Το τζάμπολ του ΝΒΑ βρίσκει τους παίκτες του στα χαρακώματα και την Αμερική σε δίνη

Κατάληψη στο τρελάδικο

Ο Νίκος Παπαδογιάννης ανυπομονεί για το τζάμπολ του ΝΒΑ, αλλά δεν αντέχει άλλη πατριδολαγνεία και στρατοδουλεία made in the USA.

Είστε έτοιμοι για ξενύχτι; Εγώ πάντως όχι. Έχω πρόβλημα. Πρόβλημα με τα στρατά, με τον εθνικό ύμνο, με την αστερόεσσα, με την Τραμπ και με την ανυπόφορη αμερικανίλα.

Ποτέ δεν φανταζόμουν, ότι η πνοή αισιοδοξίας που φύσηξε με την εκλογή του Ομπάμα θα έδινε τη θέση του σε αυτόν τον εφιάλτη. 

«Ο Τραμπ δεν θα βγάλει την τετραετία, ήδη μισεί τους πάντες στον Λευκό Οίκο», διαβάζω. «Οι συνεργάτες του τρέμουν, μη τυχόν κάνει καμία επικίνδυνη ενέργεια», ξαναδιαβάζω.

«Η δημοτικότητα του Προέδρου σε ιστορικό χαμηλό», παιανίζουν οι εφημερίδες.

Και τι να το κάνω, που δεν λέει να περάσει η άθλια η τετραετία και μάλλον ακολουθεί και δεύτερη; Μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.

Οι ψυχίατροι θα πανηγύριζαν αν είχαν στα χέρια τους πελάτη όπως ο πλανητάρχης, αλλά ο πελάτης είμαστε εμείς και ο ασθενής έκανε κατάληψη στο ψυχιατρείο.

Τι με κόφτει λοιπόν εμένα το πρωτάθλημα μπάσκετ του τρελάδικου; Η παγκόσμια ειρήνη με κόφτει και άλλο ουδέν. Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας, Νίκο Τσιαμτσίκα;

Σταματώ εδώ το παιδιάστικο παραλήρημα και κλειδώνω για λίγο στο ντουλάπι τους –ειλικρινείς, πάντως- φόβους μου για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Ξέρω, ξέρω, «ασχολήσου καλύτερα με το μπασκετάκι». Να ασχοληθώ, λοιπόν, με το μπασκετάκι: ονειρεύομαι Γκρεγκ Πόποβιτς στον προεδρικό θώκο!

Νόμιζα ότι ήμουν ο μοναδικός που το σκέφτηκε, τόσο μυαλό έχω κι εγώ μέσα στην κεφάλα μου, μέχρι που διάβασα το καταπληκτικό άρθρο του Κέβιν Άρνοβιτς για τον «Ποπ» στο ESPN.

Στη χώρα που δεν θεωρεί την πολιτική καριέρα ως προαπαιτούμενο και που εκλέγει στην προεδρία ηθοποιούς, επιχειρηματίες ή και απλούς τσαρλατάνους, ο προπονητής των Σαν Αντόνιο Σπερς θα ήταν ιδανικό πρόσωπο για το ρημάδι το Οβάλ Γραφείο.

Έχει άλλωστε στο βιογραφικό του θητεία στο στράτευμα, για να μη γκρινιάζουν οι φιλελέδες του Κόμματος του Τσαγιού.

Ο Πόποβιτς είναι ο πιο γλαφυρός και ο λιγότερο συγκρατημένος από τους επικριτές του Τραμπ.

Μόλις χθες τηλεφώνησε έξαλλος σε μία εφημερίδα και τον αποκάλεσε «άψυχο δειλό ψεύτη», για τα απίστευτα παραμύθια του σχετικά με τις οικογένειες των νεκρών Αμερικανών στρατιωτών και τους προκατόχους του στον Λευκό Οίκο.

