Μια Ελλάδα του χιονιού

Το Τορόντο των 100.000 Ελλήνων είναι πλέον η παγκόσμια πρωτεύουσα του μπάσκετ.

Μια Ελλάδα του χιονιού

Μια Ελλάδα του χιονιού

Ο Νίκος Παπαδογιάννης κλείνει την αυλαία της σεζόν του ΝΒΑ με ένα νοερό ταξίδι στο γεμάτο Ελλάδα Τορόντο.

Mελετήστε προσεκτικά τα κοντινά πλάνα από την επινίκια παρέλαση των Ράπτορς και θα καταλάβετε αυτό που οι πάλαι ποτε επισκέπτες του Μουντομπάσκετ 1994 έζησαν από πρώτο χέρι: το Τορόντο είναι γεμάτο Έλληνες.

Πρώτης, δεύτερης ή και τρίτης γενιάς. Ελληνόφατσες παντού!

Mιλάμε για μία κοινότητα 100.000 ανθρώπων, οι μισοί από τους οποίους μιλάνε τη γλώσσα τόσο καλά όσο οι εδώ ψευτοπατριώτες – και συχνά καλύτερα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2016, περίπου 41.000 κάτοικοι του Τορόντο δηλώνουν ελληνόφωνοι. 

Στη συνοικία Μπρόουντβιου Νορθ, σε πιάνει η μυρωδιά του γύρου από τα μούτρα. Κρυφακούς τους διαλόγους στους δρόμους ή στα καταστήματα και νομίζεις ότι βρίσκεσαι στους δρόμους της Πάτρας ή της Λάρισας. Ή της …Μελβούρνης, όπου παρατήρησα το ίδιο φαινόμενο το 2006.

Δεν είχα την ευκαιρία να καλύψω το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα μπάσκετ του ’94, αλλά βρέθηκα το ίδιο καλοκαίρι στο ποδοσφαιρικό Μουντιάλ των ΗΠΑ και έζησα την πικρή απογοήτευση της εκεί ομογένειας -ιδίως στη Βοστώνη και στη Νέα Υόρκη.

Δύο μήνες αργότερα, κατέφτασε στην ίδια ακτή του Ατλαντικού η Εθνική μπάσκετ και αποκατέστησε την αισιοδοξία και τη γαλάζια υπερηφάνεια, με την πορεία ως την τετράδα και τον θρίαμβο επί των γηπεδούχων Καναδών στον άτυπο προημιτελικό (74-71, με 26 πόντους του Φάνη Χριστοδούλου).

Ο Στηβ Νας έφυγε από το Maple Leaf Gardens κλαμμένος και η Ελλάδα πέτυχε μία από τις σημαντικότερες νίκες της ιστορίας της, μπροστά σε 11.000 φιλάθλους Από κάτι τέτοια ανδραγαθήματα εδραιώθηκε το παρατσούκλι «επίσημη αγαπημένη». 

Πέρασα μερικά μερόνυχτα στο Τορόντο τον Αύγουστο του 2014 και είδα μία πόλη που είναι για να πάρει κανείς τα συμπράγκαλά του και να μετακομίσει εκεί. Για τους καλοκαιρινούς μήνες, τουλάχιστον. 

Η ποιότητα ζωής είναι σε ασύλληπτο επίπεδο και οι πολιτικές παθογένειες που μαστίζουν την καθημερινότητα των πολιτών των ΗΠΑ (π.χ. με την πλήρη ιδιωτικοποίηση της υγείας, την ακραία θρησκοληψία ή την άκρατη οπλοχρησία) απουσιάζουν επιδεικτικά. 

Η πολυπολιτισμικότητα που τις τελευταίες δεκαετίες έγινε σήμα κατατεθέν του Οντάριο απέκτησε το εικόνισμά της στο πρόσωπο του πασίγνωστου οπαδού των Ράπτορς Ναβ Μπάτια και, για να μη μπερδευόμαστε, είναι ένα στοιχείο απόλυτα ενταγμένο στη ζωή της μεγαλούπολης, δίχως περιθωριοποίηση των μεταναστών.

Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση των Ράπτορς, το Τορόντο έγινε και παγκόσμια πρωτεύουσα του μπάσκετ, έτσι, για να αποκτήσει και νόημα ο ασυνάρτητος τίτλος «World Champions» που απονέμουν οι Αμερικανοί στους πρωταθλητές του ΝΒΑ, του NFL και των άλλων made in the USA υπερπαραγωγών.

Λατρεύω τους Γιούτα Τζαζ από τα χρόνια του Στόκτον και του «Ταχυδρόμου», αλλά ενδόμυχα έχω πρόβλημα με τις ομάδες που εκπροσωπούν πόλεις ή περιοχές ανθρωπολογικά πάλλευκες και πολιτικά αυτιστικές.

Τους πρωταθλητές μου εγώ τους θέλω να εκπροσωπούν και τα παραμελημένα γκέτο και τις φτωχογειτονιές των μαύρων και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και τις εκατό φυλές του Φαραώ.

