Ποτέ το Σαββατοκύριακο!

Ποτέ το Σαββατοκύριακο!

Ποτέ το Σαββατοκύριακο!

H αντίστροφη μέτρηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου έχει αρχίσει και ο Βασίλης Σκουντής βγάζει από τη ναφθαλίνη τις αναμνήσεις του από τις προηγούμενες περιηγήσεις του, με τέταρτο σταθμό εκείνον του 1998 στον Πειραιά και στην Αθήνα… 

ΠΑΟΚ - Παναιτωλικός με αμέτρητες αγορές και σούπερ αποδόσεις στη Vistabet.gr.

Δέκατοι στη Μαδρίτη, έκτοι στο Μπουένος Αϊρες, τέταρτοι στο Τορόντο, ε, διάβολε, με αυτή την (προοδευτική αριθμητική) λογική, οι προσδοκίες που συνόδευαν την τέταρτη, κατά σειρά, επιχείρηση της Εθνικής στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στόχευαν κατ’ ευθείαν στο βάθρο.

Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που η Ελλάδα ήταν η οικοδέσποινα του «Worldbasket 1998» και συν τοις άλλοις μας είχαν μείνει τα απωθημένα από τη χαμένη ευκαιρία στο Ευρωμπάσκετ του 1995. Είχαμε... πήξει κιόλας από τις απανωτές τέταρτες θέσεις (Ευρωμπάσκετ 1993, Μουντομπάσκετ 1994, Ευρωμπάσκετ 1995, Ευρωμπάσκετ 1997) και πιστεύαμε πως ήγγικεν η ώρα...
Κούνια που μας κούναγε!

Δυο χρόνια  νωρίτερα η ελληνική ομάδα είχε συμμετάσχει στο Ολυμπιακό Τουρνουά της Ατλάντα κι εκεί, στις 2 Αυγούστου του ’96, μέσα σε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα έριξε τους τίτλους της όχι απλώς ένδοξης, αλλά μυθικής καριέρας του ο Παναγιώτης Γιαννάκης.

Προτού καλά-καλά βγάλει από πάνω του την ιδρωμένη φανέλα με το Νο 6, που ούτως ή άλλως αποτελεί εθνικό κειμήλιο, κλήθηκε να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της «επίσημης αγαπημένης», την οποία οδήγησε στην τέταρτη θέση (με επτά συνεχείς νίκες και δυο ήττες στο Σαββατοκύριακο της κρίσης) στο Εurobasket του 1997.

Τα τελειώματα μας στα Τουρνουά ήταν όντως ένα ζήτημα! Με εξαίρεση τη νίκη επί της Βραζιλίας στον αγώνα για την πέμπτη θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996, όλα τα υπόλοιπα τελευταία διήμερα της Εθνικής μετά το 1991 ήταν μαρτυρικά και απέβησαν μοιραία: 0-2 στη Μούρθια (Προολυμπιακό Τουρνουά) το ‘ 92, 0-2 στο Μόναχο το ’93, 0-2 στο Τορόντο το ’94, 0-2 στην Αθήνα το ’95, 0-2 στη Βαρκελώνη το ’97 και δυστυχώς (σε πείσμα των μεγάλων προσδοκιών και της αισιοδοξίας) το κοντέρ έγραψε και 0-2 στην Αθήνα το ’98...

Κατόπιν όλων αυτών –και με δώδεκα ήττες στην καμπούρα της- η Εθνική επιβεβαίωνε  χωρίς να το θέλει τη Μελίνα Μερκούρη, παρουσιάζοντας τη δική της διεσταλμένη εκδοχή στην ταινία «Νever on Sunday», που εμείς το γυρίσαμε σε «Νever on Saturday and Sunday»!

