκετ κέρινα ομοιώματα. 

«Ναι, αλλά αδικήθηκε και η Λιθουανία του Σαμπόνις και η Τουρκία του Τούρκογλου», θα απαντήσουν σαν έτοιμοι από καιρό, σε όποιον απαιτήσει λαμπερά πρόσωπα στους προεδρικούς θώκους.

Η Ομοσπονδία τα πήγε καλά φέτος, επειδή απέφυγε να ανακατευτεί στη λειτουργία της Εθνικής ομάδας και την άφησε να λειτουργήσει με στεγανά. Αλλά αυτό είναι το καλύτερο που βρίσκω να πω.

Για να διαδεχθεί οποιοσδήποτε οποιονδήποτε, θα πρέπει να κινηθούν νερά που βάλτωσαν προ δεκαετιών. Ίσως ανεπανόρθωτα.

Η διοίκηση μίας αθλητικής Ομοσπονδίας αναδεικνύεται με δημοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες προβλέπει ο νόμος. Η ΕΟΚ δεν είναι μαοϊκή Κίνα, άσχετα αν ορισμένοι κήνσορες τη φαντάζονται ακριβώς έτσι.

Οι καθεστωτικές παθογένειες που εύκολα γίνονται αντιληπτές (σωματεία-σφραγίδες, χορός ημετέρων, καρεκλοκενταυρισμός) αποθάρρυναν και εξακολουθούν να αποθαρρύνουν όποιον εποφθαλμιά τη διοίκηση.

Πρόσφατα άκουσα ότι σκέφτεται να ξεκινήσει κίνηση ο Γιάννης Μπουρούσης, ενώ ο Παναγιώτης Γιαννάκης μοιάζει ιδανικό πρόσωπο για να αναλάβει τα ηνία του αθλήματος. Ακόμα και ο δυσκίνητος Νίκος Γκάλης εμφανίζεται θετικός.

Αλλά ουδείς εξ αυτών σκοπεύει να αναλωθεί σε προεκλογικό αγώνα και να διεκδικήσει πόρτα-πόρτα τα ψηφαλάκια των Ενώσεων, ενάντια σε υποψηφίους που γνωρίζουν καλά πώς παίζεται αυτό το (και πολιτικό) παιχνίδι.

Κανένας Λάζαρος δεν προτίθεται να ρεζιλευτεί σε αρχαιρεσίες χαμένες από χέρι, πόσο μάλλον Γκάλης.

Η μοναδική βιώσιμη λύση στο πρόβλημα του υδροκεφαλισμού είναι η πρόσληψη έμμισθου κομισάριου πλήρους απασχόλησης, αύριο κιόλας, με αποκλειστική ευθύνη τις Εθνικές ομάδες.

Ο Βασιλακόπουλος ήταν ανοιχτός σε τέτοιου είδους συζήτηση, αλλά έβγαλε φλύκταινες μόλις ο επώνυμος συνομιλητής του ζήτησε χρήματα. Τον ευχαρίστησε για το ραντεβού και τον πέταξε έξω.

Οι θέσεις του προέδρου επί της αρχής είναι γνωστές και όχι απαραίτητα κατακριτέες, αλλά εδώ απαιτούνται υπερβάσεις, τόλμη και εκσυγχρονισμός.

Υπάρχει μία φράση κλειδί που ακούγεται συχνά στα ενδότερα της Ομοσπονδίας και μαρτυρά τη νοοτροπία των παραγόντων της: «Αφού οι παίκτες παίζουν στην Εθνική αμισθί, το ίδιο πρέπει να ισχύει για όλα τα πρόσωπα που τη πλαισιώνουν». Αμ, δεν πάει έτσι, σύντροφοι.  

Ο Σκουρτόπουλος, ο Μίσσας, ακόμα και ο Κατσικάρης, πληρώθηκαν με φραγκοδίφραγκα και με λόγια. Η Εθνική δεν πρόκειται να βρει προπονητή καλύτερο από τον Σκουρτόπουλο, με βαλάντιο 20 χιλιάρικα τον χρόνο.

Μπορώ να σκεφτώ πρόσωπα που θα εργάζονταν σκληρά στα γραφεία χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, «για το καλό του ελληνικού μπάσκετ», αλλά υπό τον απαράβατο όρο να αδειάσει η γωνιά από τους γηραλέους γαλονάδες της σημερινής ΕΟΚ και να στελεχωθεί με νέους.

Με εν λευκώ εξουσία μπορεί να λειτουργήσει το συγκεκριμένο σχήμα, αλλιώς ψάχνουμε για χρήσιμους ηλίθιους.  

Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, εάν θέλουμε να παραμείνει η Εθνική ανταγωνιστική τους επόμενους μήνες.

Σε λίγες εβδομάδες ανοίγουν πάλι τα «παράθυρα», ενώ το Προολυμπιακό τουρνουά του 2020 απαιτεί συσπείρωση και επιδέξιους χειρισμούς ώστε να εμφανιστεί η ομάδα κατά το δυνατόν πλήρης.

Ο Σκουρτόπουλος δούλεψε αθόρυβα με τους συνεργάτες του και τα έκανε όλα σωστά στους μήνες που προηγήθηκαν του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Φαίνεται, όμως, ότι δεν σκοπεύει να συνεχίσει ή τουλάχιστον ότι θέτει την παραίτησή του στη διάθεση του Βασιλακόπουλου.

Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να παραμείνει, όχι μόνο επειδή αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία, οπλισμένος με πείρα και γνώση, αλλά και ελλείψει καλύτερης λύσης.

Εάν με κάποιον τρόπο πειστεί να αναλάβει ο Μπαρτζώκας, που μου φαίνεται απίθανο αν κρίνω από όσα μου είπε πρόσφατα, γιασάν του μάγκα και να του δώσουμε τα κλειδιά μέχρι να τον παραδώσουμε με τη σειρά του στους καννιβάλους.

Ειδάλλως, θα προτιμούσα να προσληφθεί στο πλάι του ένας μάνατζερ κύρους για να καμουφλαριστεί η ανυπαρξία της Ομοσπονδίας, παρά να ξεκινήσει κυνήγι ανεμομύλων μέσα στην τούρλα της Ολυμπιακής χρονιάς.

Χρήσιμο θα ήταν, πάντως, να ζητηθεί και η γνώμη των παικτών. Για να το πω σχηματικά, τον επόμενο προπονητή της Εθνικής θα πρέπει να τον επιλέξει ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. Είτε μας αρέσει, είτε όχι.