Άλλωστε, η παράδοση του μπάσκετ εδράζεται στα ανοιχτά γήπεδα, στα projects που με τόση γλαφυρότητα απεικονίστηκαν στο The Wire, στην αφροαμερικανική κοινότητα, ακόμα και στους Ευρωπαίους ή ισπανόφωνους εμιγκρέδες της εργατικής και της μεσαίας τάξης.

Για να πω το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια, μου κακοφαίνεται όταν σφετερίζονται την αθλητική πρόοδο αγράμματων και ανειδίκευτων παιδιών του γκέτο (με εμβληματικό παράδειγμα τον Άλεν Άιβερσον) ζάπλουτοι γραβατωμένοι επιχειρηματίες ή χρηματιστές ή ηθοποιοί της αστραφτερής μητρόπολης.

Ορισμένοι παραδοσιακοί φανζ τύπου Τζακ Νίκολσον το κάνουν αθώα και δίχως υστεροβουλία, άλλοι όμως φορούν τα καλά τους και ακολουθούν ανενδοίαστα τη λάμψη των τροπαίων για να καρπωθούν ένα μέρος της.

Το παλαιό «Φόρουμ» τoυ Λος Άντζελες ήταν χτισμένο σε μία από τις πλέον κακόφημες περιοχές των ΗΠΑ, αλλά ήταν απαγορευμένη ζώνη για τους εξαθλιωμένους κατοίκους του Ίνγκλγουντ. Αυτή η αντίθεση δεν έπαψε ποτέ να με στοιχειώνει, τα χρόνια της κυριαρχίας των Λέικερς.

Το πολύχρωμο και πολύβουο Τορόντο δείχνει να τηρεί τις ισορροπίες και να κρατάει ανοιχτές για τους μη προνομιούχους τις θύρες του Air Canada Center, το οποίο άλλωστε βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, δέκα βήματα από το ευρύχωρο σπίτι του φούτμπολ και από τo Skydome, όπου έγινε η τελική φάση του Μουντομπάσκετ '94. 

Η Εθνική μας ηττήθηκε στον ημιτελικό από τις ΗΠΑ (58-97) και στον μικρό τελικό από την ισχυρότατη Κροατία (60-78), οπότε γύρισε στη βάση της περίπου ως «αποτυχημένη», άσχετα αν αποθεώθηκε από τους ομογενείς στο Τορόντο. Ήταν η εποχή που μας έδιναν 4ες θέσεις και τις κοιτάζαμε στα δόντια.

Τον χειροκρότησα με ενθουσιασμό τον θρίαμβο των Ράπτορς στους τελικούς του ΝΒΑ, άσχετα αν πικράθηκα όπως όλοι με τον αποκλεισμό των Μπακς.

Ο Καουάι Λέναρντ είναι ο αγαπημένος μου παίκτες από τα χρόνια του στους Σπερς (θυμάμαι να τον ψηφίζω MVP στη «μπασκετοκουβέντα» του 2017), ενώ κάθε ομάδα που παίζει ορθόδοξη μπασκετάρα του προπονητή με ακρογωνιαίο λίθο την άμυνα και με πραγματικό πλέι-μέικερ το πεντάρι της μου κλέβει την καρδιά.

Οι Ράπτορς των Λάουρι, ΝτεΡόζαν, Βαλανσιούνας (με τον Νικ Νερς βοηθό του Ντον Κέισι) είχαν μόλις κατακτήσει τον τίτλο της Ατλάντικ με ρεκόρ 48-34, όταν κάθισα να ξαποστάσω σε ένα παγκάκι στην προκυμαία της λίμνης Οντάριο το 2014.

«Στην απέναντι όχθη του συστήματος των Μεγάλων Λιμνών βρίσκονται μεγαλουπόλεις των ΗΠΑ, όπως το Σικάγο και το Μιλγουόκι», έγραφε ο Οδηγός που κρατούσα στα χέρια μου.

Το κοντέρ των Μπακς την περίοδο 2013-4 έγραφε 15 νίκες και 67 ήττες, ο χειρότερος απολογισμός σε ολόκληρο το ΝΒΑ και ο χειρότερος στη δική τους ιστορία.

Αλλά ένα ψιλόλιγνο παλικαράκι από την Ελλάδα είχε μόλις απογαλακτιστεί και ετοιμαζόταν να κατακτήσει τον κόσμο. Ακόμη δεν το φανταζόταν κανείς. Ούτε καν ο ίδιος.

Πέντε χρόνια αργότερα, οι Ράπτορς πανηγυρίζουν το παρθενικό τους πρωτάθλημα και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο -πιθανότατα- το πρώτο του MVP. Μπορεί ο επόμενος Ιούνιος να βρει αυτόν πρωταθλητή.

Κρίμα, που δεν έφεραν τον Γιάννη μας οι παγωμένοι άνεμοι λίγο πιο βόρεια από το Μιλγουόκι, στη χιονισμένη αλλά ζεστή «μικρή Ελλάδα» του Καναδά.

Best of internet