Οι προσδοκίες και η αισιοδοξία δικαιολογούνταν από κάμποσα γεγονότα: τη διεξαγωγή του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στην Αθήνα, την παρουσία του Παναγιώτη Φασούλα (ο οποίος ανακάλεσε την απόσυρση του από την Εθνική, για χάρη του Γιαννάκη) και κυρίως την απουσία των παικτών του ΝΒΑ, λόγω  του lock out, που πάντως έπληττε το οικονομικό μέρος της διοργάνωσης. Δυστυχώς όμως στο τέλος της ημέρας όλα αυτά αποδείχτηκαν «vanitas vanitatum et omnia vanitas”!

Σε απλά ελληνικά, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»! 

Ζητώ εκ προοιμίου συγνώμη διότι οι εικόνες και οι αναμνήσεις μου από αυτή τη διοργάνωση παρουσιάζονται ελλειμματικές, διότι έχοντας την τιμή να είμαι επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της διοργάνωσης, βρισκόμουν νυχθημερόν σε ένα δωμάτιο του ΟΑΚΑ και έχασα πολλές από τις σκηνές που θα ήταν χρήσιμες σε αυτή την ανασκόπηση... Η αισιοδοξία για την πορεία της εθνικής στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του ’98 ξεχείλιζε και την ενστερνίστηκε και ο Γιώργος Βασιλακόπουλος και μάλιστα σε μια δημόσια τοποθέτηση του, στο περιθώριο της επίσημης παρουσίασης της διοργάνωσης στο Δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά, εις επήκοοον και του παρόντος (απεσταλμένου του ΝΒΑ) Μπιλ Ράσελ. Για τον ισχυρό άνδρα του ελληνικού μπάσκετ το μετάλλιο θα ήταν μια δικαίωση της επιλογής του να αναθέσει την τεχνική ηγεσία της Εθνικής στον «Δράκο», αλλά και της επιμονής του να αναλάβει η Ελλάδα τη διοργάνωση.

Λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη της διοργάνωσης η ανακοίνωση του lock out στο ΝΒΑ, αποτέλεσε ένα σοκ. Η οργανωτική επιτροπή είχε επενδύσει πολλά στην παρουσία των σούπερ σταρς του ΝΒΑ, αλλά τζίφος. Αντ’ αυτών την τελευταία στιγμή η USA Basketball βγήκε στο ψάξιμο διαθέσιμων παικτών που δεν αγωνίζονταν στο ΝΒΑ και μεταξύ άλλων στρατολόγησε κάμποσους που είχαν αγωνιστεί ή επρόκειτο να εμφανιστούν αργότερα στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πήγε κιόλας στράφι το ταξίδι μας στη Νέα Υόρκη, μαζί με τον συχωρεμένο διευθυντή της ΕΟΚ, Θεόδωρο Μπαλφούσια, για να κάνουμε λεζάντα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, στο περιθώριο του All Star Game του ΝΒΑ. Αλλά τι γράφω; Τίποτε δεν πήγε στράφι, αξιώθηκα να δω στο Madison Square Garden, τον Κόμπε Μπράιαντ απέναντι στον Μάικλ Τζόρνταν! 

Σε αντίθεση με τους απόντες παίκτες, στον πάγκο της αμερικανικής ομάδας βρισκόταν ο Ρούντι Τομζάνοβιτς, ενώ εμφανίστηκε και ο Χακίμ Ολάζουον. Μάλιστα σε μια συνάντηση μας ο δις πρωταθλητής του ΝΒΑ με τους Χιούστον Ρόκετς) μου χάρισε μια γραβάτα στην οποία ήταν κεντημένο το παρατσούκλι του. Τη φόρεσα αμέσως αλλά δυστυχώς πήγε υπέρ πίστεως και πατρίδος, διότι το ίδιο βράδυ σε μια ταβέρνα στο Χαλάνδρι εκτός από τη στάμπα με το «Rudy-T» εμπλουτίστηκε και με μια τεράστια λαδιά. Φώναξα ο δόλιος «γκαρσόν λεκιάστηκα», αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια!