Απτόητος από την επέλαση του σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας, ο Πόποβιτς δεν φοβάται ούτε για την καριέρα του ούτε για τη δημοτικότητά του ούτε για την υστεροφημία του.

Καταλαβαίνει αυτό που όφειλαν να καταλαβαίνουν οι πάντες, όχι μόνο στην Αμερική αλλά σε ολόκληρην την οικουμένη. Οσοι έχουν ισχυρή φωνή, οφείλουν να την υψώνουν.

Αυτοί που κάθονται στον λευκό φράχτη της ουδετερότητας γίνονται, εκόντες άκοντες, σύμμαχοι του σκοταδιού.

«Αρκεί να έχουν ανοίξει και κανένα βιβλίο οι ομιλούντες», θα πείτε. Σωστό. Ειδάλλως υπάρχει κίνδυνος να βγάλουν στην επιφάνεια τον Αδάμ, την Εύα και το μήλο του παραδείσου.

Αλλά και πώς να ξεχωρίσει κανείς τους μορφωμένους από τους αστοιχείωτους, τους δημοκράτες από τους φαιούς;

Ακόμα και στη φαιδρή περίπτωση Τσιάρτα, ο δημόσιος διάλογος που ακολούθησε, έστω με τη μορφή τιτιβισμάτων και αστεϊσμών, ήταν χρήσιμος για την κοινωνία.

Χρησιμότερος, πάντως, από τη σιωπή του διάσημου αθλητή που ενημερώνεται αλλά κρατάει τους προβληματισμούς του για τον εαυτό του ή εκείνου που φιλάει μια παναγίτσα αντί να εμβολιάσει το παιδί του.

Μπορεί ο Τσιάρτας να έγινε σούργελο για τις μεσαιωνικές απόψεις του, αλλά κάποιοι διάβασαν εν παρόδω τα «αντίπαλα» επιχειρήματα και, ελπίζω, ξεστραβώθηκαν.

Το ΝΒΑ αρνείται να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Τον ίδιο κανόνα ακολουθεί, εκ γενετής, και το WNBA.

Πολύ πριν ο Τραμπ κατσικωθεί στο άσπρο σπίτι της Ουάσινγκτον, οι υπεραθλητές και οι υπεραθλήτριες των δύο ΝΒΑ έβγαιναν στα χαρακώματα και χάραζαν πρωτοποριακά μονοπάτια, όχι στο μπάσκετ, αλλά σε κοινωνικά θέματα.

Εμείς μπορεί να ανακαλύψαμε την «ταυτότητα φύλου» σήμερα, από τις αναχρονιστικές άναρθρες τσιρίδες του Λεβέντη, του Άδωνι, των παπάδων και των ψεκαμμένων, αλλά το ΝΒΑ αφαίρεσε από τη Σάρλοτ τη διοργάνωση του All-Star Game του 2017, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις διακρίσεις ενάντια στους διεμφυλικούς, στην πολιτεία της Νορθ Καρολάινα.

Ο κομισάριος Άνταμ Σίλβερ ανέβηκε με υπερηφάνεια σε ένα άρμα της φετινής Gay Pride της Νέας Υόρκης, μολονότι είναι ετεροφυλόφιλος. Ο κοινωνικός αγώνας και ο ακτιβισμός δεν περιορίζονται σε ζητήματα εθνικής πολιτικής ούτε ασκούνται αποκλειστικά μπροστά στους προβολείς.

Εάν ρωτάτε εμένα ποιον Έλληνα αθλητή ψηφίζω για «πρόσωπο της χρονιάς», θα σας απαντήσω, τον Νίκο Παππά.

Για το γήπεδο που έφτιαξε στις φυλακές, για τη συμπαράσταση στην Ηριάννα και τον Περικλή, για την πολιτική του συνείδηση και για μία κουβέντα που μου είπε πριν από μήνες, σε μία συνέντευξη που μου παραχώρησε για το Documento.