Το Μουντομπάσκετ του ’98 απέβη το αναπόδραστο τέλος μιας ένδοξης εποχής: ήταν το κύκνειο άσμα του Φασούλα, ενώ το ’91 είχε αποχωρήσει ο Γκάλης, το ’96 είπε το «αντίο» ο Γιαννάκης και την παραμονή της έναρξης του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος μας χαιρέτησε ο Χριστοδούλου.

Την προηγούμενη χρονιά ο Φάνης  είχε παίξει στο Ευρωμπάσκετ και ακολούθησε η πρώτη σεζόν του στον Παναθηναϊκό, αλλά το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Τα γόνατα του δεν υπάκουαν στην επιθυμία και γι’ αυτό αποφάσισε να βγει στη σύνταξη σε ηλικία 33 ετών. Η συγκίνηση πλημμύριζε την αίθουσα Τύπου του ΟΑΚΑ εκείνο το μεσημέρι κι επειδή κάθισα δίπλα του για να προλογίσω τη συνέντευξη Τύπου και τυγχάνει να είμαι «μέγας Φανιστής» (sic), θυμάμαι πως κάποια στιγμή αναζήτησα τα χαρτομάντιλα στην τσέπη του σακακιού μου και δεν ήταν για να σκουπίσω τον ιδρώτα, αλλά ένα δάκρυ...

Ως γνωστόν, ο Φάνης ήταν σεσημασμένος... «Ισπανοκτόνος» (Μουντομπάσκετ 1990, Ευρωμπάσκετ 1995) και ευτυχώς φρόντισε να κληροδοτήσει αυτό το δολοφονικό ένστικτο του στο Νίκο Οικονόμου. Ο συμπαίκτης του στον Παναθηναϊκό πέτυχε 21 πόντους στον κρίσιμο προημιτελικό, στον οποίο η Εθνική επικράτησε της (καθοδηγούμενης από τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης, Αλμπέρτο Ερέρος) «Furia Roja» με 69-62 και προκρίθηκε στην τετράδα.

Νωρίτερα η Εθνική σε μια μαύρη κι άραχλη επιθετική βραδιά, είχε γνωρίσει την ήττα με 60-48 από τη Ρωσία σε ένα ματς στο οποίο κάποια στιγμή βρεθήκαν να μαλώνουν σαν τα κοκόρια ο (μάνατζερ της Εθνικής)  Νίκος Φιλίππου με τον συχωρεμένο Σεργκέι Μπέλοφ! Την προηγούμενη χρονιά στην Τζιρόνα (Ελλάδα-Ρωσία 74-72)  ο «Πελέ του μπάσκετ» είχε βγάλει από την τσέπη του ισπανικές πεσέτες και τις έδειχνε στους διαιτητές (με σαφές υπονοούμενο) και η βεντέτα συνεχίστηκε στο Νέο Φάληρο...

Αυτό δεν ήταν το μοναδικό ματς στο οποίο η ελληνική ομάδα κυριεύθηκε από τον εκνευρισμό. Τα χειρότερα έμελλε να συμβούν στον ημιτελικό με τους Σέρβους, στους οποίους τα είχαμε μαζεμένα από τις τέσσερις απανωτές ήττες στην Αθήνα, στην Ατλάντα και στη Βαρκελώνη. Στον ημιτελικό, στο κατάμεστο ΟΑΚΑ η Εθνική προηγήθηκε με 48-36, αλλά δεν διαχειρίστηκε σωστά το προβάδισμα της και συν τοις άλλοις μπήκε στο τριπάκι της διαιτησίας, με τον συνεργάτη του Γιαννάκη, Νίκο Σταυρόπουλο να τα χώνει από νωρίς στον Μπετανκόρ και στον Κατσάρο!