«Δεν με ενδιαφέρει να με θεωρούν καλό παιδί. Άλλος μπορεί να παριστάνει το καλό παιδί στο δημόσιο βίο του και μετά να κακοποιεί τους μετανάστες και τα ζωάκια».  

Στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού, σχεδόν όλες οι ομάδες του ΝΒΑ και των άλλων επαγγελματικών αθλημάτων αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τα ξενοδοχεία του μισάνθρωπου πλανητάρχη.

Εκείνος, όμως, ανακάλεσε την πρόσκληση προς τους Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς και ανακοίνωσε κατάργηση των φοροαπαλλαγών προς το NFL. Όταν τα κάναμε αυτά στην αυλή του σχολείου, μας έλεγαν ότι φερόμαστε σαν μωρά παιδιά.

Πόσο θα αντέξει άπραγος ο Τραμπ, με το δάχτυλο ακουμπισμένο στο κουμπί, να ακούει τις βαρύτατες προσβολές των Βορειοκορεατών και των Ιρανών;

Προς το παρόν, σφίγγει τα δόντια με εκείνη τη γνώριμη γκριμάτσα του ψυχαναγκαστικού και κρατιέται.

Ίσως επειδή καταλαβαίνει τις συνέπειες. Ίσως επειδή γύρω του έχουν απομείνει 1-2 άνθρωποι με το μυαλό μέσα στο κεφάλι του. Ίσως επειδή ξέρει ότι οι Κορεάτες έχουν δίκιο.

«Συναντήθηκα με τον πρόεδρο των Παρθένων Νήσων», ανακοίνωσε τις προάλλες ο φωστήρας με τη βαμμένη φράντζα.

Εάν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ο Πόποβιτς, θα γνώριζε, από τον (διεθνή με τις ΗΠΑ άλλωστε) Τιμ Ντάνκαν, ότι οι Παρθένοι Νήσοι αποτελούν αμερικανική επικράτεια. Πρόεδρός τους είναι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ.

Η αθλητική Αμερική κλίνει σχεδόν σύσσωμη το γόνυ, όχι για να αρνηθεί τη σημαία όπως υποστηρίζουν οι πατριδοκάπηλοι πιστολέρο της σχολής «αν δεν σας αρέσει να φύγετε, να πάτε αλλού», αλλά για να δείξει τον σεβασμό της, προς τις αξίες που ο Τραμπ τσαλαπατάει.

Ο Κόλιν Κάπερνικ φώτισε για τα καλά τον δρόμο που χάραξαν πριν από αυτόν αστέρες του ΝΒΑ όπως οι ΛεΜπρόν Τζέιμς, Στεφ Κάρι αλλά και διάττοντες όπως ο τολμηρός Κρεγκ Χότζες και ο Μαχμούντ Αμπντούρ-Ραούφ.

Ακόμα και ο σιβυλλικά σιωπηλός Τζόρνταν ξεσηκώθηκε, ο μετρ του απολιτίκ που φέρεται ειπών ότι «και οι ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια». Μέχρι και ο Κόμπι Μπράιαντ ξεσηκώθηκε.

Στην Αμερική, στην Αγγλία, στη Γερμανία, στην Κορέα, στο Ιράν, στην Ελλάδα, ουδείς ενδιαφέρεται στ’ αλήθεια για το τόπι, τα τρίποντα και για τα ριμπάουντ. Το μόνο που έχει σημασία είναι η κοινωνική πρόοδος.

Όσο και να μας χαλάει να σκεφτόμαστε και να βλέπουμε τα μούτρα των δικών μας πολιτικών, τα πάντα είναι πολιτική.

Δείξτε μου κάποιον που πιστεύει ότι «ο αθλητισμός πρέπει να μένει μακριά από την πολιτική» και θα σας δείξω έναν που δεν θα κουνήσει ποτέ το δαχτυλάκι του για να βελτιωθεί η ζωή, η δική του και των συνανθρώπων του.