Στο κρισιμότερο σημείο του ματς ο Παπανικολάου και ο Οικονόμου αστόχησαν σε τρεις ελεύθερες βολές στη σειρά και η λήξη της κανονικής διάρκειας του αγώνα βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 57-57. Δυστυχώς η παράταση εξελίχθηκε σε déjà vu καθώς οι «πλάβι» καθοδηγούμενοι από τον ασυγκράτητο Ντέγιαν Μποντιρόγκα (ο οποίος ήδη είχε υπογράψει στον Παναθηναϊκό) και τον Ζέλικο Ρέμπρατσα, που έμελλε να τον ακολουθήσει μετά από έναν χρόνο επικράτησαν με 78-73 και άφησαν την Εθνική εκτός νυμφώνος. Οι δυο τους έβαλαν 51 από τους 78 πόντους της ομάδας στον πάγκο της οποίας βρισκόταν ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και διέθετε στις τάξεις της οκτώ παίκτες που έχουν θητεύσει στο ελληνικό πρωτάθλημα!

Ο μοιραίος ημιτελικός άνοιξε επίσης τον ασκό του Αιόλου κατά του Γιαννάκη, που αντιμετωπίστηκε πολύ αυστηρά και κακόπιστα από τους φιλάθλους και από τον Τύπο. Ο ίδιος (ακολουθώντας τη Θεμιστόκλεια λογική του «πάταξον μεν, άκουσον δε») υπεραμύνθηκε των επιλογών του και είπε τότε κάτι στο οποίο επιμένει και σήμερα: «Μπορεί να μην πήραμε μετάλλιο, αλλά εκείνη η ομάδα παρουσίασε μια πρόταση δίνοντας ευκαιρίες σε παίκτες που προσπαθούσαν να σώσουν τις καριέρες τους μέσα στην καταιγίδα των ξένων και των κοινοτικών». Η κριτική και η δυσπιστία ξεπέρασαν τα όρια της υπερβολής μάλιστα σε κάποια στιγμή του ημιτελικού που ο Γιαννάκης απέσυρε τον Αλβέρτη, χρειάστηκε ο ίδιος ο Φραγκίσκος να κάνει νεύμα προς τους θεατές που αποδοκίμαζαν για να διευκρινίσει ότι ο ίδιος ζήτησε την αλλαγή! 

Την επόμενη μέρα η απογοητευμένη Εθνική, παραδόθηκε άνευ όρων στους Αμερικανούς (61-84) και κατέληξε στη συνηθισμένη τέταρτη θέση, ενώ ο πικραμένος Γιαννάκης έθεσε την παραίτηση του στη διάθεση της ΕΟΚ. Το γυαλί είχε σπάσει, το τέλος φαινόταν να έρχεται, απλώς πήρε παράταση τα τέλη Φεβρουαρίου (του 1999) όταν ο «δράκος» αποχώρησε για να επιστρέψει μετά βαίων και κλάδων μετά από πέντε χρόνια...

Πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης ανακηρύχθηκε ο Μποντιρόγκα αφήνοντας το μπιλιετάκι του σε ένα γήπεδο, στο οποίο θα μεγαλουργούσε και θα λατρευόταν σαν θεός για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ωστόσο ο δραματικός τελικός ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και στη Ρωσία έφερε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του Ζέλικο Ρέμπρατσα: στην εκπνοή και με το σκορ στο 64-62, ο «Ζέλε» έριξε μια μεγαλοπρεπή τάπα στον Μιχάλη Μιχαήλοφ που ήταν έτοιμος να ισοφαρίσει και έγινε ο άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

Οι μεν Ρώσοι έζησαν ξανά τον εφιάλτη του φινάλε του τελικού του Ευρωμπάσκετ του 1993 στο Μόναχο (με το γκολ φάουλ του Κισούριν στον Βελπ), οι δε Γιουγκοσλάβοι ανέκτησαν τα σκήπτρα που δεν είχαν καταφέρει να διεκδικήσουν στο Τορόντο, λόγω της καραντίνας στην οποία βρίσκονταν.

Best of internet