Είναι σαν εκείνους, τους επικίνδυνους, που ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα «είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου». Αυτοί φταίνε περισσότερο από κάθε άλλον, που κινδυνεύουμε να γίνουμε η χειρότερη.

«Υπάρχει ένα άλυτο πρόβλημα στην περίπτωση του Πόποβιτς», τονίζει ένας από τους βασικούς συμβουλάτορες του Μπαράκ Ομπάμα. «Αντίθετα με τους επαγγελματίες της πολιτικής, εκείνος δεν γουστάρει να μιλάει για τον εαυτό του. Πρόκειται για καταστροφικό ελάττωμα για έναν υποψήφιο πρόεδρο».

Όταν ο Πόποβιτς ρωτήθηκε για την πολιτική που εφαρμόζουν οι Σπερς στη στρατολόγηση παικτών και στελεχών, τόνισε ότι «ψάχνουμε ανθρώπους που δεν νοιάζονται για τον εαυτό τους».

Ούτε οι φίλαθλοι τον ενδιαφέρουν τον Πόποβιτς ούτε οι δημοσιογράφοι. Τον ενδιαφέρει, όμως, ο τόπος του, η κοινωνία και το μέλλον των παιδιών του.

Σημειωτέον, ότι το Σαν Αντόνιο και συνολικά το Τέξας συγκαταλέγονται στις πλέον συντηρητικές περιοχές των ΗΠΑ. Ο «Ποπ» ζει στην πολιτεία που γαλούχησε τους Μπους.

Αν υπάρχει κάτι που με ιντριγκάρει, αυτό είναι η πιθανή παρουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο στις επάλξεις της κοινωνικής δράσης.

Ο Γιάννης είναι ακόμη νέος και δεν έχει φυσικά το στάτους ενός ΛεΜπρόν και ενός Κρις Πολ, αλλά δεν παύει να ενσαρκώνει αυτό ακριβώς που απεχθάνονται ο Τραμπ και οι νυχτωμένοι ψηφοφόροι του.

Είναι παιδί μεταναστών και έζησε δύο δεκαετίες στην παρανομία, όπως χιλιάδες απάτριδες που πέφτουν από τις γρίλιες και εξαφανίζονται.

Η πατρίδα των γονιών του είναι μία μουσουλμανική χώρα που θα μπορούσε να περιλαμβάνεται στο ρατσιστικό ταξιδιωτικό εμπάργκο του Τραμπ, μαζί με την Υεμένη, το Νότιο Σουδάν και τις άλλες αποκλεισμένες.

Η φωνή του Γιάννη έχει δύναμη. Νομίζω ότι η προσωπική συμμετοχή του στις κινήσεις ακτιβισμού -που μάλιστα τελούν υπό την επίσημη αιγίδα του ΝΒΑ- θα είναι μέρος της διαδικασίας της ενηλικίωσής του.

Κατά τ’ άλλα, θα το πάρουν πάλι οι Ουόριορς, με «σκούπα» ή με το περυσινό 4-1 στους τελικούς, απέναντι στο Κλήβελαντ. Εγώ θα προτιμούσα Σπερς και Σέλτικς.

Ο Αντετοκούνμπο θα ξεπεράσει τον εαυτό του, θα ξαναπαίξει βασικός στο All-Star Game και θα οδηγήσει τους Μπακς στον δεύτερο γύρο των ανατολικών πλέι-οφ.

Θα βγει σύντομα και ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσετε. Άλλο τίποτε δεν βρίσκω να πω για τη νέα σεζόν του ΝΒΑ. Όταν δεν παίζει ο Γιάννης, το βαριέμαι αφόρητα.

617457.jpg

Ο Γκρεγκ Πόποβιτς με τον Παναγιώτη Γιαννάκη, το 2009

377287.jpg

Ο ακτιβιστής του ΝΒΑ, Μαχμούντ Αμπντούρ-Ραούφ, με τη φανέλα του Άρη, το 2007.

Best of internet